Σόφι Κινσέλα ChickLit

Σόφι Κινσέλα: «Chick Lit», μεταφεμινισμός και η ζωή των γυναικών στην ποπ λογοτεχνία

Ο θάνατος της δημοφιλούς συγγραφέα Σόφι Κινσέλα (ψευδώνυμο της Madeleine Wickham) δίνει αφορμή για συζήτηση σχετικά με την «Chick Lit» και το πώς αποτυπώθηκε στη λογοτεχνία, σε μαζικά αναγνώσιμη μορφή, η ζωή των προνομιούχων λευκών γυναικών στις αρχές του 21ου αιώνα: η εργασία, η κατανάλωση, η μητρότητα, οι φιλίες, η ενοχή και η διαρκής προσπάθεια ισορροπίας ανάμεσα σε ρόλους και προσδοκίες. Όλα αυτά καθώς το έργο της λειτουργεί ως καθρέφτης συγκεκριμένων γυναικείων εμπειριών, σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών και οικονομικών μετασχηματισμών.

Chick lit και μεταφεμινισμός

Τα μυθιστορήματα της Κινσέλα εντάσσονται στο σεξιστικό και ταξικό genre της chick lit. Ο όρος είναι υποτιμητικός (λογοτεχνία για γκόμενες) και αποδίδεται συνήθως από άντρες εκδότες και κριτικούς σε εύπεπτα ρομαντικά μυθιστορήματα με happy end, γραμμένα από γυναίκες.

Πολλοί επικριτές της, λοιπόν, την αποκαλούσαν «Βασίλισσα της Chick lit». Η ίδια η Κινσέλα έλεγε πως γράφει ρομαντικές κωμωδίες ή αστεία, σύγχρονα μυθιστορήματα σε τριτοπρόσωπη αφήγηση. Πως πιστεύει στην ευτυχή κατάληξη της πλοκής. Πως βλέπει την κωμωδία ως σοβαρή δουλειά. Πως η γυναικεία ευφυΐα μπορεί να συνυπάρξει με την επιθυμία για περιποιημένη εμφάνιση και πράγματα που συχνά θεωρούνται ασήμαντα.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι η περιφρόνηση προς τη «γυναικεία» εμπορική λογοτεχνία είναι βαθιά έμφυλη. Αντίστοιχα εύπεπτα best-sellers ανδρών συγγραφέων δεν αντιμετωπίζονται ως ένοχη απόλαυση ούτε στιγματίζονται με υποτιμητικούς χαρακτηρισμούς.

Σε ακαδημαϊκό πλαίσιο, το έργο της έχει στοιχεία μεταφεμινιστικής λογοτεχνίας και έχει γίνει συχνά αντικείμενο μελέτης. Οι ηρωίδες της κινούνται σε ένα περιβάλλον όπου τα βασικά φεμινιστικά αιτήματα θεωρούνται ήδη «δεδομένα», αλλά η καθημερινότητα παραμένει απαιτητική, αντιφατική και συχνά εξαντλητική. Η συγγραφέας έχει δηλώσει ότι η ενασχόληση με «φαινομενικά επιφανειακά» πράγματα δεν ακυρώνει τη νοημοσύνη ή την πολυπλοκότητα των ηρωίδων της.

Στον πυρήνα των βιβλίων της Κινσέλα, δεν βρίσκεται μόνο ο έρωτας, αλλά η διαπραγμάτευση της γυναικείας ταυτότητας εν γένει. Ηρωίδες που θέλουν να σταθούν επαγγελματικά, να διατηρήσουν φιλίες, να αντέξουν την οικογενειακή πίεση, να διαχειριστούν τις προσδοκίες για το σώμα και την εικόνα τους, να γίνουν μητέρες, να περνούν καλά.

Η αφήγηση της Κινσέλα δεν είναι ριζοσπαστική. Χτίζεται γύρω από ερωτήματα επιβίωσης μέσα σε ένα ήδη διαμορφωμένο πλαίσιο, που δεν ανατρέπεται, όμως μετακινείται λίγο επί το βέλτιστον. Η μικρή αυτή μετατόπιση –λίγο καλύτερες ισορροπίες, λίγο μεγαλύτερη αυτονομία, λίγο περισσότερος σεβασμός στις επιθυμίες της ηρωίδας– είναι χαρακτηριστική του μεταφεμινιστικού φαντασιακού.

