Γυναικοκτονία

Οι γυναικοκτονίες ως ακραία εκδήλωση της έμφυλης βίας

Highlights

  • Η γυναικοκτονία παρουσιάζεται ως η ακραία έκφραση της έμφυλης βίας και όχι ως απλή παραλλαγή της ανθρωποκτονίας.
  • Το κείμενο εξηγεί γιατί ο όρος συνδέεται με το κίνητρο, τον έλεγχο, την κυριαρχία και τις άνισες σχέσεις εξουσίας.
  • Η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από το «γιατί μένει το θύμα» στο «πώς ο δράστης εγκλωβίζει το θύμα».
  • Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη γλώσσα των ΜΜΕ, ώστε η βία να μην παρουσιάζεται ως αγάπη, πάθος ή ζήλια.
  • Η πρόληψη περνά μέσα από εκπαίδευση, έγκαιρη παρέμβαση, θεσμική προστασία και σοβαρή κοινωνική αναγνώριση του φαινομένου.

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται για ακόμη μία φορά αντιμέτωπη με μια υπόθεση ακραίας βίας κατά γυναίκας, μητέρας δύο ανήλικων τέκνων. Οι πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές μέχρι στιγμής από τα ρεπορτάζ κάνουν λόγο για ιδιαίτερη αγριότητα και υπέρμετρη βία κατά τη διάπραξη του εγκλήματος, προκαλώντας ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις και επαναφέροντας στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης το φαινόμενο των γυναικοκτονιών και την ανάγκη ουσιαστικής πρόληψης της έμφυλης βίας.

Οι γυναίκες δεν (πρέπει να) είναι αριθμοί σε στατιστικές. Κάθε φορά που μια γυναίκα χάνει τη ζωή της σε συνθήκες ελέγχου, κακοποίησης, κτητικότητας ή εξουσιαστικής συμπεριφοράς, η κοινωνία οφείλει να αναρωτηθεί τι δεν λειτούργησε έγκαιρα και αποτελεσματικά.

Ειδικότερα, χρειάζεται να δοθεί έμφαση τόσο στην ενίσχυση της πρόληψης όσο και στην αποτελεσματικότερη διαχείριση βαθύτερων κοινωνικών, πολιτισμικών και δομικών παραγόντων που διευκολύνουν ή/και τροφοδοτούν τη διαιώνιση και αναπαραγωγή επικίνδυνων στερεοτύπων, ανισοτήτων και μορφών βίας.

Με το παρόν άρθρο εστιάζω στη σοβαρότητα και την πολυπλοκότητα του φαινομένου και επιχειρώ να απαντήσω, συνοπτικά, σε ορισμένα ερωτήματα που τίθενται συχνά στον δημόσιο διάλογο.

Κατ’ αρχάς, η συζήτηση για τις γυναικοκτονίες δεν αφορά σε καμία περίπτωση μια αντιπαράθεση μεταξύ ανδρών και γυναικών. Μια τέτοια προσέγγιση είναι επιφανειακή και δεν αποτυπώνει την ουσία του ζητήματος. Αφορά την αναγνώριση ενός διεθνώς καταγεγραμμένου φαινομένου έμφυλης βίας που κοστίζει πολλές ζωές γυναικών κάθε χρόνο και το οποίο διεθνείς οργανισμοί, ερευνητές και φορείς ανθρωπίνων δικαιωμάτων μελετούν, αναδεικνύοντας τις σύνθετες πτυχές του και θέτοντας ως στόχο την αποτελεσματικότερη αντιμετώπισή του.

Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία των Ηνωμένων Εθνών (UN Women και UNODC), περίπου 50.000 γυναίκες και κορίτσια σε παγκόσμιο επίπεδο δολοφονήθηκαν το 2024 από νυν ή πρώην συντρόφους ή άλλα μέλη της οικογένειάς τους (συμπεριλαμβανομένων πατέρων, μητέρων, θείων και αδελφών). Ο αριθμός αυτός αντιστοιχεί σε περίπου 137 θύματα ημερησίως, γεγονός που σημαίνει ότι κατά μέσο όρο μία γυναίκα ή ένα κορίτσι χάνει τη ζωή της/του κάθε δέκα λεπτά από κάποιο πρόσωπο του στενού οικογενειακού ή συντροφικού της/του περιβάλλοντος.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι το 60% των δολοφονιών γυναικών και κοριτσιών παγκοσμίως το 2024 διαπράχθηκαν από συντρόφους ή άλλα μέλη της οικογένειας. Αυτό σημαίνει ότι πολλές γυναίκες και πολλά κορίτσια, σε ολόκληρο τον κόσμο, κινδυνεύουν μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, που θα έπρεπε να είναι το πιο ασφαλές καταφύγιο.

Παρά την αυξημένη ευαισθητοποίηση των κοινωνιών, τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και καταδεικνύουν ότι η διεθνής κοινότητα εξακολουθεί να αποτυγχάνει να αποτρέψει θανάτους λόγω φύλου. Θανάτους, που ενδεχομένως θα μπορούσαν να είχαν προληφθεί μέσω έγκαιρης παρέμβασης, αποτελεσματικότερων μηχανισμών προστασίας, έμφυλα ευαίσθητης αστυνόμευσης και δικαιοσύνης, καθώς και επαρκών δομών υποστήριξης των θυμάτων.

Ποιες είναι οι σημαντικές κοινωνικές και εγκληματολογικές διαστάσεις του όρου «γυναικοκτονία» και για ποιους λόγους υπάρχει αντιπαράθεση σχετικά με την ποινική του αναγνώριση;

Η γυναικοκτονία αποτελεί την πιο ακραία μορφή βίας κατά των γυναικών και των κοριτσιών. Σε κοινωνικό και εγκληματολογικό επίπεδο θα μπορούσαμε να πούμε ότι, με μια ευρύτερη έννοια, διαφοροποιείται από την ανθρωποκτονία, καθώς δεν αναφέρεται σε κάθε δολοφονία γυναίκας, αλλά σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου το φύλο του θύματος συνδέεται άμεσα ή έμμεσα με τα κίνητρα του εγκλήματος. Πρόκειται για εγκλήματα που συχνά πηγάζουν από έμφυλες διακρίσεις, άνισες σχέσεις εξουσίας, στερεότυπα, αντιλήψεις κυριαρχίας και ανάγκη ελέγχου του θύματος.

Σε ποινικό επίπεδο εξακολουθεί να υπάρχει στη χώρα μας αντιπαράθεση και να διεξάγεται μια εκτενής συζήτηση σχετικά με το εάν η θεσμική αναγνώριση του όρου «γυναικοκτονία» θα μπορούσε να συμβάλλει ουσιαστικά στην αντιμετώπιση του φαινομένου, δεδομένου ότι ο όρος «ανθρωποκτονία» καλύπτει ήδη ποινικά τις περιπτώσεις αυτές και μπορεί να επιφέρει την ισόβια κάθειρξη ως ανώτατη ποινή. Χωρίς να υπεισέλθω στην ουσία αυτής της συζήτησης στο παρόν άρθρο, αξίζει να αναφερθώ σε παλαιότερη επισήμανση του Ομότιμου Καθηγητή Εγκληματολογίας Γιάννη Πανούση ότι η έμφυλη διάσταση ενός εγκλήματος θα μπορούσε να συνεκτιμάται ως επιβαρυντικός παράγοντας κατά την απονομή της δικαιοσύνης, που με βρίσκει απολύτως σύμφωνη.

Γιατί μιλάμε για γυναικοκτονίες και όχι για ανδροκτονίες;

Στη δημόσια συζήτηση συχνά τίθεται το ερώτημα γιατί χρησιμοποιείται ο όρος «γυναικοκτονία», ενώ δεν γίνεται αντίστοιχα λόγος για «ανδροκτονία». Η απάντηση δεν βρίσκεται στο φύλο του θύματος καθαυτό, αλλά στο κίνητρο και στο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαπράττεται το έγκλημα.

