επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι Νικολέτα Καπίλλα εφηβική λογοτεχνία

Επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι: Έμφυλη βία στην εφηβεία

Στην εφηβική λογοτεχνία συναντάμε βιβλία που προσεγγίζουν ακροθιγώς –ή δεν ακουμπούν καθόλου– δύσκολα θέματα, για να είναι πιο εύπεπτα (για τους γονείς). Όμως, έτσι δεν αγγίζουν την αληθινή εφηβεία, με τα αληθινά προβλήματά της, συνήθως αθέατα και άρρητα. Ευτυχώς, υπάρχουν βιβλία που μπαίνουν κατευθείαν στην ουσία της ιδιαίτερης αυτής περιόδου στη ζωή του ανθρώπου, χωρίς να αυτολογοκρίνονται. Η συλλογή ιστοριών Επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι, που έγραψε η Νικολέτα Καπίλλα, ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία: είναι γραμμένη με θυμό, επίγνωση και με πολύ καθαρή πρόθεση να δείξει τι σημαίνει να μεγαλώνει ένα κορίτσι μέσα σε μια κοινωνία που θεωρεί το σώμα του, τη φήμη του και τη ζωή του διαθέσιμα σε άλλους – κυρίως άντρες, μα όχι μόνο.

Οι οκτώ ιστορίες («Τρίχες», «Η φωτογραφία», «Πες της να φύγει», «Ιδιαίτερα μαθήματα», «Η σκατά φίλη», «Μια φυσιολογική ζωή», «Ειρήνη», «BONUS TRACK. Αυτός φταίει») δεν λειτουργούν ως μεμονωμένα επεισόδια γύρω από την «έμφυλη βία», αλλά συνθέτουν ένα ενιαίο σύμπαν: τα ίδια ονόματα, οι ίδιες γειτονιές, τα ίδια σχολεία, οι ίδιοι θύτες, θύματα και θεατές επανέρχονται από κείμενο σε κείμενο, αλλάζοντας συχνά ρόλους, παρακολουθώντας τις ιστορίες τους να τέμνονται με ιστορίες άλλων συνομηλίκων τους, συχνά με απροσδόκητους τρόπους. Μετά την ολοκλήρωση της ανάγνωσης, δεν μένει η εντύπωση μιας συλλογής αυτόνομων διηγημάτων με κοινή θεματική, αλλά η αίσθηση ενός ολόκληρου κόσμου, μυθιστορηματικού και συνάμα αληθινού, όπου τα κορίτσια ζουν διαρκώς σε μια κατάσταση συναγερμού.

Ο τρόπος που πλέκονται οι ιστορίες, η αίσθηση ότι τα κορίτσια και τα αγόρια κινούνται στο ίδιο σκηνικό και κουβαλούν τα ίχνη τους από το ένα κείμενο στο άλλο, δημιουργεί ένα γερό λογοτεχνικό σύμπαν. Η γλώσσα είναι απλή, προφορική, κοντά στους κώδικες των εφήβων αλλά χωρίς επιτήδευση. Εκεί που η συγγραφέας αναδεικνύει τη μαεστρία της είναι στο ότι δεν γλιστρά ούτε στιγμή σε μελοδραματισμούς, μολονότι τα κείμενα είναι γεμάτα έντονα συναισθήματα.

Το γυναικείο σώμα ως ιδιοκτησία άλλων

Κομβικός άξονας είναι το σώμα. Το σώμα του κοριτσιού δεν εμφανίζεται ποτέ ως αυτονόητη, αδιαμφισβήτητη ιδιοκτησία της. Στον πρωταθλητισμό, το μετρά η ζυγαριά της προπονήτριας· στο σπίτι, το κουμαντάρει το ψαλίδι του πατέρα και η εμμονή της μητέρας· στις προσωπικές στιγμές, το διεκδικεί ο «ερωτευμένος» σύντροφος· στο μάθημα, το αγγίζει ο «χαρισματικός» καθηγητής· στο κινητό, γίνεται αρχείο προς διακίνηση· στο σχολείο γίνεται αντικείμενο κοροϊδίας· στην περιπέτεια, ασπίδα προστασίας του ανδρικού σώματος. Κάθε ιστορία φωτίζει άλλη πτυχή του ίδιου μηχανισμού: το σώμα ως πεδίο ελέγχου, ως απόδειξη αξίας, ως εμπράγματη απόδειξη «αγάπης», ως τεκμήριο προς χρήση από τρίτους. Το σώμα που φτάνει συχνά στο σημείο να μη θέλει να υπάρχει.