Ο μεταφεμινισμός περιγράφει την εποχή μετά τα μεγάλα κεκτημένα του δεύτερου φεμινιστικού κύματος, όπου η έμφυλη ισότητα παρουσιάζεται λίγο πολύ ως δεδομένη και η έμφαση μετατοπίζεται από τη συλλογική διεκδίκηση στην ατομική επιλογή και αυτοπραγμάτωση.

Στο πλαίσιο αυτό, η γυναικεία ελευθερία, πάνω σε έδαφος που έχει ήδη διαμορφώσει το δεύτερο φεμινιστικό κύμα, εκφράζεται κυρίως ως προσωπικό project (καριέρα, σώμα, κατανάλωση, σχέσεις) μέσα στη νεοφιλελεύθερη και μιντιακή κουλτούρα, που συχνά χρησιμοποιεί φεμινιστικά στοιχεία, αλλά ταυτόχρονα τα αποδυναμώνει πολιτικά.

Η Κινσέλα δίνει έμφαση στην ατομική επιλογή, στην προσωπική ευθύνη, στην ιδέα ότι η χειραφέτηση περνά μέσα από τις μικρές, καθημερινές διαδρομές των γυναικών. Οι ηρωίδες της δεν λειτουργούν ως παραδείγματα «ορθού» φεμινισμού, αλλά ως αναγνωρίσιμα υποκείμενα, με επιθυμίες, λάθη, αμφιθυμίες, που παλεύουν να επιβιώσουν σε ένα καμουφλαρισμένο πατριαρχικό περιβάλλον. Η γλώσσα της, χιουμοριστική και αυτοσαρκαστική, επιτρέπει στις αναγνώστριες να αναγνωρίσουν την πίεση, μέσα από απλό καθημερινό λεξιλόγιο και στρωτή, ρέουσα αφήγηση.

Κατανάλωση, χρέος και γυναικεία ταυτότητα

Το σύμπαν από το πιο γνωστό της βιβλίο, Ψωνίζω άρα υπάρχω (The confessions of a shopaholic, στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Αλεξάνδρας Κονταξάκη), που συνέχισε την πολιτισμική πορεία του με sequels, αλλά και ως ταινία, έχει γίνει συχνά αντικείμενο μελέτης. Η shopaholic ηρωίδα Μπέκι Μπλούμγουντ σε μια πρώτη ανάγνωση μοιάζει με μια ελαφρόμυαλη καταναλώτρια – και εν μέρει είναι.

Ταυτόχρονα, όμως, είναι μια γυναίκα που, μέσα στα δεκάδες αδιέξοδά της, χρησιμοποιεί τις αγορές ως μηχανισμό διαχείρισης του άγχους της και ως εργαλείο ένταξης σε έναν κόσμο που παρατηρεί ασταμάτητα με ανδρικό βλέμμα και (κατα)κρίνει ασταμάτητα το «θηλυκό σώμα» από την εμφάνιση και το lifestyle.

Στο καπιταλιστικό πλαίσιο, δεν αγοράζουμε μόνο πράγματα προς χρήση, αλλά και προς επίδειξη τού ποιοι είμαστε και σε ποια κοινωνική ομάδα (νιώθουμε ότι/θέλουμε να) ανήκουμε. Τα αντικείμενα –ρούχα, τσάντες, μάρκες, αυτοκίνητα, έπιπλα– λειτουργούν ως σύμβολα γούστου, τάξης, ηλικίας και τρόπου ζωής, άρα διαμορφώνοντας ενεργά την ταυτότητά μας.

Ταυτόχρονα, ο υπερκαταναλωτισμός της Μπέκι λειτουργεί και ως πηγή ενοχής και ντροπής. Όπως συμβαίνει και στη μη λογοτεχνική συνθήκη, η κατανάλωση εξασφαλίζει στις γυναίκες (και όχι μόνο, αλλά αυτό δεν αφορά το παρόν κείμενο) αυτοπεποίθηση, αλλά και ταυτόχρονα λειτουργεί ως παγίδα χρέους. Έτσι, η Μπέκι ζει το αδιέξοδο της υποσχόμενης ελευθερίας/αυτονομίας μέσω ακριβών αγορών, η οποία στη συνέχεια τιμωρείται με οικονομική και ηθική επιβάρυνση.

