Highlights
- Η προσχολική ηλικία δεν είναι μικρογραφία της Α’ δημοτικού.
- Το νηπιαγωγείο εξασκεί τα παιδιά στη γλώσσα, στα μαθηματικά και σε άλλες έννοιες, αλλά μέσα από παιχνίδι, βιωματικές εμπειρίες, παρατήρηση της καθημερινότητας και αφήγηση ιστοριών.
- Η Α΄ δημοτικού υπάρχει ακριβώς για να διδάξει πιο συστηματικά ανάγνωση, γραφή και μαθηματικές έννοιες.
- Αν το παιδί ζητά μόνο του γράμματα, αριθμούς, βιβλία ή πράξεις, δεν το σταματάμε.
- Το πρόβλημα αρχίζει όταν το δικό μας άγχος μεταδίδεται στο παιδί και η προσχολική ηλικία σχολειοποιείται.
Κάθε καλοκαίρι, λίγο πριν από τη φοίτηση στο νηπιαγωγείο ή στην Α’ δημοτικού, αρκετοί γονείς αρχίζουν να ανησυχούν. Μήπως το παιδί πρέπει να μάθει να διαβάζει; Μήπως πρέπει να γράφει το όνομά του «σωστά»; Μήπως να κάνει προσθέσεις; Μήπως να μετράει ως το 100; Μήπως να του δώσουμε βιβλία με ασκήσεις προγραφής, απλές πράξεις και μικρά κείμενα προς ανάγνωση; Εκεί ακριβώς αρχίζει η σχολειοποίηση: όταν η φυσική διάθεση του παιδιού προσχολικής ηλικίας για βιωματική μάθηση αντικαθίσταται από το άγχος του ενηλίκου για πρόωρη εντατικοποίηση δεξιοτήτων που αναπτύσσονται αργότερα, στην πρώτη σχολική ηλικία, μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο.
Η ανησυχία είναι εν μέρει κατανοητή, αλλά μπορεί να λειτουργήσει αντίστροφα, ως τροχοπέδη, γιατί στο επίκεντρό της δεν βρίσκεται το παιδί, οι ρυθμοί του, οι αντοχές του και οι πραγματικές του δυνατότητες, αλλά ένα σύνολο ενήλικων φόβων: η σύγκριση με τα άλλα παιδιά, η πίεση για μια «καλή αρχή», η δυσπιστία προς το σχολείο, η ανάγκη του γονιού να αισθανθεί ότι έχει πάρει εγκαίρως τα μέτρα του για ένα μέλλον που φαντάζει απειλητικό και η δική του σχολική ιστορία, είτε ήταν επιτυχημένη είτε όχι.
Τι είναι σχολειοποίηση;
Με τον όρο σχολειοποίηση εννοούμε τη μεταφορά πρακτικών και διδακτέας ύλης του δημοτικού στην προσχολική ηλικία, μια διαδικασία που αφαιρεί πολύ νωρίς το παιχνίδι από το βασικό κάδρο της παιδικής καθημερινότητας, δίνοντας έμφαση στην προσπάθεια πρόωρης ανάπτυξης ακαδημαϊκών δεξιοτήτων και όχι στον φυσικά αναδυόμενο γραμματισμό. Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει αυτόν τον κίνδυνο ως «schoolification». Το παιδί αναγκάζεται να μείνει καθισμένο σε μια θέση για ώρα, να συνδέσει τον ελεύθερο χρόνο του με φύλλα εργασίας και να αντιλαμβάνεται τον γονιό ως απαιτητικό δάσκαλο.
Αξίζει να σκεφτούμε ότι το παιδί, πριν φοιτήσει στο δημοτικό, μαθαίνει διαρκώς. Μαθαίνει όταν παρακολουθεί τον κόσμο γύρω του, όταν ακούει ιστορίες, όταν κάνει ερωτήσεις, όταν μετράει βότσαλα στην παραλία, όταν χωρίζει τα τουβλάκια ανά χρώμα, όταν υπογράφει μια ζωγραφιά του. Η μάθηση στην προσχολική ηλικία είναι μια σοβαρή αναπτυξιακή διαδικασία, που εξελίσσεται φυσικά και βιωματικά μέσα από το παιχνίδι – είτε μοναχικό είτε με άλλα παιδιά είτε με κάποιον φροντιστή.
