πανελλαδικές συμβουλές για γονείς

Τι χρειάζεται ένα παιδί τον τελευταίο μήνα πριν από τις Πανελλαδικές

Highlights

  • Το άρθρο γράφεται και από προσωπική θέση, καθώς φέτος δίνει Πανελλαδικές ο γιος της συντάκτριας.
  • Ο τελευταίος μήνας δεν είναι αρχή, αλλά κατάληξη μιας ήδη κουραστικής και συχνά πολυετούς προετοιμασίας.
  • Στην ελληνική οικογένεια οι Πανελλαδικές εξακολουθούν να κουβαλούν υπερβολικό κοινωνικό και οικογενειακό βάρος.
  • Το παιδί χρειάζεται λιγότερο θόρυβο, λιγότερες συγκρίσεις, φροντίδα του σώματος και αίσθηση ότι η αξία του δεν κρίνεται από έναν βαθμό.
  • Η προσωπική ζωή, οι σχέσεις, οι μικρές έξοδοι και το «μετά» των εξετάσεων δεν πρέπει να εξαφανιστούν.

Σε έναν μήνα περίπου ξεκινούν οι πανελλαδικές εξετάσεις. Με ποιον τρόπο μπορεί μια ολόκληρη οικογένεια να περάσει αυτές τις τελευταίες εβδομάδες όσο το δυνατόν ηπιότερα; Γράφω  απευθυνόμενη στους γονείς, αλλά και σε εμένα, γιατί ο γιος μου δίνει. Άρα είμαι στον χορό και χορεύω. Ασταμάτητα.

Φέτος, δεν είμαι απλή παρατηρήτρια, δεν καταγράφω μόνο τις δυσκολίες μικρών και μεγάλων, δεν δίνω συμβουλές προς άλλους γονείς. Βρίσκομαι μέσα σε αυτό και με νοιάζει πάνω από όλα το παιδί μου. Έχω καταφέρει να διώξω από μέσα μου σχεδόν όποια πεποίθηση είχα για τις Πανελλαδικές από τη δική μου εμπειρία. Άλλωστε, πάνε 25+ χρόνια από τότε και πολλά έχουν αλλάξει. Μα κυρίως, θυμάμαι ότι άλλο παιδί ήμουν εγώ, άλλο παιδί είναι το παιδί μου.

Το ειδικό κοινωνικό βάρος των Πανελλαδικών Εξετάσεων

Οι πανελλαδικές ως έννοια και σημασία ξεπερνούν κατά πολύ την εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς κουβαλούν ένα ιστορικό βάρος που υπερβαίνει κατά πολύ την ίδια την εξέταση. Στην ελληνική οικογένεια συνήθως τοποθετούνται σε ένα πλαίσιο κοινωνικής αγωνίας για αναγνώριση όχι τόσο του παιδιού, μα του γονέα, ενώ φέρουν προσδοκίες και προβολές που δεν ανήκουν στον μαθητή ή στη μαθήτρια.

Για δεκαετίες, η επιτυχία ή η αποτυχία του παιδιού παρουσιάστηκε σχεδόν σαν ετυμηγορία για το περιβάλλον του: αν το παιδί “πέρασε”, η οικογένεια τα κατάφερε· αν δεν πέρασε εκεί που ήθελε ή εκεί που περίμεναν οι άλλοι, κάτι θεωρήθηκε πως πήγε στραβά όχι μόνο στο παιδί, αλλά και στο σπίτι που το μεγάλωσε. (Για το θέμα αυτό διαβάστε το εκπληκτικό βιβλίο της Σοφίας Νικολαΐδου Το χρυσό βραχιόλι, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο).

