Οικογενειακή αγκαλιά – γλώσσα επικοινωνίας γονείς παιδιά αγκαλίτσα

Αγκαλιά: Η πρώτη και παντοτινή μας γλώσσα επικοινωνίας

Highlights

  • Η αγκαλιά είναι η πρώτη μορφή επικοινωνίας ανάμεσα στο βρέφος και τον φροντιστή. Πριν από τις λέξεις, υπάρχει επαφή.
  • Σωματική επαφή = συναισθηματική ασφάλεια . Η αγκαλιά ρυθμίζει το άγχος, τονώνει τη σύνδεση και ενισχύει την εμπιστοσύνη.
  • Μαθαίνουμε τα όριά μας μέσα από την αγκαλιά – όταν είναι ελεύθερη, όχι επιβεβλημένη, διδάσκει συναίνεση και σεβασμό στο σώμα.
  • Η αγκαλιά διατηρεί τη δύναμή της σε όλες τις ηλικίες – είναι μέσο κατανόησης, ενθάρρυνσης και τρυφερότητας και για τους ενήλικες.
  • Η σταθερή, αυθεντική επαφή διαμορφώνει ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς – τόσο στις οικογενειακές σχέσεις όσο και στις συντροφικές.

Όλα αρχίζουν από την επαφή. Πριν από τις λέξεις, πριν από τις εικόνες, πριν από τις εξηγήσεις, υπάρχει το σώμα. Το βρέφος «μαθαίνει» τον κόσμο με το δέρμα του. Η αφή, μέσα στην αγκαλιά, στην αγκαλίτσα, είναι το πρώτο του εργαλείο προσανατολισμού και κυριαρχεί στη βρεφική ηλικία έως ότου να υπερισχύσουν οι κινητικές και γνωστικές δεξιότητες. Είναι ο τρόπος με τον οποίο παίρνει το μήνυμα ότι είναι ασφαλές και κάποιοι το φροντίζουν. Έχετε, άραγε, φανταστεί πόσο σπουδαία είναι τα οφέλη της μητρικής και της πατρικής αγκαλιάς στη μελλοντική ψυχολογική ανάπτυξη των παιδιών;

Αγκαλιά σαν εξωτερική μήτρα

Πριν από τη γέννηση, το έμβρυο κινείται μέσα σε ένα περιβάλλον που το περιβάλλει, το περιορίζει και ταυτόχρονα το στηρίζει. Μετά τη γέννηση, το σώμα χάνει αυτή τη σταθερή αίσθηση και αναζητά ένα αντίστοιχο βίωμα ασφάλειας στην αγκαλιά των φροντιστών του, ως βιολογική ανάγκη ρύθμισης.

Η αγκαλιά λειτουργεί και ως γλώσσα. Το μωρό δεν έχει ακόμη τρόπο να εκφράσει με λέξεις τι χρειάζεται, αλλά το σώμα του μας το δείχνει. Πείνα, δυσφορία, φόβος, υπερένταση, κούραση, μα και χαρά, ενθουσιασμός, γαλήνη. Καθώς ο ενήλικος απαντά με συνέπεια, το παιδί αρχίζει να αποκτά μια βασική αίσθηση εαυτού. Σταδιακά, αρχίζει να ξεχωρίζει το «εγώ» από το «εσύ», μαθαίνοντας ταυτόχρονα ότι οι ανάγκες του ικανοποιούνται, καθώς υπάρχει κάποιος που το καταλαβαίνει και του ανταποκρίνεται.

Σύμφωνα με τη βιβλιογραφία, η αγκαλιά:

  • Ηρεμεί, μειώνοντας το άγχος και το στρες.
  • Δείχνει συναισθηματικό δέσιμο, νοιάξιμο, αποδοχή, ζεστασιά και αγάπη.
  • Μειώνει το αίσθημα του φόβου και της μοναξιάς.
  • Παράγει ασφάλεια και σιγουριά και συντείνει στην ανάπτυξη θετικών συναισθημάτων.
  • Βοηθάει στη νοητική ανάπτυξη του παιδιού, καθώς επίσης στην ψυχική και σωματική του υγεία.

