Ο αυτοτραυματισμός στην εφηβεία και στη νεότητα βρίσκεται επιτέλους στον δημόσιο λόγο. Τις τελευταίες ημέρες η φράση «ένα στα έξι παιδιά αυτοτραυματίζεται» επαναλαμβάνεται σε τίτλους και ρεπορτάζ. Το συμπέρασμα προέκυψε από πανελλαδική έρευνα σε νέους 17–24 ετών, που πραγματοποιήθηκε για λογαριασμό του Υπουργείου Υγείας και της UNICEF από την εταιρεία δημοσκοπήσεων MARC.
Το στοίχημα είναι η έρευνα αυτή να αποτελέσει αφετηρία για σοβαρή συζήτηση σχετικά με την ψυχική υγεία των εφήβων και των νέων και να μην αρκεστούμε στον μηρυκασμό των σοκαριστικών –για όσους δεν γνώριζαν ή εθελοτυφλούσαν μπροστά στην ελληνική πραγματικότητα– στοιχείων.
Αν το δούμε ιστορικά, η ιδέα ότι ο σωματικός πόνος μπορεί να «σβήσει» ή να καλύψει τον ψυχικό δεν είναι καθόλου καινούργια. Σε διαφορετικές εποχές και πολιτισμούς, οι άνθρωποι κατέφυγαν στο σώμα τους για να αντέξουν ό,τι δεν άντεχε η ψυχή: αυστηρές νηστείες, εξαντλητική άσκηση, αυτομαστιγώσεις, πληγές του δέρματος, πρακτικές που άλλοτε ντύνονταν με θρησκευτικό ή κοινωνικό νόημα και άλλοτε απλώς υπήρχαν στο περιθώριο, χωρίς συγκεκριμένη πλαισίωση.
Σήμερα, συμπεριφορές που παλιότερα παρουσιαζόταν ως «άσκηση», «δοκιμασία» ή «ιδιορρυθμία» έχουν ονοματοδοτηθεί και ερμηνευτεί. Ο μη αυτοκτονικός αυτοτραυματισμός είναι ο τρόπος με τον οποίο κάποιοι άνθρωποι προσπαθούν να διαχειριστούν τον ψυχικό τους πόνο μέσα από το ίδιο τους το σώμα, θέτοντας πολλές φορές τον εαυτό τους σε κίνδυνο. Ο αυτοτραυματισμός λειτουργεί ως απεγνωσμένη προσπάθεια ρύθμισης συναισθήματος, ως ένας ορατός τρόπος προκειμένου να γίνει αντιληπτός ο αόρατος εσωτερικός πόνος.
Αυτοτραυματισμός στην εφηβεία: Η αρχή
Ας επιστρέψουμε, όμως, στα στοιχεία. Η έρευνα υλοποιήθηκε διαδικτυακά, σε δείγμα 502 νέων από όλη την Ελλάδα, στο πλαίσιο της «Εθνικής Δράσης για την Προαγωγή Υγείας Παιδιού και Οικογένειας» και του ειδικού προγράμματος για τον αυτοτραυματισμό. Επομένως, οι αριθμοί δεν προκύπτουν από κάποιο ιατρικό μητρώο περιστατικών, αλλά από αυτοαναφορές. Οι ίδιοι οι νέοι περιγράφουν πώς αισθάνονται, τι γνωρίζουν και αν έχουν οι ίδιοι εμπλακεί σε συμπεριφορές αυτοτραυματισμού.
Πριν καν φτάσει στον αυτοτραυματισμό, η έρευνα σκιαγραφεί μια βαριά συναισθηματική καθημερινότητα. Ένα μεγάλο ποσοστό των συμμετεχόντων δηλώνει ότι νιώθει συχνά ή πολύ συχνά έντονη λύπη, δυσφορία και άγχος, ότι «σφίγγεται» σωματικά από την πίεση, ότι δυσκολεύεται να μοιραστεί όσα νιώθει.
