Highlights
• Η σύγχρονη πατρότητα δοκιμάζεται από μια ψηφιακά οργανωμένη ανδρική συντηρητικοποίηση που στρατολογεί νέα αγόρια, εκμεταλλευόμενη την ευαλωτότητά τους.
• Η ανδρόσφαιρα δεν προσφέρει απλώς περιεχόμενο, αλλά ένα πλήρες ερμηνευτικό σχήμα που μετατρέπει τη δυσφορία σε αντιφεμινιστική και μισογυνική εχθρότητα.
• Στην ελληνική κοινωνία, ο αλγοριθμικός μισογυνισμός βρίσκει ήδη έτοιμο ιδεολογικό έδαφος μέσα στον ιστορικό κορμό «Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια».
• Οι φροντιστικοί πατέρες, που αποποιήθηκαν τον αυταρχικό ρόλο του παλιού κουβαλητή, βλέπουν τώρα το δικό τους πατρικό κεκτημένο να απορρίπτεται ως αδυναμία.
• Η απάντηση δεν βρίσκεται στην ηθικολογία ή στην αστυνόμευση της οθόνης, αλλά στην αποκάλυψη της εμπορευματικής μορφής της ανδρόσφαιρας και στην επαναφορά της πατρικής σχέσης στη φροντίδα, στην ευαλωτότητα και στη ζωντανή συνύπαρξη.
Η σύγχρονη πατρότητα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά, δομική κρίση, η οποία καταρχάς και καταρχήν εξελίσσεται στην ιδιωτική, ψηφιακή σφαίρα. Η απομόνωση των νέων αγοριών στα δωμάτιά τους δεν αποτελεί μια απλή υπαρξιακή ή αναπτυξιακή φάση, αλλά μια πλήρως χαρτογραφημένη ζώνη της βιομηχανίας της ψηφιακής κουλτούρας.
Στο εσωτερικό αυτής της ζώνης, η μοναξιά, η κοινωνική αμηχανία, η δυσκολία ένταξης, η αίσθηση μειονεξίας ή η ανάγκη υπαγωγής σε μια ομάδα δεν παραμένουν ακατέργαστα βιώματα, αλλά μετατρέπονται σε πολιτικό υλικό. Η ψηφιακή κουλτούρα δεν προσφέρει απλώς περιεχόμενο, αλλά ένα πλαίσιο αναγνώρισης μέσα στο οποίο το αγόρι μπορεί να αισθανθεί πιο ισχυρό, πιο ευφυές, πιο ανεξάρτητο και πιο «ανδρικό» από όσο βιώνει τον εαυτό του στην πραγματική κοινωνική ζωή.
Η συνθήκη αυτή δεν αφορά ενιαία όλες τις ηλικίες. Στην προεφηβεία εμφανίζεται συχνότερα ως μίμηση ύφους, ως κώδικας ένταξης και ως πρώιμη εξοικείωση με μια απαξιωτική γλώσσα, που δεν μιλιέται στο σπίτι.
Στην εφηβεία αποκτά μεγαλύτερη ιδεολογική συνοχή, καθώς συνδέεται με τη σεξουαλική αμηχανία, την ανάγκη αναγνώρισης και την αναζήτηση ανδρικής ταυτότητας. Στους νεαρούς άνδρες μπορεί πλέον να λειτουργεί ως πλήρες ερμηνευτικό σχήμα για τις σχέσεις, την κοινωνική αποτυχία, την εργασία, το φύλο και την πολιτική.
Το κείμενο περιορίζεται συνειδητά στην πατρική λειτουργία, επειδή το φαινόμενο που εξετάζεται αφορά πρωτίστως τη σύγκρουση ανάμεσα στα νέα ψηφιακά πρότυπα ανδρισμού και στη σύγχρονη πατρότητα που επιχείρησε να θεμελιωθεί στη φροντίδα, στην ισοτιμία και στη συναισθηματική εγγύτητα.
Η άγνοια των γονέων και η αλλαγή της ιδεολογίας
Ο μέσος Έλληνας γονιός στερείται πλήρως του εννοιολογικού και επιστημονικού λεξιλογίου για να κωδικοποιήσει αυτό που συμβαίνει πίσω από τις κλειστές πόρτες. Αγνοεί τους σημειωτικούς κώδικες της «ανδρόσφαιρας», τους manfluencers, τη συνθηματική γλώσσα των incels ή τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική alt-right ρητορική και η MAGA ορολογία μετασχηματίστηκαν σε μια παγκοσμιοποιημένη ψηφιακή μήτρα.