Πάνω σε ένα παιδί 17 ή 18 ετών μπορεί να πέσουν, χωρίς πάντα να το καταλαβαίνουμε, οι κόποι των γονιών, οι φόβοι τους, οι δικές τους ματαιώσεις, οι συγκρίσεις με άλλα παιδιά, το άγχος να μη χαθεί η χρονιά, η αγωνία για τα χρήματα, η επιθυμία να περάσει κάπου “καλά’. Όλα αυτά είναι ανθρώπινα, μα δεν βοηθούν. Αυξάνουν την ένταση ακόμα κι αν είναι άρρητα.

Αυτή η πολιτισμική κληρονομιά μάς έχει κοστίσει ακριβά. Έχει φορτώσει τους εφήβους με ένα βάρος που δεν τους αναλογεί και έχει μετατρέψει μια εκπαιδευτική δοκιμασία σε κοινωνική, όπου διακυβεύεται η αξία ολόκληρης της οικογένειας. Και όσο και αν η κοινωνία έχει αλλάξει, όσο και αν ξέρουμε πια ότι οι σύγχρονες διαδρομές σπουδών και εργασίας δεν θα είναι γραμμικές, ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τις Πανελλαδικές σαν τη μεγάλη στιγμή της δικαίωσης ή της διάψευσης όλου του οικιακού περιβάλλοντος.

Αυτός ο αυτοματισμός δεν βοηθά το παιδί να γράψει καλύτερα, δεν καθιστά τους γονείς πιο υπεύθυνους, δεν προστατεύει το μέλλον κανενός. Απλώς αυξάνει την αγωνία και στενεύει τις προοπτικές.

Τέλος στις παιδαγωγικές παρεμβάσεις

Ο τελευταίος μήνας πριν από τις εξετάσεις δεν προτείνεται για παιδαγωγικές παρεμβάσεις. Δεν είναι η ώρα να θυμηθούμε τα κενά, τις αμέλειες, τα λάθη της χρονιάς, τις ώρες που χάθηκαν ή τις επαναλήψεις που δεν έγιναν όπως θα θέλαμε. Αν κάτι δεν χτίστηκε ως τώρα, δεν χτίζεται με πανικό μέσα σε τέσσερις εβδομάδες. Αυτό που μπορεί να χτιστεί, ή καλύτερα να ενισχυθεί, είναι ένα πλαίσιο αντοχής, ώστε να αποφύγουμε κάθε είδους κατάρρευση.

Δεν ξεκινάμε τώρα να ζούμε στον αστερισμό των Πανελλαδικών. Κάθε οικογένεια έχει ήδη περάσει ένα, συχνά δύο ή ακόμα και τρία χρόνια μέσα σε μια κοστοβόρα συνθήκη γενικευμένης αγωνίας παρατεταμένης αναμονής, κόπωσης, επαναλήψεων ακύρωσης σχεδίων, μικρών και μεγάλων στερήσεων. Το παιδί, εκτός από το στρες, είναι ήδη κουρασμένο από τον Σεπτέμβριο, από τα μαθήματα μέσα στο καλοκαίρι, από την προηγούμενη χρονιά, από τη διαρκή υπενθύμιση ότι πρέπει να πετύχει.

Το ίδιο και η οικογένεια. Έχει ήδη ζήσει αρκετό άγχος, αρκετές εντάσεις, αρκετές σιωπές, αρκετές προσαρμογές γύρω από το πρόγραμμα του παιδιού. Άρα ο τελευταίος μήνας δεν χρειάζεται να προσθέσει άλλο βάρος. Αντιθέτως, ιδανικά οφείλει να αφαιρέσει.

Ποιος κρίνεται;

Η ψυχολογική προετοιμασία των γονιών για τις Πανελλαδικές θα έπρεπε να έχει ολοκληρωθεί νωρίτερα. Αν ακόμα αναρωτιόμαστε αν το αποτέλεσμα του παιδιού θα κρίνει και εμάς, την επάρκειά μας, τις επιλογές μας, τις θυσίες μας, τότε είναι αργά να ξηλώσουμε όλο αυτό το εσωτερικό ψυχικό οικοδόμημα μέσα σε λίγες εβδομάδες. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να δούμε πόσο έχει ήδη επιβαρύνει το παιδί και να σταματήσουμε, όσο γίνεται, να το τροφοδοτούμε.