Οι πιστωτικές κάρτες, τα περιοδικά μόδας που καθόρισαν τα ’90s και τα ’00s, πριν από την επικράτηση του διαδικτύου, οι εκπτώσεις και οι βιτρίνες αποκτούν δραματουργικό ρόλο. Το αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο που επιτρέπει διπλή ανάγνωση. Μια σάτιρα της υπερκατανάλωσης και, ταυτόχρονα, η αναπαραγωγή της γοητείας της. Σε αυτή την αντίφαση εντοπίζεται το μεταφεμινιστικό της αποτύπωμα. Η αναγνώστρια καλείται να γελάσει με την Μπέκι και την «κατάντια» της, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει πόσο οικείες τής είναι οι παρορμήσεις της.

Το σύμπαν της Μπέκι θεωρείται υπόδειγμα postfeminist fiction: η ηρωίδα έχει τυπικά κερδίσει τα κλασικά δικαιώματα (επιλογή, αυτοβελτίωση, ατομική ευθύνη για το χρέος, το σώμα, τη ζωή της), αλλά καλείται να τα «διαχειριστεί» χωρίς στήριξη, μέσα στο σκληρό νεοφιλελεύθερο πλαίσιο της αγοράς.

Εργασία, φροντίδα και η καθημερινότητα των γυναικών

Σε μυθιστορήματα όπως το Νοικοκυρά για κλάματα, το Η όχι και τόσο τέλεια ζωή μου ή το Σου χρωστάω χάρη, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από την υπερκατανάλωση στην εργασία, στην κοινωνική δικτύωση, στη φροντίδα και στο ζήτημα της ισορροπίας μεταξύ προσωπικής, οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής.

Ηρωίδες σε εξοντωτικές δουλειές, γυναίκες που δοκιμάζουν να εγκαταλείψουν την καριέρα για να ζήσουν διαφορετικά, νέες μητέρες που παλεύουν να επαναπροσδιορίσουν τον εαυτό τους. Το τρίπτυχο παραγωγική εργασία-φροντίδα οικογένειας-συναισθηματική διαθεσιμότητα, που συζητείται εκτενώς στη φεμινιστική θεωρία, εμφανίζεται εδώ με λογοτεχνικούς όρους.

Η μητρότητα παρουσιάζεται με σχετική ειλικρίνεια, με όρους αμφιθυμίας: αγάπη και εξάντληση, αφοσίωση και ανάγκη για απόσταση, ευθύνη και επιθυμία για προσωπικό χρόνο. Η εργασία δεν εμφανίζεται μόνο ως «καριέρα», αλλά και ως πηγή αναγνώρισης και αυτονομίας, που δύσκολα συνδυάζεται με τις απαιτήσεις της οικογένειας.

Η Κινσέλα προσφέρει, μέσα από κωμικές καταστάσεις, ένα σταθερό πλαίσιο αναγνώρισης αυτής της έντασης και ταύτισης. Η αποσυμπίεση που προσφέρει το χιούμορ την καθιστά πιο διαχειρίσιμη σε επίπεδο εμπειρίας και επομένως ανακουφιστική.

Για πολλές αναγνώστριες, ιδιαίτερα για τις μητέρες που διαπραγματεύονται καθημερινά με τους κοινωνικούς ρόλους και προσδοκίες, η λογοτεχνική απεικόνιση της κατάστασής τους –έστω σε ελαφριά φόρμα– λειτουργεί ως ήπιος τρόπος ενδυνάμωσης.

Η καθημερινότητά τους δεν είναι προσωπική αποτυχία, αλλά αναγνωρίζεται ως κοινό, δομικό αδιέξοδο της σύγχρονης γυναικείας ζωής. Το γεγονός ότι αυτές οι εμπειρίες παρουσιάζονται ως «φυσιολογικές» και όχι ως ατομική ανεπάρκεια, μετατοπίζει διακριτικά το βάρος από το άτομο προς τις συνθήκες.

Οι μαμάδες της Κινσέλα κάνουν λάθη, αισθάνονται ενοχές, αναγνωρίζουν τις αστοχίες τους, προσπαθούν ξανά. Η σχέση με τα παιδιά τους δεν απεικονίζεται στερεοτυπικά ως εξιδανικευμένη, μα ούτε αντιμετωπίζεται με κυνισμό. Είναι μια ρεαλιστική αναπαράσταση της σύνθετης σύγχρονης γυναικείας συνθήκης.