Στις «Τρίχες», ο εμμονικός πατέρας που κουρεύει ξανά και ξανά τη Νίκη «για το καλό της», αντιπροσωπεύει μια άλλη, πιο οικεία μορφή βίας: την βία που φορά τον μανδύα της οικογενειακής φροντίδας. Στην παραγματικότητα, είναι καθαρός έλεγχος. Τα μαλλιά της Νίκης γίνονται πεδίο αντιπαράθεσης ανάμεσα στην επιθυμία της να σταθεί ως κορίτσι που θέλει να αρέσει, να υπάρξει, να δοκιμάσει τη θηλυκότητά της, και στην πατρική ανάγκη να ελέγξει, να προλάβει, να προστατεύσει όπως εκείνος καταλαβαίνει, να έχει τον αποκλειστικό λόγο. Η φράση «όταν γίνεις δεκαοκτώ ή μάλλον όταν σταματήσω να σε τρέφω εγώ» συνοψίζει τη βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι μέχρι την ενηλικίωση και τη χειραφέτηση, το σώμα του παιδιού δεν του ανήκει πραγματικά.

Η ψηφιακή διαπόμπευση ως νέα «πλατεία»

«Η φωτογραφία» μεταφέρει την ίδια λογική ελέγχου στην οθόνη του κινητού. Η Στέλλα δεν πέφτει θύμα κάποιου «επικίνδυνου άγνωστου» στο διαδίκτυο. Εκβιάζεται συναισθηματικά από το αγόρι της. Η κλιμάκωση από την τρυφερότητα στον εκβιασμό αποτυπώνεται με τρομακτική ακρίβεια. Το κορίτσι δεν είναι «αφελές», δεν είναι «προκλητικό». Είναι μια άριστη μαθήτρια, παγιδευμένη στη σύγχρονη πατριαρχική σύμβαση που θέλει την απόδειξη οικειότητας να περνά μέσα από μια γυμνή εικόνα, που μένει για πάντα στο ψηφιακό τοπίο ως τεκμήριο ενοχής όχι του εκβιαστή αλλά του εκβιαζόμενου.

Όταν η φωτογραφία αρχίζει να κυκλοφορεί, το σχολείο γίνεται μια σύγχρονη αρένα διαπόμπευσης. Τα βλέμματα, τα μηνύματα, τα πνιχτά γέλια, τα κινητά που σηκώνονται στα διαλείμματα, οι έφηβοι που όλοι μαζί μεταμορφώνονται σε τέρατα. Η ηρωίδα καταρρέει. Το διήγημα δεν προσφέρει εύκολη παρηγοριά. Καταγράφει την αίσθηση ότι η ζωή της τελείωσε, ότι δεν υπάρχει χώρος να σταθεί πουθενά χωρίς να κουβαλά πάνω της το ψηφιακό της «στίγμα», που προήλθε από το revenge porn. Όμως, η συγγραφέας δεν αφήνει την παραμικρή σκιά υποψίας πως η ευθύνη ανήκει στο κορίτσι. Αντιθέτως, καταδικάζει με την πένα της την αγελαία συμπεριφορά.

Η εξουσία του «καλού καθηγητή»

Τα «Ιδιαίτερα μαθήματα» αγγίζουν ένα θέμα που σπανίως θίγεται στην εφηβική λογοτεχνία: την σεξουαλική παρενόχληση από «καλό» και δημοφιλή εκπαιδευτικό, ένα αρσενικό με εξουσία. Ο κύριος Άρης θεωρείται ο πλέον κατάλληλος για να αναλάβει τη Βανέσα στα μαθηματικά. Έχει συστάσεις και φέρνει αποτελέσματα στις εξετάσεις. Αυτό ακριβώς τον καθιστά σχεδόν άτρωτο. Όταν η ηρωίδα αρχίζει να νιώθει ότι τα αγγίγματα δεν είναι πια συμπτωματικά, όταν η μυρωδιά της κολόνιας τον καθιστά απειλητικό και όχι πρόσωπο εμπιστοσύνης, φοβάται πως φταίει και ντρέπεται. Όπως την έχει μάθει η κοινωνία να κάνει..