Δεν είναι η στιγμή να ανοίξουμε μέσα στο σπίτι συζήτηση για τις δικές μας προβολές, μα να τις κρατήσουμε μακριά από το παιδί. Να μην του φορτώσουμε την ανάγκη μας να δικαιωθούμε. Να μη ζητήσουμε από εκείνο, έστω και σιωπηλά, να μας επιβεβαιώσει.

Το άγχος που ίσως δεν μπορούμε να ελέγξουμε απόλυτα είναι το άγχος για το δικό του άγχος, για τη δική του πιθανή ματαίωση, για το πώς θα σταθεί αν κάτι δεν πάει όπως το θέλει. Αυτό είναι κατανοητό, αλλά και εδώ χρειάζεται μέτρο και ειλικρίνεια.

Η πίεση δεν προκύπτει πάντοτε μέσα από φωνές και τιμωρίες. Μπορεί να λέμε “εγώ δεν το πιέζω καθόλου”, ενώ η πίεση να του έχει ήδη διοχετευτεί όχι στα λόγια, μα μέσα από βλέμματα, σιωπές, ύφος, ατάκες τύπου “διάβασε λίγο ακόμα”, “ο τάδε τελείωσε την ύλη”, “τόσα λεφτά πληρώνουμε”.

Το πώς μιλάμε και φερόμαστε στο παιδί αυτόν τον μήνα εντάσσεται σε μια συνθήκη επικοινωνίας μέσα στην οποία είτε θα αντέξει είτε δεν θα αντέξει. Δεν το γράφω για να κουνήσω το δάχτυλο σε άλλους γονείς, αλλά για να το έχω μπροστά μου τις στιγμές, που μπορεί να με παρασύρει το άγχος για τυχόν ματαίωση του παιδιού μου.

Λιγότερος θόρυβος, περισσότερη διαθεσιμότητα

Θυμάμαι τον εαυτό μου, στον (πολύ λιγότερο) θόρυβο του τέλους της δεκαετίας του ενενήντα. Είχα βάλει πρώτη στοπ, ζητώντας από τους γονείς μου να μην αγοράζουν εφημερίδα και να μην ακούν ειδήσεις ούτε να συζητούν για τις εξετάσεις στο σπίτι (εργάζονταν ως καθηγητές).

Το θέμα των Πανελλαδικών ήταν, είναι και θα παραμείνει κεντρικό στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ενώ τα παιδιά πλέον έχουν να αντιμετωπίσουν και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το ιδανικό θα ήταν ο θόρυβος γύρω από τις εξετάσεις να μηδενιστεί. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, ας επιδιώξουμε τουλάχιστον να τον περιορίσουμε στο ελάχιστο.

Τι μπορούμε να κάνουμε πρακτικά; Δεν χρειάζεται κάθε μέρα συζήτηση για τις εξετάσεις. Δεν χρειάζονται ανακρίσεις τύπου “πώς πήγε το διάβασμα;”. Δεν χρειάζεται να μάθουμε τα πάντα έπειτα από κάθε διαγώνισμα, κάθε επανάληψη, κάθε μάθημα. Το εφηβάκι μας ξέρει ότι δίνει Πανελλαδικές. Δεν το βοηθάμε υπενθυμίζοντάς του το και στο σπίτι κάθε τρεις και λίγο.

Χρειάζεται, όμως, διαθεσιμότητα. Άλλο πράγμα ο έλεγχος και άλλο η διακριτική παρουσία. Το νόημα όσων χρειάζεται να ακούσει είναι το ακόλουθο: “Δεν θα σε ρωτάω συνέχεια. Αν χρειάζεσαι κάτι, είμαι εδώ”. Αυτή η φράση, όπως κι αν την εκφράσετε, δεν λύνει μαγικά το άγχος, μα το παιδί καταλαβαίνει ότι το στηρίζουμε και δεν έχουμε στόχο να το επιτηρήσουμε.