Τα κορίτσια δηλώνουν συστηματικά πιο επιβαρυμένη ψυχική κατάσταση από τα αγόρια, εικόνα συμβατή με διεθνείς έρευνες για την εφηβική και νεανική ψυχική υγεία. Η έρευνα επιβεβαιώνει ότι η δυσφορία δεν είναι η εξαίρεση, αλλά μάλλον ο κανόνας της νεανικής ζωής.
«Ενημέρωση» από τα social
Στο περιβάλλον αυτό, ο όρος «αυτοτραυματισμός» δεν είναι άγνωστος. Η συντριπτική πλειονότητα των νέων δηλώνει ότι γνωρίζει τι σημαίνει, όμως η πρώτη πηγή ενημέρωσης δεν είναι η οικογένεια ή το σχολείο. Είναι τα κοινωνικά δίκτυα.
Μέσα από αυτά έρχονται σε επαφή με πληροφορίες, εικόνες και αφηγήσεις σχετικές με τον αυτοτραυματισμό, πολύ συχνά εκτός ενός πλαισίου που να βοηθά στην κατανόηση και στην προστασία τους. Ακολουθούν οι φίλοι και οι συνομήλικοι. Η οικογένεια εμφανίζεται ως πρωτογενής πηγή ενημέρωσης σε ένα μικρό ποσοστό.
Η διάδοση εικόνων, αφηγήσεων και μοτίβων συμπεριφοράς μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα δημιουργεί νέους δρόμους μίμησης και εξοικείωσης. Όταν ο ψυχικός πόνος εκφράζεται δημόσια στο σώμα κάποιου άλλου – σε βίντεο, φωτογραφίες, στίχους ή διαδικτυακές «εξομολογήσεις» – ορισμένοι νέοι μαθαίνουν ότι αυτή η πρακτική υπάρχει, είναι διαθέσιμη, ανακουφίζει κάποιους και γίνεται αντιληπτή από τους συνομηλίκους.
Το ψηφιακό περιβάλλον δεν «γεννά» από μόνο του αυτοτραυματιστικές συμπεριφορές, αλλά μειώνει το αίσθημα μοναξιάς και προσφέρει έτοιμα σενάρια και «λύσεις» για τον αόρατο πόνο. Έτσι, η μίμηση μέσα από τα social media λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ενός παλιού, αλλά πλέον ονοματισμένου φαινομένου.
Η εμπειρία των νέων
Το πιο συζητημένο σημείο της έρευνας είναι, φυσικά, τα ποσοστά εμπειριών στον νέο πληθυσμό. Στο ερώτημα αν έχουν δοκιμάσει έστω μία φορά να αυτοτραυματιστούν, περίπου τρεις στους δέκα απαντούν «ναι» ή «ίσως, αλλά τότε δεν το θεωρούσα αυτοτραυματισμό». Δεν μιλάμε, λοιπόν, για περιθωριακό φαινόμενο – αντιθέτως, είδαμε ήδη ότι οι ανάλογες συμπεριφορές ήταν συνήθεις και παλαιότερα. Απλώς, δεν τις συζητούσαμε και δεν τις χαρακτηρίζαμε ως τέτοιες.
Ανάμεσα σε όσους έχουν δοκιμάσει, ένα σημαντικό ποσοστό αναφέρει επαναλαμβανόμενα επεισόδια, πάνω από δύο ή πέντε φορές. Ο αυτοτραυματισμός στην εφηβεία και στη νεότητα, σε πολλές περιπτώσεις, παύει να συμβαίνει «μια φορά από περιέργεια» και καταγράφεται ως σταθερό μοτίβο συμπεριφοράς.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η ηλικία πρώτης εμφάνισης. Ένα μέρος των νέων ατόμων που συμμετείχαν αναφέρει ότι αυτοτραυματίστηκε για πρώτη φορά πριν από τα 13 χρόνια τους, ενώ τα περισσότερα τοποθετούν την πρώτη εμπειρία στην πρώιμη εφηβεία. Τούτο σημαίνει ότι, όταν η έρευνα τα συναντά στα 17-24, για αρκετά έχουν ήδη περάσει χρόνια από τότε που ξεκίνησε αυτή η συμπεριφορά. Η πρώιμη εφηβεία αναδεικνύεται, έτσι, σε ένα κρίσιμο «παράθυρο» πρόληψης. Μόνο ουσιαστικές παρεμβάσεις μπορούν να προλάβουν μια πορεία που αλλιώς παγιώνεται.
