Σήμερα, Τετάρτη 21 Ιανουαρίου 2026, η Αττική ξύπνησε με προληπτικά κλειστά σχολεία, λόγω μετεωρολογικής πρόγνωσης για έντονες βροχοπτώσεις, με την τηλεκπαίδευση να παρουσιάζεται ως αυτονόητη συνέχεια της σχολικής ημέρας. Βλέπω τη φωτογραφία την οποία επέλεξα να συνοδεύσει το κείμενο, σίγουρη ότι στην αστική Ελλάδα δεν θα δούμε ποτέ μια τέτοια εικόνα, χαρούμενων παιδιών να παίζουν στη βροχή με την κατάλληλη ενδυμασία.
Μετακύλιση ευθυνών
Αυτό που περιγράφεται ως πρόνοια είναι συχνά διαχείριση κινδύνου με φτηνά εργαλεία: σταματάμε τη λειτουργία των σχολείων, άρα η ευθύνη φεύγει από πάνω μας. Όταν οι δρόμοι πλημμυρίζουν με σχετικά συνηθισμένα φαινόμενα, όταν τα σχολικά κτίρια έχουν χρόνια ζητήματα ασφάλειας, όταν η μετακίνηση μαθητών εξαρτάται συχνά από κακοσυντηρημένα δίκτυα, η Πολιτεία επιλέγει τη λύση του κλεισίματος, επειδή αυτό φαίνεται διοικητικά ασφαλές.
Μάλιστα, σε μια μεγαλούπολη με διαλυμένες υποδομές, όπως η Αθήνα, έχει ένα επικοινωνιακό πλεονέκτημα, το οποίο προφανώς προκρίθηκε της λογικής. Η εντολή για κλειστά σχολεία λόγω βροχής προλαβαίνει την ερώτηση «γιατί δεν προλάβατε;» που θα ακουγόταν σε περίπτωση ατυχήματος, δυστυχήματος ή άλλης κακοτοπιάς.
Παιδιά, με ακούτε; Εγώ δεν σας βλέπω, εσείς με βλέπετε;
Μετά έρχεται το δεύτερο κουμπί: τηλεκπαίδευση. Ο σχετικός μηχανισμός μιλάει για άμεση ενεργοποίηση, ακόμη και όταν οι αποφάσεις κλεισίματος λαμβάνονται «οποιαδήποτε ώρα», δηλαδή χωρίς τον χρόνο που απαιτείται για να οργανωθεί μια στοιχειωδώς ισότιμη για όλους, και κυρίως παιδαγωγικά σωστή, σχολική ημέρα με μάθημα εξ αποστάσεως.
Στην πράξη, μια μέρα τηλεκπαίδευσης είναι μάθημα «στο πόδι», να ‘χαμε να λέγαμε ότι έγινε. Το αν ή το πώς κανέναν δεν ενδιαφέρει. Οι εργαζόμενοι γονείς μικρών παιδιών, που δεν μένουν ακόμα μόνα στο σπίτι, καλούνται να τετραγωνίσουν τον κύκλο, τα παιδιά μπαίνουν ΠΑΛΙ μπροστά σε οθόνες, χωρίς πραγματικό παιδαγωγικό κέρδος και οι εκπαιδευτικοί πιέζονται να καλύψουν κενά με προσωπικό εξοπλισμό. Φυσικά, καταγράφονται και σαφείς αντιδράσεις για το τι είναι υποχρεωτικό και τι όχι. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο πρόχειρα και αντιεπιστημονικά αντιμετωπίζεται η τηλεκπαίδευση ως «μία λύση για όλα».
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ΗΠΑ, ακόμη και σε πολιτείες που έχουν θεσπίσει «ευελιξία» για απομακρυσμένη διδασκαλία σε ημέρες έκτακτης ανάγκης γιατί πράγματι χρειάζεται λόγω ιδιαίτερων συνθηκών, τονίζεται ότι αυτή δεν είναι υποχρεωτική, καθώς απαιτεί σχεδιασμό, τεχνική επάρκεια και ισότητα πρόσβασης σε εκπαιδευτικούς και μαθητές.
Όταν η Πολιτεία λαμβάνει την απόφαση για κλειστά σχολεία, ας μη βαφτίζει μάθημα το 35λεπτο μπροστά σε μια κλειστή κάμερα. Αν καλά και σώνει, οι ιθύνοντες πιστεύουν με παιδαγωγικά κριτήρια ότι το μάθημα πρέπει να γίνει, ας υπάρχει ένα οργανωμένο, ασύγχρονο πακέτο μιας ή δύο ημερών, που θα περιλαμβάνει αναγνώσεις, παιγνιώδεις δράσεις, ανάλογα με την ηλικία, και παρατήρηση του καιρού και του νερού στη γειτονιά, για να κατανοήσουν τον μηχανισμό. Τα παραπάνω δεν απαιτούν διαδικτυακή σύνδεση. Απαιτούν, όμως, μια στοιχειώδη βούληση και οργάνωση, που δεν υπάρχει.
Η φύση ως φόβητρο και όχι ως διέξοδος
Ας εξετάσουμε και μια άλλη οπτική, ένα θέμα που δεν συζητάμε αρκετά. Το κρυφό μάθημα που δίνουμε στα παιδιά για τη φύση. Όταν μια βροχόπτωση αναστέλλει τη λειτουργία, το παιδί δεν μαθαίνει να προσαρμόζεται, αντιθέτως φοβάται ότι η καθημερινότητα είναι εύθραυστη, ότι το φυσικό περιβάλλον είναι απειλή. Δεν υπάρχει εκπαίδευση, προετοιμασία και διασκέδαση, αλλά μόνο ακύρωση και απαγόρευση.