Υπενθύμιση φροντίδας

Κατά την περίοδο πριν από τις Πανελλαδικές, ο έφηβος πρέπει να φροντίσει το σώμα του, όχι γιατί το λέμε εμείς, αλλά για να λειτουργήσει πιο αποδοτικά, με όσο το δυνατόν λιγότερη σπατάλη δυνάμεων. Καλός ύπνος, φαγητό, νερό, κίνηση, διαλείμματα, περιορισμός της άσκοπης οθόνης, ιδιαίτερα πριν από τον ύπνο. Ένας κουρασμένος, άυπνος έφηβος δεν αποδίδει καλύτερα επειδή ξενύχτισε πάνω από το βιβλίο. Έτσι εξαντλείται περισσότερο. Προφανώς, οι γονείς δεν έχουμε τη δυνατότητα άμεσης παρέμβασης, αλλά αν δούμε ότι παραμελεί το σώμα του, του το υπενθυμίζουμε με διακριτικότητα, εξηγώντας γιατί η αυτοφροντίδα θα λειτουργήσει θετικά.

Τέλος στις συγκρίσεις

Τον τελευταίο μήνα, χρειάζεται να σταματήσουν οι συγκρίσεις. Βασικά, δεν θα έπρεπε καν να έχουν υπάρξει, αλλά η πλήρης απουσία τους καθ’ όλη τη διάρκεια της προετοιμασίας μοιάζει αδύνατη στο συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο. Σε κάθε περίπτωση, θυμηθείτε ότι κανένα παιδί δεν βοηθήθηκε ουσιαστικά επειδή άκουσε ότι κάποιος άλλος “έχει βγάλει την ύλη ήδη τρεις φορές”. Οι συγκρίσεις πληγώνουν και τώρα το παιδί χρειάζεται να συγκεντρωθεί στον εαυτό του και στις δικές του δυνατότητες.

Το παιδί δεν είναι το αποτέλεσμα που θα φέρει

Αν δεν έχει ήδη γίνει, χρειάζεται να αποσυνδεθεί η αξία του παιδιού από το αποτέλεσμα. Αυτό ακούγεται αυτονόητο, αλλά δεν είναι. Πολλά παιδιά πηγαίνουν στις Πανελλαδικές με την αίσθηση ότι κρίνεται η συνολική τους αξία. Ότι, αν δεν γράψουν καλά, θα απογοητεύσουν τους γονείς, θα ακυρώσουν τον κόπο τους και θα πέσουν στα μάτια τους. Αυτό είναι δυσβάσταχτο και είναι δική μας δουλειά να έχουμε εξηγήσει εκ των προτέρων ότι δεν ισχύει – και να λέμε αλήθεια.

Το κεντρικό νόημα των λόγων μας πρέπει να κινηθεί σε αυτό το πλαίσιο: “Θέλω να πας να γράψεις όσο καλύτερα μπορείς. Αλλά δεν είσαι οι βαθμοί σου. Δεν θα αλλάξει η αγάπη μου για σένα από τα αποτελέσματά σου”. Αρκεί να το πιστεύουμε. Αν δεν το πιστεύουμε, το παιδί θα το αφουγκραστεί.

Να μπορεί να ειπωθεί και το κακό σενάριο

Χρειάζεται σχέδιο για τυχόν αποτυχία, επειδή (το παιδί πρέπει να ξέρει ότι) υπάρχει ζωή ύστερα από ένα κακό γραπτό, μια στραβή ημέρα, μια λάθος επιλογή, μια δύσκολη σχολή που δεν ήρθε, ακόμα και έπειτα από μια αδικία.