Όταν εξομολογείται στη μητέρα της την παρενόχληση, εκείνη δεν την πιστεύει – όχι επειδή δεν αγαπά την κόρη της, αλλά επειδή η κοινωνική εικόνα του «καλού καθηγητή» υπερισχύει. Χρειάζονται κι άλλες ιστορίες, κι άλλες μαρτυρίες, για να πειστεί και να ζητήσει συγχώρεση. Είναι σπάνιο να αποτυπώνεται τόσο καθαρά η συνενοχή ενός συστήματος που προστατεύει τον «πολύτιμο» άντρα-επαγγελματία εις βάρος των κοριτσιών που θυσιάζονται στον βωμό της επιτυχίας.

Εδώ η κατάληξη είναι μάλλον πιο «καθαρή» από ό,τι συμβαίνει συνήθως στην πραγματική ζωή: οι καταγγελίες πολλαπλασιάζονται, ο θύτης εκτίθεται και τον αναλαμβάνει η Δικαιοσύνη. Αυτή η σχετική «δικαίωση» είναι απαραίτητη σε ένα βιβλίο που απευθύνεται και σε εφήβους. Δείχνει ότι η αποκάλυψη έχει νόημα, χωρίς να υποτιμά τη δυσκολία της, εξαιτίας στρεβλών πεποιθήσεων των ενηλίκων.

Οικιακή βία και η σιωπή των διπλανών

Με τις ιστορίες «Πες της να φύγει» και «Η σκατά φίλη», η Νικολέτα Καπίλλα στρέφει την προσοχή μας σε ενήλικους άντρες που δέρνουν, ελέγχουν, τρομοκρατούν, και για τις γυναίκες της ζωής τους, συντρόφους και κόρες, που είτε βρίσκονται σε άρνηση είτε προσπαθούν να επιβιώσουν όπως όπως και δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια.

Η Λένα μεγαλώνει μέσα στον τρόμο. Ο Πέτρος (αρνείται να τον πει μπαμπά) χτυπά τη μητέρα της, χτυπά και την ίδια. Τελικά, γλιτώνουν, αλλά τα τραύματα δεν κλείνουν. Χρόνια αργότερα, η έφηβη πια κοπέλα που δεν γιορτάζει γενέθλια βλέπει στο απέναντι διαμέρισμα να αναπαράγεται μια νέα ιστορία κακοποίησης. Οι γείτονες ακούνε, καταλαβαίνουν, μα φοβούνται να παρέμβουν.

Η μητέρα της, που ξέρει από πρώτο χέρι τι σημαίνει να ζεις με έναν βίαιο άντρα, διστάζει να βοηθήσει τη γειτόνισσα, τη Μαρία. Η σκηνή με το ασθενοφόρο και τον κακοποιητή που θρηνεί συμπυκνώνει την υποκρισία. Μπροστά στους τρίτους, ο θύτης είναι «συντετριμμένος», το περιβάλλον τον παρηγορεί, και το θύμα δεν μπορεί να βγει από τον φαύλο κύκλο, καθώς είτε αισθάνεται ότι δεν θα γίνει πιστευτό είτε γιατί πράγματι δεν γίνεται πιστευτό.

Στη «Σκατά φίλη», ο φακός μετακινείται προς την οξυδερκή Σάντρα. Σε αντίθεση με τη μαμά της Λένας, εκείνη προοειδοποιεί τη φίλη της, τη Μαρία, για τον σύντροφό της, μα εκείνη την κατηγορεί πως ζηλεύει και τη βρίζει. Ξεκόβουν. Ένα βράδυ, η Σάντρα βιάζεται και αναγνωρίζει τον βιαστή της. Η διαδρομή της στο αστυνομικό τμήμα και στο νοσοκομείο καταγράφει το δεύτερο επίπεδο βίας που δέχονται οι κακοποιημένες γυναίκες: τις ερωτήσεις, την αμφισβήτηση από το βλέμμα ανδρών φερόντων εξουσία. Μήπως έφταιγε εκείνη; Τι φορούσε; Γιατί περπατούσε σε ένα σοκάκι; Η Σάντρα υπόκειται διαρκείς βιασμούς, μέχρι που η μοίρα φέρνει τον κακοποιητή της στον δρόμο της και εκείνη σε θέση ισχύος…

