Highlights
- Το ποδόσφαιρο παρουσιάζεται στα παιδιά ως κοινή ανθρώπινη γλώσσα και όχι ως σύνθετο καταναλωτικό προϊόν.
- Ο Μπένο και η Αντιγόνη περιπλανώνται στην πόλη και συζητούν φιλοσοφικά ερωτήματα με μια παιδικότητα που τα κάνει να μοιάζουν απλά. Όπως είναι.
- Ένα εγκαταλελειμμένο πάρκο αποκτά γήπεδο και έπειτα γίνεται τόπος φροντίδας, παιχνιδιού και συνάντησης.
- Η εικονογράφηση στηρίζει τη μετάβαση από την ανωνυμία της μελαγχολικής γκρίζας πόλης στη συλλογική χαρά που γεννούν οι μικρές κοινότητες.
- Το βιβλίο υπερασπίζεται το δικαίωμα των παιδιών στο ελεύθερο παιχνίδι.
Το βιβλίο του Βασίλη Κωστάκη και της κοινότητας Another Football, Συγγνώμη για τη φασαρία αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα, σε εικονογράφηση της Mercè Tarrés, δεν κατατάσσεται εύκολα σε κάποιο είδος. Θα μπορούσε κανείς, σε μια πρώτη γρήγορη ανάγνωση, να το περιγράψει ως ένα παιδικό βιβλίο για το ποδόσφαιρο, τον δημόσιο χώρο και τη συνεργασία.
Στην πράξη, όμως, είναι κάτι ευρύτερο: Ένα διηλικιακό βιβλίο μαγικού ρεαλισμού και περιπλάνησης στη σύγχρονη πόλη, ένα βιβλίο ξεκάθαρα φιλοσοφικό, μια πρωτότυπη ιστορία για τη δύναμη της κοινότητας, αλλά ένας ύμνος του παιχνιδιού ως βασικής ανθρώπινης ανάγκης, με κεντρικό άξονα της αφήγησης το ποδόσφαιρο.

Τόπος δράσης είναι μια αφιλόξενη, άσχημη, γκρίζα μεγαλούπολη. Μέσα σε αυτήν κινούνται σαν αερικά ο Μπένο και η Αντιγόνη, ένα αγόρι με μπλε μαλλιά και παράξενο ντύσιμο και ένα ευμέγεθες μπλε πουλί, δύο πλάσματα φαινομενικά ασύμβατα, παρ’ όλα αυτά απόλυτα ταιριαστά μέσα στο μινιμαλιστικό μα αποκαλυπτικό εικαστικό σύμπαν που χτίζει η Tarrés.
Ο Μπένο σχολιάζει τη σύγχρονη ανθρώπινη συνθήκη όπου καλείται να μεγαλώσει –την αγωνία, τη βιασύνη, την ανάγκη για διάκριση, το κυνήγι του κέρδους, την αποχαύνωση από τις οθόνες, τον υπερκαταναλωτισμό, την εμμονή με το αποτέλεσμα– με το βλέμμα ενός σύγχρονου παιδιού, σχεδόν έτοιμου να απορροφηθεί από το σύστημα.
Η Αντιγόνη, αντίθετα, μοιάζει με τη φωνή λογικής, που σήμερα σπάνια ακούγεται. Με εκπληκτική λιτότητα στον λόγο της, εντοπίζει κάθε κοινωνική στρέβλωση και την αποδομεί με τόση ευκολία, που ταρακουνά τον αναγνώστη: Τα πράγματα δεν είναι τόσο περίπλοκα όσο φαντάζουν. Αν το κατανοήσουμε και επιτρέψουμε στη σκέψη μας να ακολουθήσει εναλλακτικές, απλούστερες διαδρομές, η πλάνη πως η ευτυχία χρήμασι κτάται σταδιακά διαλύεται.

Το ποδόσφαιρο ως κοινός τόπος ουσιαστικής σύνδεσης
Ο κοινός άξονας πάνω στον οποίο χτίζει την αφήγηση ο Βασίλης Κωστάκης είναι το ποδόσφαιρο. Όχι όμως το επαγγελματικό ποδόσφαιρο ως βιομηχανία, ακριβό προϊόν προς κατανάλωση ή μιντιακό θέαμα.
Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι το ποδόσφαιρο ως αρχέγονο παιχνίδι. Ως ερασιτεχνική ασχολία. Ως θεραπεία. Ως κοινή γλώσσα. Ως τόπος και τρόπος συνάντησης ανθρώπων που, μολονότι φαινομενικά διαφέρουν, κινούνται στο ίδιο πλαίσιο αντίληψης του κόσμου. Και, με την μπάλα να λειτουργεί ως καταλύτης, είναι έτοιμοι να διεκδικήσουν ξανά τη ζωή τους.
Δυο αντίθετοι κόσμοι, αυτός που χρησιμοποιεί την ποδοσφαιρική εμπειρία ως ιδιαίτερα προσοδοφόρο προϊόν και εκείνος που αντιστέκεται, βιώνοντάς την ως αρχετυπικό κοινωνικό παιχνίδι σύνδεσης και συνεργασίας, τοποθετούνται διακριτικά ο ένας δίπλα στον άλλον, ώστε ο αναγνώστης να μπορέσει να τους κοιτάξει κατάματα, να συγκρίνει και να επιλέξει.
Ο Μπένο και η Αντιγόνη περπατούν και συνδιαλέγονται. Κάθε σαλόνι είναι ένα στιγμιότυπο ζωής, που αιχμαλωτίζει το βλέμμα και τη σκέψη. Θα έλεγα, αν και ίσως ακούγεται παράξενο ως έκφραση, ότι αυτό το βιβλίο, εν αντιθέσει με τα πάντα γύρω μας, δεν «βιάζεται», αλλά γεννά μια αξιοθαύμαστη ηρεμία που αφήνει χώρο στη σκέψη.
«Μπορεί ένα καινούργιο κινητό να σε κάνει ευτυχισμένο;», «Γιατί χειροκροτάμε μόνο αυτόν που σκοράρει;», «Γιατί παίζουμε ποδόσφαιρο;», «Πώς μπορούμε να φτιάξουμε έναν καλύτερο κόσμο;» Οι παιδικές, μα διόλου παιδιάστικες απορίες πάντα ανοίγουν δρόμους για φιλοσοφικούς στοχασμούς και αναστοχασμούς. Η λογική των παιδιών, αμόλυντη ακόμα από τα ενήλικα φίλτρα, συχνά μας κολλάει στον τοίχο. Αξίζει να της δίνουμε τη δέουσα σημασία. Κι αν δούμε ότι κινείται προς την παγίδα της αγοράς, ας έχουμε να της δείξουμε πιο ενδιαφέρονται μονοπάτια.

Συνειδητή ζωή=Ποιοτική διαβίωση
Κάποια στιγμή ο Μπένο παρατηρεί πως «όλα κινούνται γρήγορα εδώ» και η Αντιγόνη του απαντά ότι «τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή είναι αυτά που κινούνται αργά». Η φράση αυτή θα μπορούσε να συνοψίζει ολόκληρο το βιβλίο, καθώς υπερασπίζεται την κίνηση με ανθρώπινους, όμως, ρυθμούς: το σώμα που τρέχει με την μπάλα στα πόδια, τα παιδιά που παίζουν μέχρι να νυχτώσει, τη γειτονιά που ξαναζωντανεύει μέσα από την προσπάθεια εξωραϊσμού του κοινού περιβάλλοντος και την πρόθεση ουσιαστικής κοινοτικής συμβίωσης.
Στο πρώτο κομμάτι του βιβλίου, στο επίκεντρο βρίσκεται η φιλοσοφική περιπλάνηση. Οι δύο ήρωες συζητούν για το ποδόσφαιρο, αλλά μέσα από αυτό μιλούν για τον κόσμο: για τον δυνατό και τον αδύναμο, τον πλούσιο και τον φτωχό, το δίκαιο και το άδικο, την αναλογική και την ψηφιακή ζωή, τα γκολ, τη φήμη, τα τρόπαια, το άγχος των αθλητών – τι αξίζει και τι όχι.