Η φράση “μη σκέφτεσαι την αποτυχία” δεν είναι βοηθητική, γιατί είναι αναπόφευκτη. Δεν γίνεται να μη μας περάσει από το μυαλό ως σενάριο, σε μικρούς και μεγάλους. Αν ειπωθεί με τέτοια απολυτότητα ή αν το ενδεχόμενο ενός κακού σεναρίου μένει άρρητο, η αποτυχία φαντάζει ακόμα πιο τρομακτική, γιατί παρουσιάζεται σαν κάτι αδιανόητο. Πιο βοηθητικό είναι να πούμε: “Θα κάνεις την προσπάθειά σου. Αν κάτι δεν πάει όπως θέλεις, θα το δούμε μαζί μετά. Υπάρχουν πολλοί δρόμοι”.

Όταν το παιδί δεν κουβαλά μόνο τις εξετάσεις

Υπάρχουν παιδιά που δίνουν Πανελλαδικές ενώ ζουν παράλληλα μια δύσκολη συνθήκη. Έχουν βιώσει απώλεια, σοβαρή ασθένεια γονέα ή άλλου κοντινού προσώπου, οικονομική επισφάλεια, οικογενειακή απορρύθμιση, διαζύγιο σε οξεία φάση, πένθος που δεν έχει προλάβει να ειπωθεί, ή άγχος που ξεπερνά την αναμενόμενη αγωνία των εξετάσεων και χρειάζεται ιατρική ή ψυχοθεραπευτική παρέμβαση.

Τα παιδιά αυτά τα σκέφτομαι περισσότερο από όλα, γιατί ήμουν ένα από αυτά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν αρκεί το “κάνε υπομονή, τελειώνει”. Κουβαλούν άλλου είδους βάρος και μέσα σε αυτό η αποτυχία φαντάζει ακόμα τρομακτικότερη. Τα παιδιά αυτά χρειάζονται ειδική στήριξη.

Λιγότερες απαιτήσεις από το περιβάλλον, περισσότερη πρακτική βοήθεια. Σταθερή καθημερινότητα, όπου αυτό είναι δυνατόν, και συνεννόηση με το σχολείο ή το φροντιστήριο, χωρίς την άμεση εμπλοκή τους. Επαφή με ειδικό ψυχικής υγείας, όταν το άγχος παίρνει σωματική μορφή, όταν υπάρχουν κρίσεις πανικού, αϋπνία, απόσυρση, έντονο κλάμα, αυτομομφή, παραίτηση, αυτοτραυματισμοί ή όταν ακούμε φράσεις που δείχνουν ότι το παιδί δεν αντέχει άλλο.

Προσοχή: Δεν περιμένουμε να τελειώσουν οι εξετάσεις για να ζητήσουμε βοήθεια, αν βλέπουμε ότι το παιδί καταρρέει. Οι Πανελλαδικές είναι σημαντικές, αλλά τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από την ψυχική και σωματική ασφάλεια ενός εφήβου.

Σε παιδιά που ζουν μέσα σε φτώχεια ή σοβαρή οικονομική πίεση, χρειάζεται επίσης μεγάλη προσοχή. Αν οι φράσεις που ακούει το παιδί είναι τύπου “πρέπει να περάσεις για να σωθείς” ή “μόνο έτσι θα ξεφύγεις”, μπορεί να το μπλοκάρουν. Πράγματι, η εκπαίδευση ανοίγει δρόμους, αλλά ένα παιδί ήδη πληγωμένο και ζορισμένο βλέπει μπροστά του αποκλειστικά έναν μονόδρομο. Αυτόν της επιτυχίας.

Χρειάζεται να ακούσει ότι η προσπάθειά του έχει σημασία, ότι θα σταθούμε δίπλα του με τα μέσα που έχουμε, ότι θα αναζητήσουμε μαζί λύσεις. Κανένα παιδί δεν πρέπει να φέρει το βάρος ότι, μέσα σε τρεις ώρες εξέτασης, μπορεί να λυτρώσει ολόκληρη την οικογένεια.