Όρια, σιωπές, αντιφάσεις

Το σύμπαν της Κινσέλα, ωστόσο, έχει σαφή όρια. Οι ηρωίδες της είναι προνομιούχες. Οι ιστορίες της έχουν μια γκλαμουριά: εκτυλίσσονται σχεδόν αποκλειστικά σε λευκά, μεσοαστικά ή ανώτερα μεσοαστικά, ετεροφυλόφιλα περιβάλλοντα. Οι δυνατότητες επιλογών των πρωταγωνιστριών – για την εργασία, την κατοικία, τις σχέσεις, του τρόπου οργάνωσης της οικογένειας– προϋποθέτουν υλικό και κοινωνικό υπόβαθρο που δεν είναι καθολικό. Έτσι, ενώ οι ιστορίες της φωτίζουν εύστοχα μια συγκεκριμένη γυναικεία εμπειρία, αφήνουν εντελώς στη σκιά άλλες μορφές της.

Η κατανάλωση, όσο κι αν αποδομείται χάρη στο χιούμορ της συγγραφέα, παραμένει ο βασικός μηχανισμός νοηματοδότησης του γυναικείου κόσμου που στήνει: το στιλ, τα ρούχα, τα παπούτσια, τα αξεσουάρ, τα αντικείμενα, οι αγοραστικές εμπειρίες, οι έξοδοι, τα πάρτι αποτελούν την πρώτη ύλη για την περιγραφή των εαυτών των ηρωίδων.

Η κριτική ματιά πάνω στις στρεβλές στερεοτυπικές δομές δεν φτάνει σε επίπεδο συλλογικής ή πολιτικής διεκδίκησης. Οι λογοτεχνικές της λύσεις κινούνται σε ατομικό επίπεδο, αλλαγή δουλειάς, μετακίνηση, νέα σχέση, αναθεώρηση προτεραιοτήτων. Πρόκειται για λύσεις που παραμένουν εντός συστήματος. Δεν το αμφισβητούν, αλλά επιχειρούν να το κάνουν πιο βιώσιμο σε ατομικό επίπεδο.

Η αρνητική κριτική στο έργο της εστιάζει ακριβώς σε αυτά τα σημεία: στην ταξική μονομέρεια, στην περιορισμένη ποικιλομορφία ταυτοτήτων και σωμάτων, στη σύμπλεξη ενδυνάμωσης και καταναλωτικού προτύπου, τόσο ώστε να δημιουργηθεί σύγχυση στην αναγνώστρια.

Αξίζει εδώ να σημειωθεί ότι αυτή η «κανονικότητα» λειτουργεί και ως εξαγώγιμο δυτικό φαντασιακό – δεδομένου ότι τα βιβλία της έχουν πουλήσει πάνω από 45–50 εκατομμύρια αντίτυπα, σε δεκάδες γλώσσες.

Δεν αναιρείται όμως η επιρροή της πάνω στον τρόπο με τον οποίο ένα πολύ μεγάλο γυναικείο και μητρικό αναγνωστικό κοινό είδε τη ζωή του να καθρεφτίζεται –έστω μερικώς– στη λογοτεχνία. Ακριβώς αυτή η διπλή ανάγνωση –ως παρηγορητικό ανάγνωσμα και ως πολιτισμικό τεκμήριο– καθιστά το έργο της ενδιαφέρον για περαιτέρω μελέτη.

Η Σόφι Κινσέλα ως εργαζόμενη μητέρα και η μαρτυρία για τον καρκίνο

Η ίδια η Κινσέλα μιλούσε δημόσια για το γεγονός ότι έγραφε μεγαλώνοντας πέντε παιδιά, ισορροπώντας τη δουλειά της μέσα σε συνθήκες διαρκούς φροντίδας και διακοπτόμενου χρόνου. Μια εργαζόμενη μητέρα, αυθεντική, που δεν διεκδικεί ούτε απόλυτο έλεγχο ούτε φεμινιστική επανάσταση, αλλά αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα της ζωής για τις γυναίκες όπως εκείνη, όπως οι ηρωίδες και οι αναγνώστριές της.

Ήδη από το Αναζητώντας την Όντρεϋ (Finding Audrey, στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Πατάκη, σε μετάφραση της Στέλλας Κάσδαγλη) και το The Burnout, η Κινσέλα είχε μετατοπίσει το βλέμμα της από την υπερκατανάλωση στην αιτία της: την ψυχική υγεία.

Η Όντρεϋ δυσκολεύεται να βγει από το σπίτι. Ακόμα κι εκεί της είναι αδύνατο να βγάλει τα μαύρα γυαλιά της. Δύο εξαντλημένοι επαγγελματίες συναντώνται σε ένα παραθεριστικό θέρετρο στη βρετανική ακτή. Η Σάσα και ο Φιν αναγκάζονται να αντιμετωπίσουν την εξάντλησή τους και να ανακαλύψουν τι τους ενώνει πέρα από την κοινή τους κούραση.