Στη «Μια φυσιολογική ζωή», η ρυθμική γυμναστική, τα κορμάκια, οι προπονήσεις, η αφαγία και τα κιλά, ή μάλλον τα γραμμάρια, είναι ένας ολόκληρος μηχανισμός ελέγχου μιας καθόλου φυσιολογικής ζωής μιας έφηβης. Η Χριστίνα ζει για να χωράει σε ένα νούμερο, σε ένα πρόγραμμα, σε ένα όνειρο που δεν είναι δικό της. Οι Ολυμπιακοί Αγώνες στοιχειώνουν την δυστυχή καθημερινότητά της και θέλει να αλλάξει ζωή. Να κάνει ό,τι και οι φίλες της. Να πηγαίνει σε πάρτι, να βρει αγόρι, να πιει μια γουλιά αλκοόλ.

Η μητέρα, «στρατηγός» του σχεδίου, διαβάζει το σώμα της κόρης σαν αθλητικό παλμαρέ: κάθε γραμμάριο, μια πιθανότητα επιτυχίας ή αποτυχίας. Ο πατέρας μοιάζει σαν να μην μπορεί να προστατεύσει την κόρη του από την πρώην γυναίκα του. Μια σειρά από ατυχή γεγονότα αποκαλύπτουν ότι η έφηβη πονάει όχι μόνο σωματικά, αλλά και ψυχικά, για το όνειρο μιας άλλης έφηβης που δεν πραγματώθηκε – της μητέρας. Η εικόνα είναι σκληρή και δυστυχώς αναγνωρίσιμη σε μια εποχή που ο πρωταθλητισμός, πλαισιωμένος από λέξεις όπως «ευκαιρία», «ταλέντο», «θυσία», συχνά βλάπτει τα ανήλικα σώματα, χωρίς τη συναίνεσή τους. Και σε μια εποχή που ακόμα οι γονείς προβάλλουμε στα παιδιά μας τις δικές μας ματαιώσεις.

Μπούλινγκ, μισαναπηρία και φιλία

Η «Ειρήνη» φωτίζει τον σχολικό εκφοβισμό, αλλά και τη στάση της κοινωνίας απέναντι στην αναπηρία. Η Άννα, ένα κορίτσι με πρόβλημα ακοής και κοχλιακό εμφύτευμα, γίνεται (ξαφνικά, στην εφηβεία) βολικός στόχος: είναι πλάσμα «διαφορετικό», άρα ευάλωτο. Οι ταπεινώσεις, οι απειλές, οι εκβιασμοί μιας συμμαθήτριάς της, με πέτρα του σκανδάλου ένα ανίδεο αγόρι, παρουσιάζονται όχι ως μεμονωμένο περιστατικό, αλλά ως καθημερινή πραγματικότητα μιας σχολικής τάξης που ανέχεται τον εκφοβισμό προς το διαφορετικό ως μέρος του εφηβικού παιχνιδιού.

Την ίδια στιγμή, η ιστορία καταγράφει με ειλικρίνεια την εσωτερική ντροπή του θύματος όχι μόνο για όσα υφίσταται, αλλά και για το ότι δεν αντιδρά στην πρωτόγνωρη κακοποίηση που βιώνει. Η συγγραφέας ρίχνει, τέλος, μια τρυφερή ματιά στη θύτρια, μετά την αναγνώριση του λάθους της, γιατί είναι το θύμα σε μιαν άλλη κατάσταση. Κάθε παραβατική συμπεριφορά από κάπου πηγάζει, ας μην το ξεχνάμε. Και σε αυτή την ιστορία, η φιλία και η γυναικεία αλληλεγγύη έχουν κεντρικό ρόλο.