Μήπως η ουσία του ποδοσφαίρου χάθηκε στον υπερκαταναλωτισμό, στις χορηγίες, στον τζόγο, στα παράλογα υψηλά συμβόλαια και στους αθλητές- influencers; Δεν είναι μόνο τα χρυσά παπούτσια που κάνουν τον ποδοσφαιριστή. Το γκολ, άλλωστε, παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα πολλών ανθρώπων και όχι ενός μόνο πρωταγωνιστή. Το «ομορφότερο γκολ ήταν μια πάσα», μαγεύει η Αντιγόνη…

Από τη θεωρία στην πράξη: Μικρές πράξεις φροντίδας
Στην πορεία, το παράξενο ζευγάρι των πρωταγωνιστών βρίσκεται μπροστά σε ένα άσχημο, εγκαταλελειμμένο πάρκο, γεμάτο σκουπίδια. Οι ιδέες που διατυπώνονταν μέσα από τον διάλογο βρίσκουν το ιδανικό σημείο, όπου μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη. Με τη φροντίδα του Μπένο, της Αντιγόνης και των φίλων τους, που συνεργάζονται, καθαρίζουν, σχεδιάζουν και εφαρμόζουν, δημιουργείται στην αρχή –τι άλλο;– ένα γήπεδο για να παίζουνε μπάλα τα παιδιά.
Μα το άσχημο πάρκο έχει πολλά ακόμα να προσφέρει στην κοινότητα. Οι άνθρωποι, ο καθένας από το μετερίζι του και με τις δυνατότητές τους, προσφέρουν ό,τι χρειάζεται για να το μεταμορφώσουν κυριολεκτικά σε ένας όμορφο τόπο συνάντησης και ζωής.
Άνθρωποι κάθε ηλικίας, διαφορετικοί μεταξύ τους, αρχίζουν να μαζεύονται εκεί για να παίξουν, να συζητήσουν, να δημιουργήσουν. Οι διαφημίσεις δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε έργα τέχνης. Το γήπεδο δεν ανήκει σε κανέναν και χωρά όλους. Το Πάρκο Για Όλους έρχεται να θυμίσει ότι υπάρχουν τρόποι να κάνουμε τις άσχημες πόλεις πιο βιώσιμες.
Όλοι μαζί. Η κοινότητα στο βιβλίο δεν παρουσιάζεται ως αφηρημένη έννοια. Χτίζεται σταδιακά, από ένα ένα τα μέλη της με συνεργασία, καλή θέληση, εθελοντισμό και φαντασία: Όπως μας υπενθυμίζει η Αντιγόνη, όλα ξεκινούν από μικρές πράξεις φροντίδας.
Αυτός ο καλύτερος κόσμος, που κάποιοι ονειρευόμαστε, δεν θα εμφανιστεί ξαφνικά άνωθεν, μέσα στο συγκεκριμένο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο. Μπορεί, όμως, να χτιστεί από τη βάση, όταν κάποιοι άνθρωποι αποφασίσουν να μείνουν σε έναν χώρο, να τον αγαπήσουν και να τον μοιραστούν. Μόνο έτσι θα έρθουν οι μεγάλες αλλαγές, ιδιαίτερα αν όλα τα πάρκα και οι γειτονιές γεμίσουν με μπάλες. Η πόλη μεγαλώνει, μα ξεχνά να παίζει. Ας της το θυμίσουμε ξανά.

Συγγνώμη για τη φασαρία! Μια επανάσταση αλλιώτικη απ’ τις άλλες
Ο Βασίλης Κωστάκης εμπνεύστηκε τον τίτλο του βιβλίου από τη φράση του υποδιοικητή Μάρκος των Ζαπατίστας προς έναν Γάλλο τουρίστα: «Συγγνώμη για την ενόχληση, αλλά πρόκειται για επανάσταση».
