Highlights
-
Η μετάβαση από τον κλασικό αφορισμό στην ψηφιακή του εκδοχή συνιστά ανατροπή στους μηχανισμούς απόδοσης κύρους.
-
Στον ψηφιακό λόγο, η σύντομη διατύπωση οφείλει να παράγει αυτοαναφορικά την εντύπωση βάθους, στερούμενη υποστηρικτικού πλαισίου.
-
Η πολυπλοκότητα και η αμφιβολία απαλείφονται συστηματικά, καθώς θεωρούνται εμπόδια στην ακαριαία πρόσληψη της πληροφορίας.
-
Στη γονεϊκότητα, ο αλγοριθμικός αφορισμός μετατρέπει παιδαγωγικές αρχές σε ανέφικτα δόγματα που προκαλούν ενοχή και άγχος.
-
Η «αισθητική της βεβαιότητας» δημιουργεί μια ψευδαίσθηση γνώσης που αγνοεί τη μεταβλητότητα των ανθρώπινων σχέσεων.
Ο αφορισμός, σύμφωνα με το Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, είναι μια σύντομη κρίση ή άποψη που διατυπώνει κάποιος με επιμονή χωρίς όμως τις απαραίτητες αποδείξεις. Αυτή η περιεκτική διατύπωση μιας γενικής αλήθειας ή αρχής, ως μορφή λόγου, επιδιώκει τη συμπύκνωση, όχι την υποκατάσταση της ανάλυσης. Στη σύγχρονη ψηφιακή πραγματικότητα, οι συμβουλές για γονείς υιοθετούν συχνά αυτή την αφοριστική μορφή, γεγονός που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους.
Οι αφορισμοί του παρελθόντος
Στην κλασική του χρήση, ο αφορισμός δεν λειτουργεί κατ’ ανάγκη αυτόνομα. Συνήθως, ανήκει σε ένα ευρύτερο σώμα σκέψης και προϋποθέτει γνώση του πλαισίου μέσα στο οποίο γράφτηκε, ώστε να γίνει κατανοητός.
Παραδείγματος χάρη, στην αρχαία ιατρική, οι αφορισμοί του Ιπποκράτη εντάσσονται σε ένα συγκροτημένο σώμα γνώσης και προκύπτουν από παρατήρηση, εμπειρία και διδασκαλία. Δεν γράφονται για ένα γενικό κοινό, κυκλοφορούν σε κύκλους μαθητείας και διαβάζονται μαζί με άλλα κείμενα.
Στην κλασική ελληνική φιλοσοφία, οι σύντομες και πυκνές διατυπώσεις συνδέονται με σχολές και με προφορική διδασκαλία και απαντούν σε διαφορετικά ρεύματα της αρχαιότητας, από την προσωκρατική σκέψη έως τις φιλοσοφικές σχολές της ελληνιστικής περιόδου. Δεν παρουσιάζονται ως αυτάρκεις «αλήθειες». Απαιτούν ερμηνεία από έναν αποδέκτη που γνωρίζει ότι εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο σκέψης και ποιο είναι αυτό και ότι αποτελούν μέρος συστηματικής διδασκαλίας και όχι αυτόνομες, αποκομμένες διατυπώσεις.
Ανάλογη είναι η συνθήκη και σε ανατολικές φιλοσοφικές παραδόσεις. Στα Ανάλεκτα του Κομφούκιου, στις Ουπανισάδες και σε βουδιστικά κείμενα όπως η Νταμαπάντα, οι σύντομες διατυπώσεις εντάσσονται σε συστήματα διδασκαλίας και συνοδεύονται από ερμηνευτικές παραδόσεις. Απευθύνονται σε κοινότητες που μοιράζονται έννοιες και πρακτικές και δεν προορίζονται, στο αρχικό τους πλαίσιο, να λειτουργήσουν ως αυτάρκεις, αποκομμένες απαντήσεις ούτε ως εύχρηστα αποφθέγματα γενικής κατανάλωσης.
Η νεότερη ευρωπαϊκή παράδοση κρατά αυτή τη σχέση ανάμεσα στη σύντομη διατύπωση, το έργο και τον αναγνώστη, αλλά τη μεταφέρει σε άλλο πεδίο: στο δοκίμιο, στη φιλοσοφική πρόζα, στο θραύσμα, στο ημερολόγιο, στο βιβλίο στοχασμών.