Η προσωπική ζωή συνεχίζεται

Υπάρχει κάτι ακόμα που συχνά οι γονείς ξεχνάμε, ιδιαίτερα τον τελευταίο μήνα: ο υποψήφιος εξακολουθεί να είναι παιδί, έφηβος, άνθρωπος. Οι έξοδοι, οι παρέες, οι βόλτες, οι ώρες εκτός σπιτιού θα περιοριστούν, δεν γίνεται, όμως, να εξαφανιστούν. Ο προσωπικός χρόνος απαιτείται για την επίτευξη ψυχικής ισορροπίας.

Ένα παιδί που δίνει Πανελλαδικές χρειάζεται να βγαίνει. Για μια βόλτα. Για έναν καφέ. Για ένα μπασκετάκι. Για ένα σινεμά. Για έναν αγώνα (προσωπικές διέξοδοί μου πριν από τις εξετάσεις ήταν ο κινηματογράφος και το γήπεδο). Για μια βόλτα χωρίς συζήτηση για μόρια και βάσεις. Χρειάζεται ακόμα την παρέα του, όπως και χρόνο στο δωμάτιό του χωρίς να μπει κάποιος να ελέγξει αν κάνει επανάληψη.

Το ίδιο ισχύει και αν το παιδί έχει σχέση. Δεν είναι η στιγμή να αντιμετωπίσουμε τον σύντροφο ή τη σύντροφό του σαν απειλή για τις εξετάσεις. Η σχέση είναι μέρος της ζωής του. Μπορεί να χρειαστεί οργάνωση, να μειωθούν οι συναντήσεις, να συμφωνηθεί ότι θα βλέπονται συγκεκριμένες ώρες, συγκεκριμένες μέρες, χωρίς να διαλύεται το πρόγραμμα. Αλλά δεν πρέπει να παραμεληθεί ή να τελειώσει.

Ο έφηβος που αισθάνεται ότι πρέπει να διαλέξει ανάμεσα στη συναισθηματική του ζωή και στο διάβασμα θα θυμώσει και θα αντιδράσει, νιώθοντας ότι οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν τίποτα από αυτό που ζει. Και θα έχει απόλυτο δίκιο. “Πότε σε βοηθά να τον/τη βλέπεις; Πότε σε απορρυθμίζει; Πώς μπορείς να το χωρέσεις χωρίς να χαθεί ο ρυθμός σου;”

Τέτοιες ερωτήσεις είναι πολύ πιο ουσιαστικές από αφορισμούς τύπου, “τώρα δεν έχεις σχέση, έχεις Πανελλαδικές”. Γιατί, στην πραγματικότητα, έχει και τα δύο και πρέπει να μάθει να τα ισορροπεί.

Το παιδί χρειάζεται κάτι να περιμένει μετά

Εξίσου σημαντικό είναι να υπάρχει κάτι για μετά. Όχι ένα αόριστο “όταν τελειώσεις, θα ξεκουραστείς”, αλλά κάτι συγκεκριμένο για να περιμένει. Ένας φάρος. Ιδανικά, καλό είναι το παιδί να έχει κανονίσει εκ των προτέρων τις δικές του διακοπές, ανάλογα με την ηλικία, την ωριμότητα, τις οικονομικές δυνατότητες και τα όρια της οικογένειας, αλλά ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εξετάσεων. Μπορεί να είναι λίγες μέρες με φίλους σε ένα νησί, μια μικρή απόδραση με τη σχέση του, ένα ταξίδι στο εξωτερικό, μαθήματα οδήγησης ή η απόφαση να πηγαίνει κάθε μέρα για μπάνιο καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Τα παιδιά που δίνουν εξετάσεις χρειάζεται να βλέπουν ότι η ζωή δεν σταματά στις Πανελλαδικές. Ότι υπάρχει ένα μετά, που δεν ορίζεται από το αποτέλεσμα. Ότι έχουν πράγματα να περιμένουν. Ότι η προσπάθεια δεν οδηγεί μόνο σε ένα ακαδημαϊκό αποτέλεσμα, αλλά στο τέλος μιας δύσκολης περιόδου. Και στην αρχή μιας καινούργιας, ανεξάρτητης πορείας.