Η φαντασίωση οριστικής απονομής δικαιοσύνης ως κάθαρση

Στο «Αυτός φταίει», το BONUS TRACK της συλλογής, η Καπίλλα επιλέγει να δοκιμάσει άλλο ύφος, φλερτάροντας με τον γοτθικό τρόμο. Ένα εγκαταλελειμμένο ξενοδοχείο, ένα στοιχειωμένο δωμάτιο, η φωνή μιας νεκρής γυναίκας, μια παλιά ιστορία γυναικοκτονίας, ένα φάντασμα που ζητά δικαίωση. Και ένας φόνος.

Ένας τύπος βίαιος, κτητικός, απαξιωτικός, συμπληρώνει τα κομμάτια του παζλ των σκοτεινών ανδρών που παρελαύνουν στο βιβλίο: είναι ο άντρας που κακοποιεί ψυχολογικά, καταπιέζει και εξευτελίζει τη σύντροφό του, Είναι ο άντρας που απειλεί με φυσική βία και απαξιώνει την ύπαρξη της γυναίκας δίπλα του. Η Ρίτα βρίσκεται παγιδευμένη μέσα στη σχέση, γεμάτη φόβο και ενοχή. Εκείνος τη σέρνει ένα βράδυ στις ερημιές, προς αναζήτηση ενός θησαυρού.

Το κλείσιμο του διηγήματος λειτουργεί ως φαντασίωση οριστικής απονομής δικαιοσύνης. Ακριβώς στο τέλος, ταυτόχρονα και τέλος του βιβλίου, η αφήγηση γυρίζει. Ο τίτλος «Αυτός φταίει» λειτουργεί ως αντιστροφή του διαρκούς κοινωνικού θορύβου «κάτι έκανε κι αυτή. Σίγουρα θα έφταιγε». Η λογοτεχνία, εδώ, παίρνει μια ελευθερία που σπάνια προσφέρει η πραγματική ζωή. Οι τελευταίες αράδες είναι ανοιχτές προς ερμηνεία!

Η επιλογή της εσωτερικής εστίασης – μένουμε σχεδόν πάντα μέσα στο κεφάλι της έφηβης – εντίνει τα συναισθήματα που γεννάει η πλοκή. Οι ηρωίδες δεν είναι απλώς παραιτημένα θύματα. Νιώθουν ντροπή, επιθυμία, θυμό, ενοχή, αμφιβολία για τον εαυτό τους. Ξέρουν πολλές φορές πολύ καλά τι τους συμβαίνει, αλλά δεν τολμούν να το ονομάσουν. Η στιγμή που καθεμιά από αυτές καταφέρνει να πει δυνατά «με πείραξε», «με άγγιξε», «με χτύπησε», είναι η κορύφωση της κάθε ιστορίας. Αυτή η προσπάθεια για να ειπωθούν λέξεις επανασταστικές, η πορεία της κάθε ηρωίδας από τη σιωπή στην καταγγελία και από την ντροπή στην οργή, και ίσως στη συγχώρεση, είναι από τα πιο πετυχημένα στοιχεία της συλλογής.

Ένα βιβλίο για να διαβαστεί και να συζητηθεί

Η συλλογή μπορεί να μοιάζει σκληρή για τους εφήβους, αλλά αυτό συμβαίνει μόνο αν τη θεωρήσουμε υπό το ενήλικο, αυστηρό πρίσμα, που αρνείται, όπως προαναφέρθηκε, στα παιδιά την αυτοδιάθεση. Στις σελίδες του, οι έφηβες και οι έφηβοι θα διαβάσουν για βιασμούς, παρενόχληση, ενδοοικογενειακή βία, ψηφιακή διαπόμπευση, μπούλινγκ, αυτοκτονικές τάσεις – δηλαδή τον ψυχοφθόρο θόρυβο που βιώνουν στην καθημερινότητά τους. Αυτή πρέπει να είναι η εφηβική λογοτεχνία.