Έτσι, προετοίμασε κατά κάποιον τρόπο το έδαφος για το κύκνειο άσμα της, το απολύτως προσωπικό illness narrative What Does It Feel Like? Στο πρόσφατο βιβλίο της για την εμπειρία του καρκίνου, η ίδια αφηγηματική φωνή μεταφέρεται σε ένα οριακό πεδίο: το σώμα που νοσεί, ο φόβος, η απειλή της απώλειας. Το χιούμορ δεν εξαφανίζεται, αλλά συνυπάρχει με μια νηφάλια καταγραφή της ευαλωτότητας και της θνητότητας μιας μητέρας.

Πρωταγωνιστεί η Εύα, μια διάσημη μυθιστοριογράφος που αντιμετωπίζει μια καταστροφική διάγνωση καρκίνου και μαθαίνει να ζει και να αγαπά ξανά. Η Εύα είναι η Κινσέλα. Εκεί γίνεται ορατό ότι το «ανάλαφρο» ύφος λειτουργεί συνειδητά ως εργαλείο επεξεργασίας δύσκολων βιωμάτων που δύσκολα ορίζονται και περιγράφονται δημόσια – και ειδικά από γυναίκες, των οποίων ο πόνος παραδοσιακά είτε εξιδανικεύεται είτε αποσιωπάται είτε απαξιώνεται.

Μια ήπια μορφή ενδυνάμωσης

Το έργο της Σόφι Κινσέλα μπορεί να διαβαστεί ως μια ήπια μορφή ενδυνάμωσης για γυναίκες και μητέρες. Δεν προτείνει πολιτικές ανατροπές ούτε ριζοσπαστικές θεωρίες, αλλά αναγνωρίζει τη γυναικεία καθημερινότητα ως κεντρικό λογοτεχνικό υλικό.

Η Κινσέλα έδωσε φωνή σε υποκείμενα που παλεύουν με χρέη, δουλειές, μωρά, σχέσεις και εσωτερικές αντιφάσεις, χωρίς να υποβαθμίζει αυτή τη διαδρομή σε «δευτερεύον» θέμα. Πρόκειται για μια ποπ λογοτεχνία της καθημερινότητας, η οποία δεν αλλάζει τον κόσμο, αλλά μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο μια μερίδα γυναικών αντιλαμβάνεται τη δική τους θέση μέσα σε αυτόν.

Παρά τις αντιφάσεις, τις σιωπές και τους περιορισμούς τους, τα μυθιστορήματά της αποτέλεσαν έναν από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους απεικονίστηκε στη μαζική κουλτούρα των τελευταίων δεκαετιών η προνομιούχα δυτική γυναίκα.

Αυτό τοποθετεί τη Σόφι Κινσέλα σταθερά μέσα στον δημόσιο διάλογο για τη σχέση λογοτεχνίας, φύλου και κοινωνικής πραγματικότητας. Ο θάνατός της κλείνει ένα συγκεκριμένο συγγραφικό κεφάλαιο, αλλά αφήνει ανοιχτό το ερώτημα για το πώς η επόμενη γενιά γυναικών συγγραφέων θα αφηγηθεί τις δικές της, διαφορετικές, εκδοχές της γυναικείας ζωής.

Η ίδια δεν θα μείνει στην ιστορία ως πολιτική φεμινίστρια, αλλά ως συγγραφέας που έκανε πολλούς αναγνώστες (κυρίως γυναίκες) να νιώσουν ότι κάποιος παίρνει στα σοβαρά τη δική τους μπερδεμένη, αντιφατική καθημερινότητα.

Κλείνω αυτόν τον αποχαιρετισμό, με μια προσωπική παρατήρηση. Το happy ending ως αφηγηματικό τέχνασμα, από την Κινσέλα και όχι μόνο, μπορεί να είναι πολιτική επιλογή. Κάθε δημιουργός έχει δικαίωμα να αρνείται τον κυνισμό, τη βία και την ασχήμια και να λαμβάνει υπόψη την επιθυμία ενός ανθρώπου για προσωπική ευτυχία, χωρίς να την απαξιώνει ως «μικροαστική φαντασίωση», χωρίς αυτό να ακυρώνει την κριτική του/της ματιά.

Scroll to Top