Θέλω να βρω δουλειά

Αν το παιδί επιμένει αυτή την περίοδο ότι θέλει να ψάξει για δουλειά το καλοκαίρι, χρειάζεται ψυχραιμία. Δεν είναι λάθος το ότι θέλει να δουλέψει. Αντιθέτως, είναι πολύτιμο. Η πρώτη επαφή με την εργασία, την ευθύνη, τα δικά του χρήματα, την πραγματικότητα έξω από το σχολείο, μόνο καλό θα του κάνει. Ίσως και να επιβάλλεται, αν το ίδιο το επιθυμεί σοβαρά.

Αλλά όχι μέσα στον τελευταίο μήνα. Τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για νέα μέτωπα, αναζήτηση εργασίας, βιογραφικά, συνεννοήσεις, αγγελίες, δοκιμαστικά και επιπλέον άγχη. Αυτή η περίοδος έχει άλλο στόχο: Ξεκούραση, φροντίδα, ανασυγκρότηση, στοχευμένη επανάληψη και λίγη φιλοσοφία ζωής, γιατί ο έφηβος αρχίζει να σκέφτεται ποιος είναι, τι θέλει, τι αφήνει πίσω του και τι ανοίγεται μπροστά του.

Μπορούμε να του πούμε: “Τελείωσε πρώτα τις εξετάσεις, πάρε ανάσα και μετά το οργανώνουμε σοβαρά”. Έτσι δεν ακυρώνουμε την επιθυμία του, αλλά την τοποθετούμε στον σωστό χρόνο.

Να σταθούμε δίπλα, όχι από πάνω

Υπάρχει και κάτι ακόμη, πιο δύσκολο. Χρειάζεται να αντέξουμε την αδυναμία μας να ελέγξουμε την έκβαση. Μπορούμε να οργανώσουμε το πρωινό της εξέτασης. Να ξέρει το παιδί τι επιθυμεί φάει, για να έχει καθαρό μυαλό. Να υπάρχει ηρεμία στο σπίτι. Να μην ξεκινήσουμε καβγάδες. Να μην ανοίξουμε συζητήσεις για βαθμούς και σχολές. Να προστατεύσουμε το παιδί από συγγενείς που ρωτούν αδιάκριτα. Να του θυμίσουμε την ταυτότητα, τα στιλό, την ώρα. Να του εξασφαλίσουμε ένα ασφαλές πλαίσιο.

Αλλά δεν μπορούμε να γράψουμε εμείς αντί για εκείνο. Δεν μπορούμε να μπούμε στη θέση του. Δεν μπορούμε να ακυρώσουμε την αγωνία του. Πρέπει να συνοδεύουμε διακριτικά, να είμαστε διαθέσιμοι, όχι παρεμβατικοί. Να του δείξουμε εμπιστοσύνη, ακόμα και αν μέσα μας ανησυχούμε.

Τον τελευταίο μήνα, λοιπόν, ας κρατήσουμε τα βασικά. Λιγότερα λόγια. Λιγότερες προβολές. Λιγότερες συγκρίσεις. Περισσότερη σταθερότητα. Περισσότερη ψυχραιμία. Περισσότερη φροντίδα χωρίς πνίξιμο. Χώρος για διάβασμα, αλλά και χώρος για ανάσες. Υπενθύμιση ορίων, αλλά όχι απουσία προσωπικής ζωής. Οι Πανελλαδικές είναι σημαντικές. Δεν είναι, όμως, η μοναδική πορεία ενός παιδιού. Αν αυτό δεν το θυμηθούμε πρώτα εμείς, δύσκολα θα μπορέσει να το πιστέψει το ίδιο.

Scroll to Top