Αγκαλιά και υγεία: Φύση, όχι μαγεία

Η σωματική επαφή δεν ηρεμεί απλώς. Ενεργοποιεί μηχανισμούς στον οργανισμό που σχετίζονται με τη μείωση του στρες και την αίσθηση σύνδεσης. Όταν αγκαλιάζεις ή όταν σε αγκαλιάζουν, ο εγκέφαλος εκκρίνει ουσίες, όπως η κορτιζόλη, που συνδέονται με τον δεσμό, την εμπιστοσύνη και την κοινωνική εγγύτητα.

Παράλληλα, μια αγκαλιά χαμηλώνει την ένταση του άγχους, τον καρδιακό ρυθμό και την αρτηριακή πίεση, ενώ έχει θετικές επιδράσεις στην ανοσολογική άμυνα του οργανισμού. Ακόμα ένα βήμα παραπέρα, έρευνες έχουν δείξει ότι το ανθρώπινο άγγιγμα αυξάνει το προσδόκιμο επιβίωσης, αφού έχει την προαναφερθείσα ευεργετική επίδραση στο σώμα, στο μυαλό και στην ψυχή.

Η αγκαλιά χαρακτηρίζεται συχνά μαγική, αλλά δεν είναι μαγική. Αντιθέτως, είναι ένας εντελώς φυσικός τρόπος ρύθμισης μέσα από το σχετίζεσθαι, απλός και συνήθως εύκολα διαθέσιμος. Ένα παιδί που ζει σε συνθήκες ηρεμίας και ασφάλειας, χτίζει ευκολότερα δεξιότητες συναισθηματικής και σωματικής αυτορρύθμισης. Αυτό καθρεφτίζεται στο πώς αντέχει την απογοήτευση, στο πώς επιστρέφει στην ισορροπία μετά από ένταση, το πώς εμπιστεύεται.

Αναμφισβήτητα, η αγκαλιά χτίζει ώριμους συναισθηματικά χαρακτήρες. Τα παιδιά που μεγαλώνουν με αγκαλιές σε υγιές πλαίσιο παρουσιάζουν στην κοινωνική και εκπαιδευτική τους καθημερινότητα λιγότερη επιθετικότητα, μεγαλύτερη διάθεση συνεργασίας και συμμετοχής και καλύτερη απόδοση στις ακαδημαϊκές τους υποχρεώσεις. Ταυτόχρονα αισθάνονται προστατευμένα, ασφαλή και ελεύθερα. Η τελευταία συνθήκη είναι αυτή που τρέφει την πρώτη.

Αγκαλιά, αυτοεκτίμηση και σχέσεις

Μέσα στην αγκαλιά, το παιδί αισθάνεται σημαντικό. Αυτή η εμπειρία, όταν προσφέρεται σταθερά, γίνεται η βάση για να τολμήσει σταδιακά να απομακρυνθεί από τη φωλιά της. Να εξερευνήσει, να παίξει, να κάνει σχέσεις. Θα φοβάται, αλλά θα τολμάει, επειδή ξέρει ότι μπορεί να επιστρέψει ανά πάσα στιγμή στο ασφαλές του καταφύγιο.

Η αγκαλιά είναι, επίσης, παρηγοριά, επιβεβαίωση, ενθάρρυνση, σύνδεση. Μπορεί να ξεκινά ως χάδι στην πλάτη ενός βρέφους που κλαίει και να εξελίσσεται σε ένα σφιχτό κράτημα σε μια δύσκολη στιγμή ή σε ένα απαλό άγγιγμα που δηλώνει παρουσία και πρόθεση φροντίδας. (π.χ. ένα παιδί που ηρεμεί στην αγκαλιά μετά από ξέσπασμα). Όποια μορφή και αν πάρει, η αγκαλιά λειτουργεί θεραπευτικά.

Και αυτό δεν αφορά μόνο τη σχέση γονιού-παιδιού. Η σωματική εγγύτητα, όταν είναι κοινώς αποδεκτή και ασφαλής, ενισχύει τη μη λεκτική επικοινωνία ανάμεσα στο ζευγάρι και κάνει ευκολότερη τη συνολική υγιή σύνδεση μέσα στην οικογένεια. Μέσα από την αγκαλιά, μαθαίνουμε να «διαβάζουμε» ο ένας σύντροφος τον άλλον. Να καταλαβαίνουμε αν είναι κουρασμένος, πότε δεν αντέχει άλλο, πότε χρειάζεται χώρο ή χάδια.