Οι σύγχρονες πολιτικές επαναστάσεις ίσως είναι μικρές, ήσυχες και αναίμακτες. Ίσως αρχίζουν από την επαναφορά του ελεύθερου φυσικού παιχνιδιού ως τρόπου συνειδητής ανατροφής των παιδιών μας… Από την επαναδιεκδίκηση του δημόσιου χώρου, που δυστυχώς στην Ελλάδα του 2026 πωλείται σε ξένες πολυεθνικές και δεν κουνιέται φύλλο. Από τη συλλογική δημιουργία ως καθημερινή αντίσταση στην πολυπλοκότητα, που επιτρέψαμε να σαρώσει τα αυτονόητα. Ίσως κρύβονται σε ένα απλό εμείς «θα παίξουμε μπάλα!»
Φυσικά, παρά την πολιτική του ουσία, το βιβλίο παραμένει βαθιά παιδικό, επομένως βαθιά ανθρώπινο. Σε κάθε σελίδα του κρύβονται γέλια, φανταστικές σκέψεις, ρηξικέλευθες –λόγω της απλότητάς τους– ματιές στη ζωή και, πάνω απ’ όλα, η χαρά του παιχνιδιού. Σε ένα από τα πιο όμορφα σημεία του, τα αστέρια στον ουρανό σχηματίζουν ένα λαμπυρίζον ποδοσφαιρικό γήπεδο. Η πόλη, που αρχικά έμοιαζε βαριά και ασφυκτική, ανοίγει ξανά προς τη φαντασία.
Η εικονογράφηση της Mercè Tarrés παίζει καθοριστικό ρόλο σε αυτό. Οι χρωματιστοί ήρωες κινούνται μέσα σε μια μελαγχολική μεγαλούπολη, όπου κυριαρχούν το γκρι και το μαύρο. Κάθε παιχνίδι, όμως, κάθε μπάλα, κάθε γήπεδο, κάθε παιδί και κάθε εν δυνάμει πηγή χαράς αποκτούν χρώμα.
Πολλά παιδιά σήμερα αναγνωρίζουν το ποδόσφαιρο κυρίως ως θέαμα και προϊόν. Ξέρουν μεταγραφές, φανέλες, χορηγούς, viral στιγμές και πανάκριβα συμβόλαια, αλλά όχι απαραίτητα την αλάνα, την πλατεία, την αυλή της εκκλησίας, το γηπεδάκι της γειτονιάς ή τη χαρά του να παίζεις χωρίς διαιτητή, χωρίς βαθμολογία και χωρίς κανείς να νοιάζεται ποιος έβαλε το γκολ.
Σε πολλά σχολικά προαύλια η μπάλα έχει απαγορευτεί ως επικίνδυνη, ενώ τα παιδιά παίζουν ποδόσφαιρο σχεδόν εξ απαλών ονύχων σε οργανωμένες ομάδες, κάτι που διαφέρει ριζικά από την παλαιότερη αυτο-οργάνωση. Το βιβλίο του Κωστάκη μοιάζει να υπερασπίζεται ακριβώς αυτό. Το χαμένο δικαίωμα των παιδιών στο παιχνίδι ως χώρο συνάντησης και χαράς. Γιατί όταν τα παιδιά παίζουν μαζί, δεν έχει σημασία ούτε το χρώμα του δέρματος ούτε η θρησκεία ούτε τα χρήματα. Είναι απλώς παιδιά που παίζουν μπάλα.
Συγγνώμη για τη φασαρία αλλά εμείς θα παίξουμε μπάλα, Εκδόσεις Διόπτρα
Βασίλης Κωστάκης και AnotherFootball
Εικονογράφηση: Mercè Tarrés

Ο Βασίλης Κωστάκης είναι καθηγητής πανεπιστημίου. Αλλά πάνω από όλα παίζει ποδόσφαιρο από μικρός, κυρίως σε αλάνες. Πιστεύει ότι το ομορφότερο γκολ μπορεί να είναι μια πάσα. Και ότι το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ· συνεχίζεται στις γειτονιές, στα σχολεία, στις καρδιές μας.