Από τον Πασκάλ και τις αποσπασματικές Pensées έως τον Νίτσε, όπου η αφοριστική μορφή καθιερώνεται ως βασικός τρόπος φιλοσοφικής γραφής , η σύντομη διατύπωση απευθύνεται σε αναγνώστη που επιστρέφει στο κείμενο, το εξετάζει σε σχέση με άλλα σημεία του και το ερμηνεύει, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να συμπληρώσει όσα δεν λέγονται ρητά. Ο αναγνώστης εδώ δεν είναι παθητικός καταναλωτής, αλλά συνδημιουργός του νοήματος.
Στον 20ό αιώνα, στον Αντόρνο του Minima Moralia και στον Μπένγιαμιν του Μονόδρομου, η αποσπασματική γραφή συνδέεται με την εμπειρία της νεωτερικότητας ως ασυνέχειας και ρήξης της ενιαίας αφήγησης, όπου η σκέψη δεν οργανώνεται σε ολοκληρωμένα συστήματα αλλά διατυπώνεται σε θραύσματα. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει μια σταθερά. Ο αφορισμός είναι συμπύκνωση επεξεργασμένης γνώσης και απευθύνεται σε κοινό που μπορεί να τον εντάξει σε πλαίσιο.
Ο δημόσιος λόγος στην εποχή των Μέσων Κοινωνικής Δικτύωσης
Μεταξύ της αποσπασματικής γραφής του 20ού αιώνα και της σημερινής χρήσης της σύντομης διατύπωσης μεσολαβούν συγκεκριμένες μορφές δημοσιεύσεων και κυκλοφορίας του λόγου. Η σύντομη φράση αρχίζει να αποσπάται από το ενιαίο έργο και να εμφανίζεται αυτόνομα σε άλλους τόπους: σε ανθολογίες γνωμικών, σε παραθέματα εκτός συμφραζομένων, σε επιγραμματικές στήλες του Τύπου, σε συνθήματα και σε δημόσιες διατυπώσεις που δεν συνοδεύονται από ανάλυση (π.χ. τίτλοι ειδήσεων, διαφημιστικά σλόγκαν, πρωτοσέλιδα εφημερίδων).
Σε αυτές τις μορφές, διατηρεί το κύρος της συμπύκνωσης, αλλά χάνει τη στήριξη του αρχικού της πλαισίου. Διαβάζεται χωρίς το σύνολο στο οποίο ανήκε και χωρίς τις προϋποθέσεις που θα επέτρεπαν την ερμηνεία της. Καθώς σταδιακά έφτασε να αντιμετωπίζεται ως πλήρης πρόταση, στη σημερινή συνθήκη γράφεται εξαρχής ως ανεξάρτητη.
Δημιουργοί περιεχομένου, οικονομία της προσοχής, πληθώρα πληροφορίας
Η έννοια του δημιουργού περιεχομένου συγκροτείται μέσα σε αυτή τη συνθήκη. Η παραγωγή λόγου οργανώνεται με δικούς της, παράδοξους όρους, όπου η μορφή — ιδίως αν είναι σύντομη — προηγείται της ανάλυσης, επειδή ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις διάδοσης και ορατότητας. Όλα αυτά, στο πλαίσιο της λεγόμενης «οικονομίας της προσοχής», όπου το περιεχόμενο αξιολογείται με βάση την άμεση ανταπόκριση και τη μετρησιμότητα της απήχησης.
Η μεταπανδημική περίοδος ενισχύει αυτή τη λειτουργία. Η υπερπληθώρα πληροφορίας, που έχει περιγραφεί ως “επιδημική υπερπληθώρα πληροφοριών” (infodemic), δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η επιλογή γίνεται με βάση την ταχύτητα και την αναγνωρισιμότητα. Οι πλατφόρμες ευνοούν περιεχόμενο που γίνεται αντιληπτό χωρίς καθυστέρηση, χρησιμοποιώντας αντίστοιχες λογικές ροής και κατάταξης. Ό,τι απαιτεί χρόνο, πλαίσιο, προσοχή, κριτική σκέψη και συγκέντρωση, υποχωρεί.
