Ο όρος γραμματισμός χρησιμοποιείται όλο και συχνότερα, περιγράφοντας ένα πεδίο ευρύτερο από εκείνο που παραδοσιακά απέδιδε ο όρος αλφαβητισμός. Δεν αφορά μόνο την ικανότητα ανάγνωσης και γραφής, αλλά και αυτές της κατανόησης, της παραγωγής λόγου και της κριτικής προσέγγισης διαφορετικών μορφών προφορικού και γραπτού λόγου, ανάλογα με το πλαίσιο και τις ανάγκες της επικοινωνίας. Σε αυτό το πεδίο εντάσσεται και ο αναδυόμενος γραμματισμός, δηλαδή η πρώιμη επαφή και εξοικείωση του παιδιού με τον γραπτό λόγο, πριν ακόμη κατακτήσει τη συμβατική ανάγνωση και γραφή.
Από πολύ νωρίς, με τον δικό τους τρόπο
Στη σύγχρονη καθημερινότητα έχουμε συνδέσει τόσο έντονα τη γλώσσα με τη γραφή, τα σύμβολα, τους κώδικες και την έντυπη ή οπτική πληροφορία, ώστε συχνά ξεχνάμε ότι είναι πάνω από όλα μέσο επικοινωνίας, συμμετοχής και σχέσης με τον κόσμο. Τη θεωρούμε μάθημα για το σχολείο και την επιβάλλουμε μάλλον ως τέτοια. Όμως, αρκεί να παρατηρήσει κανείς για λίγο ένα μικρό παιδί για να δει ότι η επαφή με τον γραπτό λόγο αρχίζει εξ απαλών ονύχων.
Φυσικά, στην αρχή τα παιδιά προσεγγίζουν την ανάγνωση και τη γραφή με τους δικούς τους όρους. Καθημερινά, έρχονται σε επαφή με λέξεις και σύμβολα, μέσα από ετικέτες, βιβλία, πινακίδες, (φευ) οθόνες και κάθε λογής γραπτά ερεθίσματα μέσα στο περιβάλλον όπου μεγαλώνουν. Όσο πιο ζωντανή και ουσιαστική είναι αυτή η επαφή, τόσο περισσότερο ενισχύονται γνωστικές δεξιότητες που συνδέονται με την κατανόηση, την επικοινωνία και αργότερα με την αποκωδικοποίηση του γραπτού λόγου.
Αναδυόμενος γραμματισμός
Αυτό το πρώτο στάδιο επαφής του παιδιού με τον γραπτό λόγο περιγράφεται ως αναδυόμενος γραμματισμός. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα σημαντικό πεδίο ανάπτυξης, καθώς θέτει τις βάσεις για μεταγενέστερες δεξιότητες ανάγνωσης, γραφής και κατανόησης. Ο αναδυόμενος γραμματισμός δεν ταυτίζεται με το πότε το παιδί θα πιάσει το μολύβι «σωστά» ή θα διαβάσει την πρώτη του λέξη. Ξεκινά μόλις το παιδί αρχίσει να αντιλαμβάνεται ότι ο γραπτός λόγος είναι φορέας νοημάτων.
Η πορεία αυτή δεν εξελίσσεται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα παιδιά, ούτε ακολουθεί μια αυστηρά γραμμική διαδρομή. Σε κάθε περίπτωση, όμως, εξαρτάται άμεσα από τα ερεθίσματα, τις εμπειρίες και τις σχέσεις που διαμορφώνονται στο περιβάλλον όπου μεγαλώνει το παιδί.
Στην πράξη, ένα μικρό παιδί μπορεί από νωρίς να:
- αναγνωρίζει το δικό του όνομα ή γνώριμες λέξεις
- ξεχωρίζει το αγαπημένο του βιβλίο ή άλλα έντυπα
- αναγνωρίζει λογότυπα, ετικέτες και οικεία σύμβολα
- μιμείται ότι διαβάζει, αφηγούμενο με τον δικό του τρόπο μια ιστορία
- ξεφυλλίζει βιβλία και καταλαβαίνει βασικά στοιχεία της μορφής τους
- μιμείται ότι γράφει ή κάνει τα πρώτα του «γραψίματα»
- βάζει σημάδια, σύμβολα ή «υπογραφές» στα πράγματά του
- κρατά «σημειώσεις» ή παριστάνει ότι γράφει κάτι σημαντικό
Οικογενειακός γραμματισμός
Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η έννοια του οικογενειακού γραμματισμού. Με τον όρο περιγράφουμε την καθημερινή συμμετοχή γονέων, παιδιών και άλλων μελών της οικογένειας σε πρακτικές που σχετίζονται με την ανάγνωση και τη γραφή. Δεν μιλάμε, βέβαια, για μάθημα μέσα στο σπίτι, αλλά για μικρές, φυσικές στιγμές της καθημερινότητας που δείχνουν στο παιδί ότι ο γραπτός λόγος έχει νόημα, χρήση και θέση στη ζωή μας.
Μέσα στην οικογένεια, τα παιδιά έρχονται σε επαφή με βασικές συμβάσεις του γραπτού λόγου πολύ πριν από την έναρξη της σχολικής φοίτησης. Παρακολουθούν τους μεγάλους να διαβάζουν, να γράφουν, να σημειώνουν, να συμβουλεύονται λίστες, να κοιτούν οδηγίες, να στέλνουν μηνύματα, να οργανώνουν την καθημερινότητα μέσα από αυθεντικές πρακτικές επικοινωνίας. Έτσι καταλαβαίνουν σταδιακά ότι ο γραπτός λόγος δεν είναι μια αφηρημένη απαίτηση, αλλά ένα εργαλείο που συνδέεται με πραγματικές ανάγκες.
Γίνεται λοιπόν σαφές ότι οι δεξιότητες γραμματισμού καλλιεργούνται από πολύ νωρίς, μέσα από τις καθημερινές εμπειρίες του παιδιού, με την οικογένεια να παίζει τον πιο καθοριστικό ρόλο. Όταν οι ενήλικοι διαβάζουν μαζί με τα παιδιά μικρά βιβλία, παρατηρούν μαζί τους πινακίδες και συσκευασίες, φτιάχνουν ετικέτες για το σπίτι, τα ενθαρρύνουν να «διαβάζουν» με τον δικό τους τρόπο και στηρίζουν τις πρώτες τους απόπειρες γραφής, ενισχύουν ουσιαστικές δεξιότητες κατανόησης, επικοινωνίας και έκφρασης. Πάνω σε αυτές τις πρώτες εμπειρίες θα στηριχθεί αργότερα η πιο συστηματική σχέση του παιδιού με την ανάγνωση και τη γραφή.