Η MAGA αισθητική, στην πιο εξαγώγιμη μορφή της, δεν περιορίζεται σε μια αμιγώς αμερικανική, τραμπική πολιτική ταυτότητα. Μάλλον λειτουργεί ως σύστημα συσχετισμών: η (ακρο)Δεξιά ταυτίζεται με τον πατριωτισμό, την ανδρική ισχύ, την ευφυΐα, την ανεξαρτησία, την ωμότητα που βαφτίζεται ειλικρίνεια και την περιφρόνηση προς κάθε συλλογικό αίτημα που παρουσιάζεται ως αδυναμία. Έτσι, ο πολιτικός λόγος που γεννήθηκε μέσα από τον τραμπισμό μετατρέπεται σε διεθνή γλώσσα ανδρικής αυτοεπιβεβαίωσης.
Μην αναγνωρίζοντας αυτή την ιδεολογία, ο γονιός έρχεται αντιμέτωπος μόνο με τα βιωματικά της συμπτώματα: μια εργαλειακή σκληρότητα, έναν απόλυτο κυνισμό απέναντι σε κάθε θηλυκότητα και διαφορετικότητα και μια αντανακλαστική απαξίωση των κοινωνικών διεκδικήσεων.
Παρακολουθεί την παράξενη στάση του αγοριού, που ειρωνεύεται τη μητέρα του, την αδελφή του ή την κοπέλα του, που αντιλαμβάνεται τα κορίτσια ως κατώτερα, εχθρικά ή αντίπαλα, που αντιμετωπίζει τη φροντίδα, τη συναίνεση, την ισότητα ή την ψυχική δυσκολία ως γελοίες επινοήσεις ενός κόσμου «μαλθακών», που χρησιμοποιεί προσβλητικό χιούμορ, χωρίς κανένα πρόβλημα.
Όλο αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως μια ακατανόητη παθογένεια και συντηρητικοποίηση, καθώς ο γονιός αδυνατεί να αντιληφθεί ότι ο γιος του έχει εσωτερικεύσει μια συνεκτική πολιτική στάση, η οποία του σερβίρεται ως η μόνη δυνατή «αντισυστημική» διέξοδος. Η ιδεολογική περιχαράκωση του αγοριού έρχεται συχνά ως χιούμορ, ως ατάκα, ως «πλάκα», ως δήθεν ωριμότητα ενός παιδιού που ισχυρίζεται πως κατάλαβε επιτέλους πώς λειτουργεί ο κόσμος.
Η αλλαγή της ιδεολογικής στάσης των αγοριών συνήθως δεν αρχίζει με την πλήρη αποδοχή μιας ιδεολογίας. Πρώτα, έρχονται διαδικτυακές ανταμοιβές, που κάνουν το αγόρι να αισθάνεται αναγνωρίσιμο: ένα θετικό σχόλιο, μια μικρή συνομιλία, η αίσθηση του ανήκειν, ακόμα και σε μια ομάδα που επιβραβεύει τον κυνισμό ως εξυπνάδα και τη σκληρότητα ως ωριμότητα.
Η επιβράβευση προηγείται συχνά της πεποίθησης και κατόπιν την κατασκευάζει. Το αγόρι που στην πραγματική ζωή δυσκολεύεται να αποκτήσει κύρος, όπως κάθε παιδί της ηλικίας του ανεξαρτήτως φύλου ή άλλων επιμέρους χαρακτηριστικών, μπορεί μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον να εμφανιστεί ως πιο δυνατό, πιο αιχμηρό, πιο «ενημερωμένο».
Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια
Αυτός ο ψηφιακός νεοσυντηρητισμός δεν εμφανίστηκε από το πουθενά. Στην ελληνική κοινωνική μορφολογία, η ψηφιακή ριζοσπαστικοποίηση συναντά ένα έδαφος ήδη διαμορφωμένο από ισχυρούς ιδεολογικούς μηχανισμούς. Σε ένα κοινωνικό σχηματισμό όπου Κράτος και Εκκλησία λειτουργούν ιστορικά ως ένα αδιαχώριστο θεσμικό πλέγμα, το τρίπτυχο «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» αποτελεί κυρίαρχο πολιτισμικό κορμό.