Οι άνδρες αποτελούν πράγματι θύματα ανθρωποκτονιών σε μεγαλύτερους απόλυτους αριθμούς παγκοσμίως. Ωστόσο, στις περισσότερες περιπτώσεις δολοφονούνται στο πλαίσιο εγκληματικών δραστηριοτήτων, ένοπλων συγκρούσεων, διαπροσωπικών αντιπαραθέσεων ή άλλων μορφών βίας που δεν συνδέονται με το γεγονός ότι είναι άνδρες.

Αντίθετα, πολλές γυναίκες δολοφονούνται ακριβώς επειδή είναι γυναίκες! Σε αυτό το πλαίσιο, δολοφονούνται επειδή διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους, επειδή αποφάσισαν να δώσουν τέλος σε μια τοξική και επικίνδυνη συντροφική/συζυγική σχέση, επειδή αρνήθηκαν μια σεξουαλική ή συναισθηματική απαίτηση που δεν ανταποκρινόταν στα δικά τους «θέλω» ή απλώς επειδή δεν «συμμορφώθηκαν» με προσδοκίες που τους επιβάλλονταν λόγω φύλου. Η έμφυλη διάσταση είναι, επομένως, καθοριστική για την κατανόηση του φαινομένου και εξηγεί με ακρίβεια και σαφήνεια το κοινωνικό περιεχόμενο του όρου.

Τι αποκαλύπτει το μένος των δραστών;

Εγκληματολογικές και κοινωνιολογικές μελέτες έχουν καταδείξει ότι πολλές γυναικοκτονίες δεν αποτελούν μεμονωμένες εκρήξεις θυμού, αλλά το τελικό στάδιο μιας σταδιακής κλιμάκωσης της βίας. Συχνά προηγούνται χρόνια ψυχολογικής, σωματικής, σεξουαλικής ή/και οικονομικής κακοποίησης.

Το έντονο μένος που παρατηρείται σε αρκετές περιπτώσεις συνδέεται με την αντίληψη του δράστη ότι χάνει τον έλεγχο και την κυριαρχία του πάνω στο θύμα. Η απόσταση που προσπαθεί να κρατήσει το θύμα, η απομάκρυνση από τη σχέση, η άρνηση μιας ακραίας απαίτησης ή ακόμα και η διεκδίκηση προσωπικής αυτονομίας μπορεί να εκληφθούν από ορισμένους δράστες ως απειλή απέναντι στην εξουσία που θεωρούν ότι διαθέτουν πάνω στο θύμα.

Η υπέρμετρη βία δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση ένδειξη μεγαλύτερης «αγάπης» ή συναισθηματικής έντασης. Στον αντίποδα, συχνά συνδέεται με την ανάγκη κυριαρχίας, τιμωρίας ή επαναφοράς του ελέγχου πάνω στο θύμα.

Όταν αγαπάς, σέβεσαι, φροντίζεις, προστατεύεις. Δεν σκοτώνεις!

Γιατί τα ΜΜΕ δεν πρέπει να συσχετίζουν το έγκλημα με έννοιες όπως η «αγάπη» και το «πάθος»;

Η χρήση εκφράσεων όπως «έγκλημα πάθους», «τη σκότωσε επειδή την αγαπούσε» ή «τυφλώθηκε από έρωτα» έχει δεχθεί δριμεία κριτική από διεθνείς οργανισμούς και ειδικούς επιστήμονες.

Η αγάπη προϋποθέτει σεβασμό, ελευθερία και αναγνώριση της αυτονομίας του άλλου ανθρώπου. Η δολοφονία αποτελεί ακριβώς το αντίθετο. Η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής είναι το ειδεχθέστερο έγκλημα, που επιφέρει παράλληλα και τη μεγαλύτερη κοινωνική απαξία.