Οι αιτίες που προβάλλουν οι ίδιοι οι νέοι για τον αυτοτραυματισμό τους είναι σοβαρές. Σπανιότατα συμβαίνει «για πλάκα» ή πειραματισμό. Στις πιο συχνές απαντήσεις περιλαμβάνονται η έντονη αναστάτωση, ο εσωτερικός θυμός, η απογοήτευση, η ανάγκη να σταματήσει ο συναισθηματικός πόνος ή το αίσθημα κενού. Σημαντικό ποσοστό δηλώνει ότι ήθελε «κάποιος να καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά».
Η έρευνα καταγράφει και τον ρόλο των ουσιών, όπως του αλκοόλ. Ένα σημαντικό μέρος των νέων που βλάπτουν τον εαυτό τους δηλώνουν ότι το κάνουν και όταν καταναλώνουν ουσίες. Τούτο δεν αποδεικνύει απαραίτητα αιτιατή σύνδεσή τους, υπενθυμίζει όμως ότι στην εφηβεία και στη νεότητα, συμπεριφορές υψηλού κινδύνου σπάνια εμφανίζονται μεμονωμένα. Συνδέονται μεταξύ τους και τροφοδοτούνται από το ίδιο υπόβαθρο ευαλωτότητας.
Σχεδόν εν αγνοία μας
Από όλα τα ευρήματα, ίσως το πιο ανησυχητικό αφορά την απόσταση ανάμεσα σε όσα ζουν οι νέοι και σε όσα γνωρίζουν οι ενήλικοι γύρω τους. Σύμφωνα με την έρευνα, λίγοι γονείς γνωρίζουν ότι το παιδί τους αυτοτραυματίζεται και το έχουν συζητήσει μαζί του. Όταν οι νέοι θέλουν να μοιραστούν την εμπειρία τους, επιλέγουν να μιλήσουν σε φίλους ή ομάδες σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Ακολουθούν οι γονείς, οι ψυχοθεραπευτές και άλλοι ενήλικοι, με σαφώς χαμηλότερα ποσοστά. Η γραμμή εμπιστοσύνης είναι καθαρά η συνομήλικη ομάδα. Κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται ότι οι γονείς είναι απαραίτητα αδιάφοροι προς τα παιδιά τους, πως έφταιξαν, πως δεν φρόντισαν… Στη σύγχρονη Ελλάδα, υπάρχουν σοβαροί ψυχοκοινωνικοί λόγοι για τους οποίους δεν θεωρούνται από τα παιδιά ασφαλείς αποδέκτες μιας τόσο δύσκολης εξομολόγησης.
Οι μπαμπάδες και οι μαμάδες μεγαλώνουν παιδιά μέσα σε ένα κράτος υπό κατάρρευση, όπου ο ψυχικός πόνος μικρών και μεγάλων παραμένει ταμπού, επομένως αόρατος και άρρητος. Όσο πιο σταθερά και υποστηρικτικά είναι τα οικογενειακά περιβάλλοντα, ανεξαρτήτως της μορφής της οικογένειας, τόσο πιο εύκολα τα παιδιά συνδέονται με τους γονείς και μαζί προλαμβάνουν σοβαρή ψυχική επιβάρυνση και βίαιες εκδηλώσεις συναισθημάτων.