Ο αλγοριθμικός μισογυνισμός δεν χρειάζεται να εφεύρει νέα στερεότυπα, γιατί κουμπώνει οργανικά πάνω στα προϋπάρχοντα ανακλαστικά μιας κοινωνίας που αντιμετωπίζει τη χειραφέτηση των γυναικών και την αποδόμηση των έμφυλων προνομίων ως απειλή για την εθνική και οικογενειακή συνοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο αντιφεμινισμός λειτουργεί ως κόμβος σύνδεσης ανάμεσα στον παλαιό κοινωνικό συντηρητισμό και τη νέα ψηφιακή ριζοσπαστικοποίηση. Ο φεμινισμός, σε όλες τις εκφάνσεις τους, δεν γίνεται αντιληπτός ως πολιτικό αίτημα για καθολική ισότητα και δικαιοσύνη, αλλά ως εχθρική δύναμη που υποτίθεται ότι αποστερεί από τα αγόρια και τους άνδρες την παραδοσιακή ταυτότητα του απόλυτου αρσενικού, που νομιμοποιεί a priori κάθε επιθυμία τους για μη λογοδοσία, για έλεγχο του γυναικείου σώματος και εν γένει για μια κοινωνική ανωτερότητα. Έτσι, η πατριαρχική νοσταλγία μετατρέπεται σε αμυντική ταυτότητα και η απώλεια «προνομίων» μεταφράζεται ως υπαρξιακή αδικία.
Not all boys – but more than many
Προφανώς, δεν μετατοπίζονται όλα τα αγόρια προς την ίδια κατεύθυνση ούτε κάθε επαφή με τέτοιο περιεχόμενο συνεπάγεται αυτομάτως ιδεολογική ένταξη στον ψηφιακό μισογυνισμό. Όμως, η ανδρόσφαιρα λειτουργεί ως μηχανισμός στρατολόγησης της απόλυτα φυσιολογικής κατά τη νεότητα ανασφάλειας: η εφηβική αμηχανία, η απόρριψη, η σεξουαλική «αποτυχία», η μοναξιά, η αίσθηση ταπείνωσης ή αποκλεισμού δεν είναι επιτρεπτές.
Το αγόρι δεν καλείται να μάθει να διαχειρίζεται την εσωτερική δυσφορία του, όπως κάθε συνομήλικος και συνομήλικη. Αντιθέτως, τη θεωρεί ως ήττα, που αποδίδεται σε εξωτερικούς εχθρούς: στις γυναίκες, στον φεμινισμό, στους «αδύναμους» άνδρες, στους θεσμούς ισότητας, στα κινήματα, στη διεκδίκηση ορατότητας από ευάλωτες ομάδες και εν γένει σε έναν αόριστο πολιτισμικό εκφυλισμό. Εδώ ακριβώς εντοπίζεται η ιδεολογική αποτελεσματικότητα του φαινομένου.
Να σημειώσουμε ότι η ψηφιακή ριζοσπαστικοποίηση δεν απευθύνεται μόνο σε οργισμένα ή ήδη πολιτικοποιημένα αγόρια. Στρατολογεί παιδιά ευάλωτα και κοινωνικά αδέξια, παιδιά που για διάφορους λόγους δυσκολεύονται να ερμηνεύουν τους κοινωνικούς κώδικες, παιδιά που επιθυμούν απλώς να ανήκουν κάπου και να μιμηθούν τους μεγαλύτερους ή τους ισχυρότερους. Κάθε αγόρι μπορεί να αισθανθεί ότι χωράει σε μια κοινότητα που προσφέρει απλές απαντήσεις, καθαρούς εχθρούς και άμεση επιβεβαίωση.
Συντηρητικοποίηση των νέων
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, συντελείται μια οδυνηρή κοινωνική ανατροπή, που ακυρώνει τη γραμμική βεβαιότητα για την προοδευτική εξέλιξη των γενεών. Ενώ ιστορικά η νεότητα οριζόταν ως ο προνομιακός φορέας της κοινωνικής αλλαγής, σήμερα παρατηρούμε μια ραγδαία συντηρητικοποίηση των νέων αντρών. Η ανατροπή αυτή δεν περιορίζεται στις πολιτικές πεποιθήσεις, γιατί αφορά την ίδια τη φαντασίωση της ενηλικίωσης. Το να «γίνεις άντρας» παύει να σημαίνει ανάληψη ευθύνης και ταυτίζεται με απόσυρση από κάθε σχέση αμοιβαιότητας, με επίδειξη ισχύος, με περιφρόνηση κάθε ευαλωτότητας, με καχυποψία απέναντι στην ισότητα και με απόδοση της ασυδοσίας στην ανδρική «φύση».