Γραμματισμός και αριθμητισμός στην προσχολική εκπαίδευση
Το ελληνικό νηπιαγωγείο, με βάση το Πρόγραμμα Σπουδών για την Προσχολική Εκπαίδευση, στοχεύει στην προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη, ενώ φέρνει τα παιδιά σε επαφή με τις λέξεις, τους αριθμούς, τα φυσικά φαινόμενα, την τέχνη, τη φυσική αγωγή, την τεχνολογία και το περιβάλλον. Όχι όμως με τον τρόπο που συχνά φαντάζονται οι γονείς όταν αγοράζουν βιβλία «προετοιμασίας» για το δημοτικό.
Στη γλώσσα, στόχος δεν είναι η κατάκτηση της ανάγνωσης, αλλά η εισαγωγή των παιδιών στον κόσμο του λόγου: να ακούσουν, να αφηγηθούν, να αναγνωρίσουν ότι ο γραπτός λόγος υπάρχει παντού, να καταλάβουν ότι οι λέξεις έχουν νόημα και συγκεκριμένη χρήση, ανάλογα με τον αποδέκτη και τις περιστάσεις. Η χρήση της γλώσσας στην προσχολική ηλικία καλλιεργείται μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες και βοηθά το νήπιο να αποκτήσει εμπειρίες, να επικοινωνήσει, να γνωρίσει τον κόσμο και να κοινωνικοποιηθεί.
Στα μαθηματικά, επίσης, στόχος δεν είναι να κάνει το νήπιο «πράξεις» σαν μαθητής Β’ δημοτικού. Οι μαθηματικές έννοιες παρουσιάζονται μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο: μέσα από συμμετρίες σε έργα τέχνης, μέσα από το φυσικό περιβάλλον, μέσα από καθημερινές απλές μετρήσεις και υπολογισμούς. Άλλωστε, η απλή εμπλοκή με τους αριθμούς δεν αρκεί για την ανάπτυξη του αριθμητισμού, αν δεν συνοδεύεται από σκέψη, δράση και αναστοχασμό.
Τι γίνεται στην Α’ δημοτικού;
Και έπειτα έρχεται η πρώτη σχολική ηλικία. Εκεί αρχίζει η συστηματική διδασκαλία της ανάγνωσης, της γραφής και των μαθηματικών. Το πρόγραμμα της Νεοελληνικής Γλώσσας για το Δημοτικό αναφέρει ρητά ότι στην Α΄ δημοτικού τα παιδιά δεν γνωρίζουν ακόμη να γράφουν και να διαβάζουν, χωρίς αυτό να αποτελεί εμπόδιο για τη σχέση τους με τα βιβλία. Η πορεία ξεκινά από την παρατήρηση εικόνων, την ακρόαση παραμυθιών, μικρών ιστοριών και ποιημάτων και προχωρά σταδιακά στην ανάγνωση και στη συγγραφή μικρών κειμένων.
Στα Μαθηματικά της Α΄ δημοτικού το πρόγραμμα περιλαμβάνει τη διδασκαλία των αριθμών ως το 100, την καταμέτρηση αντικειμένων, τη σύγκριση και τη διάταξη αριθμών, καθώς και εύκολες προσθέσεις και αφαιρέσεις. Τα παραπάνω δεν είναι προαπαιτούμενα για να φοιτήσει ένα παιδί στην Α΄ δημοτικού. Το παιδί θα τα διδαχθεί κατά τη διάρκεια της πρώτης χρονιάς στο δημοτικό και θα τα εμπεδώσει σταδιακά μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο.
Αν το παιδί θέλει και μπορεί να μάθει νωρίτερα;
Εδώ χρειάζεται μια βασική διάκριση: άλλο πράγμα η ενίσχυση ενός φιλομαθούς παιδιού, που «τραβάει» και επιδιώκει το ίδιο να καλλιεργήσει επιπλέον δεξιότητες, και άλλο η ενίσχυση λόγω γονεϊκής ανασφάλειας.
Αν ένα παιδί ζητά από μόνο του να μάθει γράμματα, το ενισχύουμε. Αν ρωτάει «τι γράφει εδώ;», του απαντάμε. Αν θέλει να γράψει το όνομά του σε μια ζωγραφιά, το βοηθάμε. Αν μετράει τα κεράσια στο μπολ, μετράμε μαζί του. Αν προσπαθεί να διαβάσει πινακίδες στον δρόμο, χαιρόμαστε και καλλιεργούμε τη φιλοπεριέργεια, καθώς είναι βασικό υλικό ανάπτυξης.