Ένας στους έξι νέους αυτοτραυματίζεται
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φράση «ένας στους έξι νέους αυτοτραυματίζεται» χρησιμοποιείται ως συνοπτική περιγραφή της σοβαρότητας του φαινομένου. Η φράση «ένα στα έξι παιδιά» που διακινείται σε τίτλους είναι, όμως, ανακριβής. Η έρευνα αφορά νέους 17–24 ετών, δηλαδή εφήβους των τελευταίων τάξεων του Λυκείου και νεαρούς ενήλικους.
Δεν διαθέτουμε αντίστοιχα πανελλαδικά δεδομένα για μαθητές Δημοτικού ή για μικρότερους εφήβους. Η γενίκευση σε «όλα τα παιδιά» είναι μάλλον δημοσιογραφική υπερβολή, παρά επιστημονικό εύρημα – χωρίς τούτο να σημαίνει απαραίτητα ότι δεν ισχύει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό.
Η δημοσιοποίηση των στοιχείων συνδέεται με την ανακοίνωση ενός νέου προγράμματος για τον αυτοτραυματισμό. Στην Α΄ Ψυχιατρική Κλινική του ΕΚΠΑ, στο Αιγινήτειο Νοσοκομείο, δημιουργείται Πρότυπο Κοινοτικό Κέντρο για την ψυχική υγεία νέων 17–24 ετών, σε συνεργασία με τη UNICEF. Προβλέπονται δωρεάν κλινική αξιολόγηση, ατομικές και ομαδικές ψυχοθεραπείες, συμβουλευτική γονέων και δυνατότητα εξ αποστάσεως παρακολούθησης.
Η έρευνα, όσο σημαντική και αν είναι, δεν καλύπτει όλα τα κενά. Δεν περιλαμβάνει τις μικρότερες ηλικίες, βασίζεται σε διαδικτυακό ερωτηματολόγιο με σχετικά περιορισμένο δείγμα και δεν συνδέει τα ευρήματα με κλινικές διαγνώσεις ή με χρήση υπηρεσιών υγείας. Για να πετύχει η συγκεκριμένη πολιτική, χρειαζόμαστε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, συνδυασμό ποσοτικών και ποιοτικών ερευνών και συστηματική παρακολούθηση/καταγραφή των δεδομένων από σχολεία, δομές ψυχικής υγείας, γραμμές βοήθειας και κοινωνικές δομές.
Παρόλα αυτά, έχουμε πια στη διάθεσή μας μια πρώτη, έστω περιορισμένη, εικόνα για το πόσο συχνά οι νέοι στην Ελλάδα επιτίθενται με βία στο σώμα τους. Τα πορίσματά της δείχνουν εμφατικά ότι ο αυτοτραυματισμός στην εφηβεία και στη νεότητα δεν είναι «μόδα», αλλά ένας συχνός τρόπος διαχείρισης των αρνητικών συναισθημάτων. Εμφανίζεται νωρίς, ως ψυχική δυσφορία στην πρώιμη εφηβεία, εξελίσσεται σε επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά και δεν γίνεται αντιληπτός από τους ενήλικους.
Η πολιτεία χρειάζεται να αξιοποιήσει τα ευρήματα. Και έπειτα να ενισχύσει ουσιαστικά τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, να στηρίξει τις οικογένειες και να εκπαιδεύσει τους εκπαιδευτικούς. Αν οι γονείς και οι δάσκαλοι/-άλες και καθηγητές/-τριες αποκτήσουν εργαλεία για να βλέπουν και να ακούν έγκαιρα, αν επιδιώξουμε να προσεγγίσουμε τα παιδιά μας χωρίς φόβο, τότε η έρευνα μπορεί να αποδειχθεί μια σημαντική αρχή. Αν μείνουμε για άλλη μια φορά στα ευχολόγια, θα έχουμε χάσει άλλη μια ευκαιρία να προστατέψουμε την παιδική ηλικία, την εφηβεία και τη νεότητα.
Τα παιδιά μας «φωνάζουν» αθόρυβα ότι κάτι δεν πάει καλά. Είναι καιρός να τα ακούσουμε σοβαρά.