Προφανώς, δεν μετακινούνται όλα τα αγόρια προς την ίδια κατεύθυνση ούτε κάθε έφηβος που παρακολουθεί τέτοιο περιεχόμενο μετατρέπεται αυτομάτως σε φορέα μισογυνικής, ομοφοβικής ή ρατσιστικής ιδεολογίας. Όμως, το φαινόμενο έχει σημασία, διότι για πρώτη φορά τόσο νεαρές ηλικίες έχουν στη διάθεσή τους μια έτοιμη, διεθνή γλώσσα με την οποία μπορούν να ντύσουν την αμηχανία, τη μοναξιά, τη σεξουαλική ανασφάλεια ή την κοινωνική τους αποτυχία με όρους κυριαρχίας.
Η κρίση μιας πατρότητας που δεν πρόλαβε να ανθήσει
Αυτή η δυναμική υπονομεύει άμεσα τη σύγχρονη πατρότητα: τους μπαμπάδες που εισήλθαν στη γονεϊκότητα με φόρα, χαρά και συνειδητή πρόθεση να συμμετάσχουν ισότιμα στη φροντίδα. Τους άντρες που αποποιήθηκαν τον ρόλο του απόμακρου, αυταρχικού κουβαλητή, που άλλαξαν πάνες, διάβασαν παραμύθια και νανούρισαν, που επένδυσαν στην τρυφερότητα και διεκδίκησαν τη συναισθηματική εγγύτητα πολύ πριν αυτή η πρακτική θεσμοθετηθεί ή μετατραπεί σε προοδευτικό κλισέ.
Αυτό το βιωματικό κεκτημένο φροντίδας υπονομεύεται τώρα εκ των έσω, καθώς οι γιοι τους το απορρίπτουν, ταυτίζοντάς το με αδυναμία και υποταγή σε κανόνες πολιτικής ορθότητας που, κατά τη γνώμη τους, δεν θα έπρεπε να υπάρχουν.
Για αυτούς τους μπαμπάδες, η σύγκρουση είναι πάνω από όλα υπαρξιακή και όχι απλώς παιδαγωγική ή ιδεολογική. Ο γιος απορρίπτει ως αδυναμία, ακόμα και ως έλλειψη ανδρισμού, μια ταυτότητα που ο πατέρας είχε κάποτε κατακτήσει με κόπο ως ηθική, συναισθηματική και πολιτική υπέρβαση μιας πατριαρχίας που τον έπνιγε. Μόλις κατάφερε να γίνει αντιληπτός ως άνθρωπος –με συναισθηματικές ανάγκες, ελαττώματα και αδυναμίες– και όχι ως «παραδοσιακός άντρας» που δεν χωρά στα παραπάνω χαρακτηριστικά, βλέπει τα κεκτημένα του να ανατρέπονται.
Η απόρριψη γίνεται ακόμη πιο οδυνηρή όταν ο πατέρας αντιλαμβάνεται ότι ο γιος δεν στρέφεται απλώς εναντίον της δικής του κοινωνικοπολιτικής ιδεολογίας και ηθικής, αλλά εναντίον ενός νέου και υγιούς προτύπου άντρα που αντιλαμβάνεται ότι το φύλο του δεν τον καθιστά ούτε ελεγκτή ούτε τιμωρό των αδύναμων.
Ανανέωση της πατριαρχίας
Αντίθετα, για τον παραδοσιακό «Ελληναρά» πατριάρχη, η ιδεολογική συγκρότηση του γιου μέσα από τον διαδικτυακό λόγο λειτουργεί ως μηχανισμός δικαίωσης. Ο ακατέργαστος, ενστικτώδης σεξισμός προηγούμενων γενεών συναντά την παγκοσμιοποιημένη ανδρόσφαιρα, και η σχέση πατέρα-γιου μετατρέπεται σε ένα κλειστό κύκλωμα αμοιβαίας ιδεολογικής τροφοδοσίας. Ο γιος προσφέρει το θεωρητικό, ιντερνετικό περιτύλιγμα που έλειπε από τον πατέρα, εκσυγχρονίζοντας τον συντηρητισμό σε «πολιτική στάση» ενάντια στην κοινωνική πρόοδο.