Αν όμως αγοράζουμε βιβλία προγραφής για να μη «μείνει πίσω», αν διορθώνουμε συνεχώς τα γράμματά του, αν απαιτούμε να ασχοληθεί με «κάτι χρήσιμο» ενώ εκείνο βαριέται, αν το υποχρεώνουμε να κάνει πράξεις επειδή «του χρόνου θα τα βρει μπροστά του», τότε απλώς του μεταφέρουμε άγχος. Το παιδί το καταλαβαίνει. Ίσως συμμορφωθεί, ίσως αντιδράσει, ίσως πάλι πιστέψει ότι το σχολείο ταυτίζεται με πίεση και απογοήτευση.
Πώς ξεχωρίζουμε την ικανότητα του παιδιού από τη δική μας τάση προς σχολειοποίηση;
Πρώτο κριτήριο: ποιος ξεκινά. Αν ξεκινά το παιδί, είμαστε σε καλό δρόμο. Αν ξεκινά ο γονιός, θέλει προσοχή.
Δεύτερο κριτήριο: πώς συνεχίζει. Το παιδί που ενδιαφέρεται ζητά κι άλλο, επιστρέφει μόνο του, παίζει με τα γράμματα και τους αριθμούς, ρωτά, δοκιμάζει. Το παιδί που πιέζεται αποφεύγει, θυμώνει, κουράζεται, λέει «δεν μπορώ», ζητά να φύγει.
Τρίτο κριτήριο: τι γίνεται όταν κάνει λάθος. Αν το λάθος σταθεί αφορμή για παιχνίδι, όλα καλά. Αν γίνει αφορμή για διορθώσεις, σχόλια, συγκρίσεις, φωνές και αρνητικά συναισθήματα, κάτι έχει στραβώσει.
Τέταρτο κριτήριο: τι χάνει. Αν μειωθούν το ελεύθερο παιχνίδι, η κίνηση, τα παραμύθια που ζητάει να ακούσει, η ζωγραφική και η κοινωνικοποίηση, τότε χρειάζεται προσοχή και διακριτική καθοδήγηση από τον ενήλικο.
Η προσχολική ηλικία δεν χρειάζεται ακαδημαϊκή αδράνεια. Αντιθέτως, η ηρεμία των φροντιστών και ένα περιβάλλον πλούσιο σε ερεθίσματα την ευνοεί: βιβλία στο σπίτι, συζητήσεις, τραγούδια, παραμύθια, μετρήσεις στην κουζίνα, ζωγραφική, παρατήρηση απλών λέξεων και αριθμών στη βόλτα, παιχνίδια με κανόνες, παζλ, τουβλάκια. Αυτά είναι που γεννούν πραγματικά τη σχολική ετοιμότητα.
Το παιδί δεν χρειάζεται να πάει στο δημοτικό διαβάζοντας και κάνοντας πράξεις. Οι δεξιότητες που χρειάζεται να έχει χτίσει κατά την προσχολική ηλικία είναι άλλες: η φιλοπεριέργεια, η αντοχή στις ματαιώσεις, η αυτονομία και η αυτοπεποίθηση. Αν ήδη ξέρει περισσότερα, με βάση αποκλειστικά τη δική του φιλομάθεια, θα τα μεταφέρει. Αν θέλει να μάθει περισσότερα, θα του δώσουμε χώρο.
Αν όμως αρνείται ή αντιλαμβανόμαστε ότι δεν είναι ακόμα έτοιμο δεν το κυνηγάμε με φυλλάδια και βιβλία ασκήσεων μέσα στο καλοκαίρι. Η μάθηση, για να λειτουργήσει, πρέπει να αφήνει στο παιδί την αίσθηση ότι ο κόσμος είναι μεγάλος, ενδιαφέρων και ανοιχτός προς εξερεύνηση και γνώση. Το σχολείο υπάρχει για να το βοηθήσει να τον αποκωδικοποιήσει και όχι για να το εξετάσει και να το κρίνει πριν ακόμη μπει στην τάξη.