Δεν υπάρχει περίπτωση να μη βρουν οι έφηβοι αναγνώστες ταυτίσεις με τη δική τους ζωή, σε ένα ή και περισσότερα διηγήματα. Ιδιαίτερα τα κορίτσια, που ορίζονται περισσότερο από τα τραύματά τους. Αλλά και τα αγόρια. Τα ξεχνάμε τα έφηβα αγόρια και είναι κι αυτά πολύ μπερδεμένα.  Άραγε, πόσα θα επιλέξουν να διαβάσουν αυτό το βιβλίο και να προβληματιστούν για τους ρόλους που καλούνται να επιτελέσουν;

Όσα συμβαίνουν στο σύμπαν που έπλασε η Νικολέτα Καπίλλα, τα διαβάζουμε καθημερινά στις ειδήσεις, τα βλέπουμε δραματοποιημένα σε ρεπορτάζ στην τηλεόραση και επιλέγουμε, δυστυχώς, να κλείνουμε τα μάτια. Μας είναι άβολο, γιατί είναι μια πρωτόγνωρη συνθήκη, την οποία δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε και να κατανοήσουμε. Ίσως και γιατί αναγνωρίζουμε τη βία που τους ασκούμε πάνω απ’ όλα εμείς, οι φροντιστές τους, και δεν θέλουμε να χάσουμε αυτή την αίσθηση ελέγχου.

Το βιβλίο, λοιπόν, συνομιλεί άμεσα με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Οι γυναικοκτονίες, οι καταγγελίες για κακοποιητικές σχέσεις, η συζήτηση για την κακοποίηση στον αθλητισμό και στον χώρο της εκπαίδευσης, είναι τα πραγματικά γεγονότα πάνω στα οποία πατά. Δεν αναπαράγει, όμως, τον τρομολαγνικό μιντιακό λόγο. Η συγγραφέας μεταφέρει τη βία από τα πλάνα του αστυνομικού ρεπορτάζ και τα βίντεο του TikTok στην καθημερινότητα του παιδικού δωματίου, του σχολικού διαδρόμου, του προαυλίου, των πάρτι, των αγώνων και των εκδρομών. Εκεί όπου συνήθως δεν κοιτάμε. Εκεί όπου βουβά τα προβλήματα μεγαλώνουν, ώσπου ξαφνικά γιγαντώνονται.

Η Νικολέτα Καπίλλα παίρνει σαφή θέση: μετακινεί σταθερά το βάρος της ευθύνης εκεί όπου ανήκει – στους άντρες που ασκούν βία, στα οικογενειακά περιβάλλοντα που σιωπούν, στις δομές που προστατεύουν τους ισχυρούς και εκθέτουν τους ευάλωτους, στη μικροαστική νοοτροπία του «τι θα πει ο κόσμος». Δεν αναζητά «πώς έφταιξε το κορίτσι», αλλά ξεγυμνώνει τους πραγματικούς κακοποιητές, που συχνά είναι οι ίδιοι οι γονείς – με τη σειρά τους τραυματισμένοι από τις δικές τους παιδικές και εφηβικές ηλικίες – βίαιες κι αυτές, αλλά με διαφορετικούς τρόπους. Αυτό από μόνο του είναι ένα ισχυρό πολιτικό σχόλιο, με εργαλείο τη λογοτεχνία.

Το βιβλίο αξίζει να διαβαστεί από εφήβους, αλλά ίσως ακόμη περισσότερο από ενήλικους: γονείς, εκπαιδευτικούς, επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ως αφορμή για να ειπωθούν ιστορίες που συνήθως μένουν κρυφές, για να ακουστούν σκέψεις που συχνά δεν αρθρώνονται σε λόγο, για να γίνει λίγο πιο δύσκολο το επόμενο «δεν ήξερα», «δεν το φανταζόμουν», «δεν συμβαίνουν εδώ αυτά», «δεν είχαν δώσει δικαιώματα», «στη δική μας οικογένεια το κορίτσι κάνει ό,τι πει ο πατέρας του».

Σε μια κοινωνία όπου στη δημόσια σφαίρα οι γυναικοκτονίες αντιμετωπίζονται ακόμη πολλές φορές ως μεμονωμένα «εγκλήματα πάθους» ή «τιμής», ένα βιβλίο που επιμένει τόσο καθαρά στην απόδοση της ευθύνης στον θύτη –«αυτός φταίει»– ταρακουνάει εφήβους και γονείς και εν τέλει φέρνει την κάθαρση. Ίσως αυτό να είναι, τελικά, η μεγαλύτερη αξία του. Δεν φταίνε τα κορίτσια που πληγώνονται. Φταίνε εκείνοι που τα πληγώνουν και όσοι κάνουν ότι δεν βλέπουν.

Scroll to Top