Η παραπάνω πραγματικότητα χτίζει στα παιδιά αρνητική στάση ζωής απέναντι στη φύση. Το «διαχειρίσιμο», που περιλαμβάνει και το παιχνίδι, γίνεται «απαγορευμένο». Σε μια εποχή κλιματικής αστάθειας, το οικολογικό άγχος των νέων γενιών αυξάνεται – στην περίπτωσή μας χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. Βρέχει. Απλώς βρέχει. Γενάρη μήνα. Ποιο το πρόβλημα; Θα λυθεί αμέσως και το «πρόβλημα της λειψυδρίας», το οποίο υποτίθεται ότι αντιμετωπίζει η χώρα.
Στην Ελλάδα η βροχή δεν φοβίζει μόνο την Πολιτεία, μα και πολλούς γονείς. Το παιδί «θα κρυώσει», «θα την αρπάξει», «θα αρρωστήσει». Το κρύωμα, αγαπημένοι γονείς, δεν έρχεται από το νερό, αλλά από ιούς. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι να μη μένει το παιδί με βρεγμένα ρούχα, αλλά να έχει μια ζεστή αλλαξιά μετά το παιχνίδι, όχι να κλείνεται σπίτι με την πρώτη μπόρα. Μαζί με το κλείσιμο των σχολείων, περνάει το μήνυμα ότι η βροχή είναι κάτι από το οποίο πρέπει να κρυφτούμε. Ότι η φύση είναι «εχθρός» και ότι η «κανονικότητα» επιτυγχάνεται μόνο όταν όλα είναι στεγνά και ελεγχόμενα.
Δεν κινούμαι με βάση το επιχείρημα «μα αλλού τα σχολεία ανοίγουν με χειρότερο καιρό», γιατί οι συγκρίσεις δεν γίνονται επί ίσοις όροις. Παρ’ όλα αυτά, αξίζει να δούμε αυτή τη λογική. Σε ευρωπαϊκές χώρες, όπου οι χειμώνες είναι σταθερά βαρείς, τα σχολεία παραμένουν ανοιχτά στις κακοκαιρίες, και κλείνουν σπάνια, όταν ο κίνδυνος πράγματι είναι μεγάλος και δύσκολα διαχειρίσιμος. Τα παιδιά δεν «μένουν μέσα επειδή βρέχει». Προσαρμόζεται: αδιάβροχο, γαλότσες, κουκούλα, ομπρέλα και… έξω.
Αν το ζητούμενο είναι η ασφάλεια, η λύση δεν μπορεί να είναι μόνο «κλείσε και συνδέσου». Για κλειστά σχολεία, χρειάζονται τρία πράγματα – εκτός από μια ουσιαστική κακοκαιρία, που μάλλον κακώς θεωρώ δεδομένη:
- Πρώτον, σαφή κριτήρια κλεισίματος, με διαφάνεια και όχι με αίσθηση πανικού.
- Δεύτερον, πλήρης μέριμνα για τους εργαζόμενους γονείς όταν η Πολιτεία αποφασίζει ότι τα παιδιά δεν μπορούν να πάνε σχολείο. Η απόφαση κλεισίματος παρουσιάζεται ως μέτρο προστασίας, αλλά χωρίς παράλληλη μέριμνα για άδεια ή έστω οργανωμένη φύλαξη. Έτσι, το ποιος θα μείνει με το παιδί στο σπίτι μετατρέπεται σε ιδιωτικό πρόβλημα της οικογένειας.
- Τρίτον, παραδοχή ότι μια μέρα σύγχρονης τηλεκπαίδευσης δεν σώζει τη μαθησιακή διαδικασία. Πιο έντιμο και πιο χρήσιμο είναι ένα οργανωμένο ασύγχρονο πλαίσιο: ανάγνωση, γραπτές ασκήσεις, μικρά πρότζεκτ, οδηγίες που δεν απαιτούν οθόνη και δεν μετατρέπουν το σπίτι σε τάξη-καραντίνα. Ή και το τίποτα. Μιλάμε για μία μόνο μέρα.
Παιχνίδια στη βροχή
Για να μη μένει η βροχή στο επίπεδο του φόβου, δείτε απλά ασφαλή παιχνίδια στη βροχή, με κανόνα ότι μετά τα παιδιά θα αλλάξουν αμέσως ρούχα και κάλτσες:
-
«Κυνήγι ήχων» κάτω από υπόστεγο/μπαλκόνι. Τα παιδιά ακούν πώς αλλάζει ο ήχος της βροχής, ανάλογα με το πού πέφτει σε τέντα, σε χώμα, σε νερό.
-
«Βαρκούλες από φύλλα». Τα παιδιά ρίχνουν φύλλα ή μικρά κλαδάκια σε ένα ρείθρο ή σε μια ρηχή λακκούβα, πάντα μακριά από δρόμο και με επίβλεψη, και παρακολουθούν τη διαδρομή τους.
-
«Χάρτης από λακκούβες». Τα παιδιά εντοπίζουν τρεις διαφορετικές λακκούβες και παρατηρούν τις διαφορές τους: βάθος, χρώμα νερού, τι επιπλέει στην καθεμιά.
Αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη βροχή σαν γεγονός που «παγώνει» τη ζωή και όχι ως φυσικό φαινόμενο που μάλλον προσφέρει παρά καταστρέφει, αν συνεχίσουμε να κλείνουμε τα παιδιά στο σπίτι σε κάθε καιρική δυσκολία, αντί να τα μαθαίνουμε να ντύνονται σωστά και να προσέχουν, θα μεγαλώσουμε ανθρώπους που δεν εμπιστεύονται τον κόσμο έξω από το σπίτι. Αυτό ίσως είναι το βαρύτερο κόστος· όχι μια χαμένη σχολική μέρα.