Η μεταβολή αυτή ανατρέπει το πώς αποδίδεται σε κάτι κύρος. Στο βιβλίο ή στη διδασκαλία, η σύντομη φράση αντλεί ισχύ από το σώμα κειμένου που την υποστηρίζει. Στις πλατφόρμες συμβαίνει το αντίθετο: η διατύπωση οφείλει να παράγει μια αυτοτελή εντύπωση βάθους. Όσο πιο κοφτή και κατηγορηματική είναι, τόσο ευκολότερα κυκλοφορεί. Η αμφιβολία, η εξαίρεση και η πολυπλοκότητα απαλείφονται συστηματικά, καθώς η διατήρηση των προϋποθέσεων της γνώσης κρίνεται ασύμβατη με την απαίτηση για ακαριαία πρόσληψη.
Ο αφορισμός στον σύγχρονο δημόσιο λόγο
Σε αυτή τη συνθήκη, η αφοριστική διατύπωση βρίσκει χώρο να ανθήσει και να διαχυθεί. Μπορεί να μην είναι ακριβής, είναι, όμως, λειτουργική στο σύγχρονο περιβάλλον, καθώς ευθυγραμμίζεται με τους όρους ταχείας πρόσληψης και αναπαραγωγής. Έτσι, η μορφή αρχίζει να προηγείται της σκέψης. Η φράση πρέπει να σταθεί μόνη της, να γίνει ανάρτηση, να αναπαραχθεί, να προκαλέσει αντιδράσεις. Η ανάλυση, όταν υπάρχει, ακολουθεί. Συχνά όμως δεν υπάρχει καθόλου.
Οι αφορισμοί των social media παράγονται από συγκεκριμένα άτομα (δημιουργοί), στο πλαίσιο οργανωμένων ή ημι-οργανωμένων πρακτικών παραγωγής περιεχομένου. Υπάρχουν επαγγελματίες που επιχειρούν να μεταφέρουν γνώση σε πλατφορμικό περιβάλλον, συμπιέζοντας τις έννοιες, λόγω περιορισμών μορφής και χρόνου πρόσληψης. Η σύντομη διατύπωση λειτουργεί ως εργαλείο προσαρμογής. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η φράση αποσπάται από το πλαίσιο που τη στηρίζει και αρχίζει να κυκλοφορεί ως γενικός κανόνας.
Υπάρχουν δημιουργοί χωρίς καμία, κυριολεκτικά καμία, επιστημονική κατάρτιση που βασίζονται σε προσωπική εμπειρία ή αποσπασματική γνώση ή σε κατασκευασμένες, ανακριβείς απαντήσεις συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης, τα λεγόμενα hallucinations. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αφοριστική μορφή λειτουργεί ως μηχανισμός κύρους μέσω της σαφήνειας και της κατηγορηματικότητας της διατύπωσης. Η καθαρή φράση δημιουργεί εντύπωση βεβαιότητας. Και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Οι αλγόριθμοι πουλούν (ανύπαρκτη) βεβαιότητα σε έναν κόσμο γεμάτο άγχος.
Υπάρχει, ακόμα, η οργανωμένη παραγωγή περιεχομένου από ομάδες marketing και εργαλεία AI, που παράγουν μαζικά σύντομες διατυπώσεις με στόχο τη διάδοση. Το κριτήριο, φυσικά, δεν είναι η ακρίβεια και η αλήθεια, αλλά η απόδοση (engagement, αναπαραγωγές, απήχηση). Η τεχνητή νοημοσύνη επιταχύνει αυτή τη διαδικασία, παράγοντας φράσεις που είναι άμεσα κατανοητές, χωρίς να προκύπτουν από συνεκτική επεξεργασία.
Υπάρχουν και εξαιρέσεις. Ένα μικρό μέρος επιστημόνων χρησιμοποιεί σύντομες διατυπώσεις με προσοχή και ευθύνη, εντάσσοντάς τες σε ευρύτερη εξήγηση ή δηλώνοντας ρητά τα όριά τους. Παρόλα αυτά, συνήθως η φωνή τους χάνεται στο ψηφιακό χάος.