Με τη σειρά του, ο πατέρας νομιμοποιεί αυτή τη στάση εντός του σπιτιού, και ο ιδιωτικός χώρος μετατρέπεται σε ένα στεγανοποιημένο οχυρό αναπαραγωγής αναχρονιστικών και επικίνδυνων απόψεων. Σε αυτή την περίπτωση, δεν έχουμε σύγκρουση γενεών, αλλά ανανέωση του παλαιού πατριαρχικού υλικού, μέσα από νέα φίλτρα. Η περιφρόνηση για τις γυναίκες, τους «θηλυπρεπείς» άνδρες, τα Άτομα με Αναπηρία, την ισότητα και τη φροντίδα επιστρέφει με σύγχρονη ορολογία, ψευδοεπιστημονικό ύφος, στατιστικοφανή επιχειρήματα και με την επίφαση μιας διεθνούς πολιτικής συνείδησης.
Αυτή η τοξική αρρενωπότητα ενισχύεται καθώς η ταυτότητα δεν παράγεται μόνο μέσα από την οικογένεια ή την οθόνη, αλλά και μέσα από την καθημερινότητα. Υπάρχουν παρέες εφήβων και νέων αντρών που επιτελούν καθημερινά το ίδιο σενάριο ισχύος. Η γυμναστική, η σωματική αντοχή ή η αυτοπειθαρχία λειτουργούν από μόνες τους ως υγιείς πρακτικές. Όταν, όμως, εντάσσονται σε ένα σύστημα όπου ο ανδρισμός ισοδυναμεί με επιβολή και έλεγχο όλων όσοι δεν χωρούν στο αφήγημα, όπου οι γυναίκες και τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα απαξιώνονται, όπου κάθε αδυναμία απορρίπτεται, όπου στόχος είναι ο γρήγορος και εύκολος πλουτισμός, και όπου κάθε ευαλωτότητα ταυτίζεται με χαρακτηριστικό των θηλυκών, τότε δεν τοποθετούνται σε πλαίσιο αυτοφροντίδας, αλλά μετατρέπονται σε τελετουργία ένταξης σε μια κουλτούρα κυριαρχίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ταξική διάσταση αυτής της συνθήκης. Ο νεαρός άνδρας που βλέπει τους γονείς του να έχουν ζήσει με περιορισμούς, εργασία χαμηλής κοινωνικής αναγνώρισης ή διαρκή οικονομική δυσκολία μπορεί εύκολα να υποτιμήσει την ηθική τους ως γλώσσα αποτυχημένων, ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου. Η ανδρόσφαιρα τού προσφέρει μια πιο ελκυστική υπόσχεση: πλούτο, περιφρόνηση προς τους «αδύναμους», προσπάθεια για επιτυχία εις βάρος των άλλων και ταύτιση της οικονομικής ισχύος με την απόλυτη αλήθεια, που ανήκει σε λίγους.
Πώς αποδομείται η ανδρόσφαιρα;
Η αποδόμηση της ανδρόσφαιρας δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε σε ηθικολογικά κηρύγματα ούτε στην εργαλειακή αστυνόμευση της οθόνης. Τέτοιες πρακτικές απλώς επαληθεύουν το αλγοριθμικό αφήγημα περί ενός εχθρικού κόσμου ενηλίκων, που αδυνατεί να κατανοήσει την «αλήθεια».
Η κριτική παρέμβαση είναι πιο επιτυχημένη όταν εξηγήσουμε στα παιδιά τους εμπορευματικούς μηχανισμούς αυτών των ψηφιακών δικτύων. Τα alpha males που σαρώνουν το διαδίκτυο δεν είναι ιδεολόγοι. Είναι στυγνοί και ανήθικοι επιχειρηματίες του ύστερου ψηφιακού καπιταλισμού, που μετατρέπουν τη νεανική ανασφάλεια και την υπαρξιακή αποξένωση σε μετρήσιμο οικονομικό κέρδος μέσω clicks και συνδρομών.
Το ίδιο ισχύει και για τις κοινότητες που δεν έχουν κατ’ ανάγκην έναν κεντρικό «ηγέτη», αλλά λειτουργούν ως μικρο-αγορές κύρους. Κάθε ρατσιστικό αστείο, κάθε μισογυνικό meme, κάθε προσπάθεια ακροδεξιάς αποδόμησης του φιλελευθερισμού ή της Αριστεράς, κάθε επίθεση στις γυναίκες, στους μετανάστες, στα ΑμεΑ ή σε μέλη της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας μπορεί να αποφέρει άμεσο συμβολικό κέρδος: προσοχή, αποδοχή, αίσθηση συμμετοχής και ανήκειν, πρόσβαση σε μια ομάδα – ανεξαρτήτως του ότι αυτή αντιλαμβάνεται ως πολιτική διορατικότητα την απανθρωποποίηση.