Όταν η βία παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα αγάπης, πάθους ή ακόμα και ζήλιας στο πλαίσιο έντονου ενδιαφέροντος, υπάρχει ο κίνδυνος να εξωραϊστεί το έγκλημα και να υποτιμηθεί η ατομική ευθύνη του δράστη. Για τον λόγο αυτό απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στη χρήση των όρων τόσο από τον δημοσιογραφικό κόσμο όσο και από όσους/όσες παρεμβαίνουν δημόσια στον σχετικό διάλογο. Οι όροι πρέπει να επιλέγονται με μεγάλη προσοχή και με την απαιτούμενη επιστημονική τεκμηρίωση, προκειμένου να αποδομήσουν μύθους και στερεότυπα και να μη «ρομαντικοποιήσουν» τόσο βίαια και αποτρόπαια εγκλήματα, τα οποία ασφαλώς και δεν σχετίζονται με τα όμορφα και δημιουργικά συναισθήματα της αγάπης και του έρωτα.

Γιατί ορισμένες γυναίκες παραμένουν εγκλωβισμένες σε κακοποιητικές σχέσεις ακόμη και για χρόνια;

Πρόκειται για ένα από τα συχνότερα ερωτήματα που τίθενται στη δημόσια συζήτηση και το οποίο έχει απασχολήσει εκτενώς τόσο την επιστημονική έρευνα όσο και τις μελέτες μας στο Crime & Media Lab του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος.

Ωστόσο, η σύγχρονη βιβλιογραφία προτείνει να μεταφέρουμε την εστίαση του ερωτήματος από το «γιατί μένει το θύμα» στο «πώς ο δράστης καταφέρνει να εγκλωβίζει το θύμα». Η παραμονή σε μια κακοποιητική σχέση δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας ή αποδοχής της βίας, αλλά συχνά είναι αποτέλεσμα πολύπλοκων μηχανισμών ελέγχου, φόβου, εξάρτησης και ψυχολογικής χειραγώγησης.

Οι σημαντικότεροι παράγοντες που μπορεί να δυσχεραίνουν την αποχώρηση από μια κακοποιητική σχέση περιλαμβάνουν:

• τον φόβο για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα της ίδιας της γυναίκας ή των παιδιών της

• τις απειλές

• τη συναισθηματική και την ψυχολογική εξάρτηση

• την οικονομική εξάρτηση

• την κοινωνική απομόνωση

• την έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος

• την κανονικοποίηση της βίας μετά από μακροχρόνια έκθεση σε αυτήν

• την αυτοενοχοποίηση που συχνά καλλιεργείται από τον ίδιο τον δράστη

Η γυναίκα μπορεί να εκφοβίζεται συστηματικά, να απειλείται ότι θα χάσει τα παιδιά της, ότι θα καταστραφεί οικονομικά ή ότι θα απομονωθεί κοινωνικά και επαγγελματικά. Σε πολλές περιπτώσεις ο δράστης ασκεί αυτό που η διεθνής βιβλιογραφία περιγράφει ως «καταναγκαστικό έλεγχο» (coercive control), δηλαδή ένα πλέγμα συμπεριφορών που αποσκοπούν στον περιορισμό της ελευθερίας, της αυτονομίας και της δυνατότητας λήψης αποφάσεων του θύματος.

Παράλληλα, ολοένα και περισσότερες έρευνες αναδεικνύουν τον ρόλο της τεχνολογίας ως μέσου παρακολούθησης, ελέγχου και παρενόχλησης. Διεθνή δεδομένα δείχνουν ότι σημαντικό ποσοστό θυμάτων γυναικοκτονίας είχε προηγουμένως υποστεί επίμονη καταδίωξη (stalking) από τον δράστη.

Σαφώς, κάθε περίπτωση διαθέτει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση. Το φαινόμενο είναι πολυπαραγοντικό και σύνθετο. Συνεπώς, δεν αρκεί να πούμε σε μια γυναίκα «φύγε». Απαιτείται ουσιαστική ψυχολογική, κοινωνική, οικονομική και θεσμική υποστήριξη που θα της επιτρέψει να απομακρυνθεί με ασφάλεια.