Η σύγχρονη έρευνα δείχνει ότι η διάδοση αφορισμών ως απόλυτης αλήθειας έχει σοβαρές κοινωνικές και ψυχικές συνέπειες σε κάθε ηλικία. Η αποσπασματικότητα και η απουσία πλαισίου δημιουργούν στη μάζα μια αίσθηση κατανόησης, που δεν ισχύει στην πράξη. Οι άνθρωποι τείνουν να εμπιστεύονται πληροφορίες που μπορούν να επεξεργαστούν εύκολα. Η καθαρή, σύντομη φράση φαίνεται πιο αξιόπιστη από μια σύνθετη ανάλυση, ακόμη και όταν είναι ελλιπής.
Οι αφορισμοί στη γονεϊκότητα
Στη γονεϊκότητα, αυτό έχει συγκεκριμένες συνέπειες. Η ανατροφή ενός παιδιού εξαρτάται από το ίδιο το παιδί, τη σχέση, τους γονείς -χωριστά και ως ζευγάρι-, το περιβάλλον, τη χρονική στιγμή, τις συγκυρίες.
Η ίδια συμπεριφορά έχει διαφορετική σημασία σε διαφορετικές συνθήκες. Με άλλα λόγια, οι συμβουλές για γονείς χωρούν μόνο μέσα σε αυτό το ανομοιογενές πλαίσιο και δεν μπορούν να είναι απόλυτες, στη συντριπτική τους πλειονότητα. 
Η σύντομη διατύπωση δεν μπορεί να αποδώσει αυτή τη μεταβλητότητα, αν θέλει να διατηρήσει τη μορφή της. Αφαιρεί τις προϋποθέσεις και εμφανίζεται ως γενικός κανόνας, ενώ δεν είναι. Φυσικά, δεν μπορεί να αποδώσει ούτε την πολυπλοκότητα ούτε την ποικιλία των ανθρώπινων σχέσεων. Η άκριτη υιοθέτησή της κρύβει σοβαρούς κινδύνους, καθώς συχνά γίνεται αντιληπτή ως ένα “πρέπει” ή ως το “σωστό”, ανεξαρτήτως αντοχών και άλλων παραγόντων.
Το αποτέλεσμα είναι σύγχυση, πίεση, “λάθη”, άγχος, ενοχή. Πολλαπλές διατυπώσεις, συχνά ασύμβατες μεταξύ τους, παρουσιάζονται ως ισότιμες αλήθειες. Ο γονιός καλείται να επιλέξει χωρίς επαρκή κριτήρια και συνήθως βλέπει ότι η εμπειρία του δεν ταιριάζει με την αποσπασματική φράση. Με τον τρόπο αυτό, η ευθύνη για την “αποτυχία” μεταφέρεται στον ίδιο και η αγορά τρίβει τα αόρατα χέρια της.
Η “δημοκρατία” των αλγορίθμων καταλήγει σε μια “τυραννία των επιδόσεων”, όπου ο γονιός νιώθει διαρκώς ανεπαρκής μπροστά σε αφορισμούς που υπόσχονται την τελειότητα σε 15 λέξεις και καταναλώνει άκριτα προκειμένου να αντεπεξέλθει σε έναν ρόλο που ορίζεται από κάποιους άλλους. Δεν μπορούμε να γράφουμε για τη γονεϊκότητα με αφορισμούς. Αυτό που για κάποιους διαβάζεται ως γενική οδηγία, έτοιμη προς κατανάλωση, για μένα προϋποθέτει εξήγηση και ανάλυση.
Ποια “αλήθεια” μπορεί πράγματι να συμπυκνωθεί; Στη γονεϊκότητα, όπως και σε κάθε άλλο πεδίο της ανθρώπινης επικοινωνίας που απαιτεί χρόνο, λάθη, προσπάθεια, επανάληψη, τριβή, δεν υπάρχουν απολυτότητες. Όταν επιχειρείται αυτή η συμπύκνωση σε συμβουλές για γονείς χωρίς πλαίσιο και αναλυτική πληροφόρηση, η φράση δημιουργεί την εντύπωση ή μάλλον την ψευδαίσθηση γνώσης. Και αυτό, επαναλαμβάνω, είναι πολύ επικίνδυνο.