Όρια, επιλογή και συναίνεση

Στο σημείο αυτό, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι η αγκαλιά δεν είναι υποχρέωση. Δεν έχουν όλα τα παιδιά τις ίδιες ανάγκες. Δεν θέλουν όλα την ίδια στιγμή ούτε την κάθε στιγμή. Άλλα θέλουν σφιχτές, άλλα μαλακές. Ορισμένα αναζητούν συχνή επαφή, άλλα τη θέλουν λιγότερο ή με συγκεκριμένο τρόπο. Υπάρχουν, ακόμα, παιδιά που σε περιόδους στρες αποφεύγουν την αγκαλιά, επειδή υπερφορτώνονται εύκολα από την ένταση της επαφής.

Αν ο ενήλικος «πιέζει» για αγκαλιά για να καθησυχάσει δικούς του φόβους ή για να κάνει αυτό που «πρέπει», το παιδί χάνει το δικαίωμα να ορίζει το σώμα του. Η πιο ουσιαστική αγκαλιά, συμβολική, σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ο σεβασμός. Ρωτάμε, περιμένουμε, δίνουμε επιλογές και σίγουρα δεν φορτώνουμε με ενοχές τύπου έλα να κάνεις μιαν αγκαλίτσα στη μανούλα, να μη στενοχωριέται.

Το ίδιο ισχύει και για τους γονείς. Δεν εκφράζουν όλοι την τρυφερότητα με τον ίδιο τρόπο. Κάποιοι μεγάλωσαν σε σπίτια όπου η αγάπη έβγαινε μέσω παιχνιδιού, χιούμορ, φροντίδας και πρακτικής παρουσίας, με αγκαλιές στο επίκεντρο.

Άλλοι πάλι μπορεί να μην είναι εξοικειωμένοι με τη σωματική επαφή, την τρυφερότητα και τη θετικότητα στο σπίτι λόγω της ανατροφής τους, και να χρειάζονται χρόνο προσαρμογής μέχρι να εμπιστευτούν να αγκαλιάσουν, ακόμα και το ίδιο το παιδί τους. Ας μην ξεχνάμε ότι η οικογενειακή συνθήκη που μαθαίνουμε ως παιδιά, μεταφέρεται στις ενήλικες σχέσεις μας, συχνά κεκαλυμμένα.

Αντί να φορτωθεί ο ενήλικος που δυσκολεύεται να αγκαλιάσει με «πρέπει» και ενοχές, είναι πιο χρήσιμο να αναζητήσει έναν διαφορετικό τρόπο έκφρασης, αληθινό και σταθερό. Το παιδί χρειάζεται συνέπεια και ζεστασιά. Η σκηνοθετημένη τρυφερότητα γίνεται αντιληπτή ασυνείδητα, και το μπερδεύει.

Κάτι τελευταίο, μα ιδιαίτερα σημαντικό: Αν αφουγκραζόμαστε τις ανάγκες του παιδιού, ανάλογα με την ηλικία, την ιδιοσυγκρασία και εν γένει τη φάση που βρίσκεται ανά πάσα στιγμή, του μαθαίνουμε ότι το σώμα του έχει όρια που αξίζουν σεβασμό και θεμελιώνουμε την έννοια της συναίνεσης εξ απαλών ονύχων.

Το παιδί μαθαίνει να ζητά επαφή και αγκαλιά όταν τη θέλει και σίγουρα όχι όταν το θέλει μόνο ο άλλος. Μαθαίνει, λοιπόν, να λέει «όχι». Μαθαίνει τα όριά του. Με απλά λόγια, η αγκαλιά κάνει καλό, αλλά μόνο όταν είναι ελεύθερη. Την επόμενη φορά που το παιδί μας θα ζητήσει αγκαλίτσα – ή θα την αποφύγει – ας θυμηθούμε ότι μιλάει το σώμα του και ας το ακούσουμε.

Image by senivpetro on Freepik

Scroll to Top