Η διεθνής βιβλιογραφία καταδεικνύει επίσης ότι η περίοδος αμέσως πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τον χωρισμό αποτελεί μία από τις πιο επικίνδυνες φάσεις για την κλιμάκωση της βίας ή ακόμη και για τη διάπραξη της ανθρωποκτονίας. Για τον λόγο αυτό, όταν μια γυναίκα αποφασίζει να αποχωρήσει από μια κακοποιητική σχέση, η οργανωμένη Πολιτεία οφείλει να εξασφαλίζει ότι η μετάβαση αυτή θα πραγματοποιηθεί υπό συνθήκες μέγιστης προστασίας.

Πόσο κρίσιμος είναι ο ρόλος της εκπαίδευσης;

Η πρόληψη των γυναικοκτονιών δεν μπορεί να βασιστεί αποκλειστικά στην αυστηροποίηση των ποινών. Το ζητούμενο είναι πρωτίστως να αποτρέψουμε τη βία πριν αυτή κλιμακωθεί.

Η εκπαίδευση από την παιδική ηλικία αποτελεί κεντρικό άξονα πρόληψης. Η καλλιέργεια αξιών, όπως ο σεβασμός, η ισότητα, η συναίνεση, η συνεργατικότητα, η αλληλεγγύη, η ειρηνική επίλυση συγκρούσεων και η αναγνώριση των ορίων του άλλου, μπορεί να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στον περιορισμό της βίας, αλλά και στην έγκαιρη αναγνώριση κακοποιητικών συμπεριφορών.

Παράλληλα, είναι αναγκαίο να καταπολεμηθούν στερεότυπα που συνδέουν τον ανδρισμό με την κυριαρχία ή τη βία και τη γυναικεία ταυτότητα με την υποταγή. Αναμφίβολα η αλλαγή κουλτούρας αποτελεί μια σύνθετη και μακροχρόνια διαδικασία, παραμένει όμως ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία πρόληψης της έμφυλης βίας.

Συμπερασματικά

Η βία σε βάρος των γυναικών συνιστά σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Οι γυναικοκτονίες αποτελούν την ακραία έκφραση ενός ευρύτερου φάσματος έμφυλης βίας, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά μέσω της καταστολής και των ποινών.

Απαιτείται συνδυασμός πρόληψης, εκπαίδευσης, έγκαιρης παρέμβασης, θεσμικής δράσης και αποτελεσματικής προστασίας των θυμάτων. Πρωτίστως, απαιτείται μια κοινωνία που δεν θα παραμένει αδιάφορη απέναντι στα πρώτα σημάδια κακοποίησης και θα αναγνωρίζει κάθε μορφή έμφυλης βίας ως ζήτημα δημοκρατίας, ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κοινωνικής ευθύνης.


Βλ. ενδεικτικά: https://www.unwomen.org/en/articles/explainer/five-essential-facts-to-know-about-femicide

Φάκελος «Ενδοοικογενειακή βία»: Τα πρώτα σημάδια, η ανοχή και τα θανάσιμα ψέματα – propago.gr https://share.google/ISEdyO2c2Sf1I0NqO

Εσωτερικευμένη Ενοχή και Σιωπή Γυναικών Θυμάτων Ενδοοικογενειακής Βίας: Τα «γιατί» μιας τραυματικής διαδρομής – propago.gr https://share.google/vSLGIgbQuTnO6HFyZ


Η δρ Αγγελική Καρδαρά είναι διδάκτωρ Τμήματος Επικοινωνίας και ΜΜΕ Ε.Κ.Π.Α., φιλόλογος, συγγραφέας, τακτική επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου Μελέτης του Εγκλήματος, επιστημονική υπεύθυνη του Crime & Media Lab–Ομάδας Εργασίας για το Έγκλημα και την Απεικόνισή του στα ΜΜΕ, εισηγήτρια-συγγραφέας και εκπαιδεύτρια στο Πρόγραμμα Συμπληρωματικής εξ Αποστάσεως Εκπαίδευσης (E-Learning) του Κέντρου Επιμόρφωσης και Δια Βίου Μάθησης (Κ.Ε.ΔΙ.ΒΙ.Μ.) του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το κείμενο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στο blog της https://aggelikikardara.wordpress.com/