Η ουσιαστική, όμως, ανατροπή απαιτεί την επιστροφή στην υλικότητα της ύπαρξης, δηλαδή στον αναλογικό κόσμο. Η ψηφιακή ριζοσπαστικοποίηση προϋποθέτει την αποσωμάτωση – μια κατάσταση όπου οι ανθρώπινες σχέσεις ποσοτικοποιούνται και μετατρέπονται σε κυνικές, μηχανιστικές συναλλαγές. Το αντίδοτο βρίσκεται στην κοινή εμπειρία της πραγματικής ζωής, στη σωματική παρουσία και στην τριβή με την πολυπλοκότητα του αληθινού κόσμου.
Είναι γνωστό ότι ακόμα και οι πιο άκαμπτες ιδεολογικές θέσεις κλονίζονται όταν ο αφηρημένος εχθρός αποκτά πρόσωπο και φωνή μέσα στην καθημερινότητα του ατόμου. Η απρόσωπη ρητορική εναντίον των γυναικών, των μεταναστών, των αναπήρων, των οικονομικά ευάλωτων, των ατόμων που δεν χωρούν στα παραδοσιακά έμφυλα στερεότυπα, χάνει μέρος της αυτάρκειάς της και αρχίζει να ξηλώνεται και να αμφισβητείται όταν ο Άλλος, ο εχθρός, είναι απτός. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η απρόσκοπτη κυκλοφορία της ιδεολογίας περιορίζεται, γιατί οι συνέπειές της είναι ορατές στο περιβάλλον του αγοριού και όχι μόνο στον ψηφιακό κόσμο της ανδρόσφαιρας.
Ο ρόλος του πατέρα στη συγκρότηση της ταυτότητας του γιου
Η μεγαλύτερη πολιτική πράξη που μπορεί να εισφέρει ένας πατέρας σήμερα είναι η ρήξη με το πρότυπο του αλώβητου κυρίαρχου υποκειμένου. Όταν ο πατέρας δεν διεκδικεί τον ρόλο του Alpha Male και επιστρατεύει τη δική του ευαλωτότητα, μιλώντας απενοχοποιημένα για τις δικές του ήττες, τις ματαιώσεις και τις αποτυχίες της πραγματικής ζωής, προσφέρει στον γιο του το μόνο πράγμα που η Βιομηχανία της Ψηφιακής Κουλτούρας αδυνατεί να προσομοιώσει: ένα ζωντανό παράδειγμα ότι η αυθεντική δύναμη δεν εγγράφεται στην κυριαρχία επί του διαφορετικού, αλλά στην αντοχή των σχέσεων που έχουν χτιστεί με φροντίδα και αξιοπρέπεια.
Η πατρική ευαλωτότητα δεν χρειάζεται να λειτουργήσει ούτε ως εξομολόγηση ούτε ως συναισθηματική αντιστροφή της πατριαρχικής αυστηρότητας. Αρκεί να τεθεί με φυσικότητα ως αντιπαράδειγμα ανδρικής ταυτοτικής συγκρότησης: ως απόδειξη ότι κάθε άντρας μπορεί να υπάρξει και να ευτυχήσει χωρίς κυριαρχία, χωρίς μισογυνικές άμυνες και χωρίς την ανάγκη να μετατραπεί κάθε σχέση σε πεδίο επιβολής του.
Ακόμη και όταν η πατρική επιρροή εμφανίζεται περιορισμένη και η επικοινωνία μεταξύ πατέρα και γιου είναι κλονισμένη, η φυσική παρουσία, το παράδειγμα συμπεριφοράς, η προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της σχέσης και η υπενθύμιση ότι η γονεϊκή αγάπη δεν αίρεται εξαιτίας μιας ιδεολογικής σύγκρουσης παραμένουν κρίσιμα ζητήματα. Σε πρώτο χρόνο, δεν μοιάζουν να αρκούν ώστε να αποδομήσουν μόνες τους έναν ιδεολογικό μηχανισμό, όμως αποτελούν πεδίο όπου ο μηχανισμός αυτός συναντά αντίσταση, μέσα από τη ζωντανή, ανεξάλειπτη σχέση με έναν άλλον άνθρωπο, που δεν χωράει στο αφήγημα της ανδρόσφαιρας.



