Πώς να μεγαλώσεις μια χαρούμενη μαμά

Πώς να μεγαλώσεις μια χαρούμενη μαμά. Αποδομώντας τη φαντασίωση για τη μητρότητα

H σύγχρονη μητρότητα, αν και θεωρητικά οι συνθήκες κύησης, τοκετού και ανατροφής είναι καλύτερες απ’ ό,τι στο παρελθόν, ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τη μητρική κούραση, που εγκαθίσταται μόνιμα στο γυναικείο σώμα. Οι εποχές του εξωραϊσμού της έχουν παρέλθει. Πλέον λέμε αλήθειες. Δύσκολα βρίσκει κανείς μια χαρούμενη μαμά. Συνήθως, τα νεύρα της είναι τεντωμένα, το άγχος της βαράει κόκκινο, ο ύπνος της δεν είναι ποτέ αρκετός, η μέση, η πλάτη και τα χέρια της πονούν, τα μαλλιά της είναι άλουστα και η υπομονή της τελειώνει πριν τελειώσει η μέρα –καμιά φορά ακόμα και στην αρχή της.

Δυστυχώς, οι μητέρες που δυσκολεύονται εξακολουθούν να αναζητούν λύσεις που αφορούν αποκλειστικά το παιδί τους και όχι τις ίδιες. Θα αγοράσουν άλλο ένα βιβλίο για τα όρια, θα ξεφυλλίσουν άλλον έναν οδηγό για τον πρώτο χρόνο ζωής, θα δοκιμάσουν άλλη μια μέθοδο για σίγουρο ύπνο ή άλλη μια λίστα με «καλές πρακτικές ανατροφής».

Οι κουρασμένες μητέρες, που προσδοκούν την τελειότητα, αισθάνονται ενοχές απέναντι στο παιδί τους και ντροπή απέναντι σε σημαντικούς ή ασήμαντους άλλους, με αποτέλεσμα να επιβαρύνονται ακόμα περισσότερο ψυχικά και συχνά να παγώνουν από την απόγνωση.

Τι θα μπορούσε, άραγε, να απενοχοποιήσει τη μητρική κούραση και την παραμέληση του εαυτού; Τι θα μπορούσε να πείσει τις μαμάδες του 2025 ότι έχουν δικαίωμα στην ανάπαυση και στην αξιοπρέπεια; Ίσως το να καταλάβουν ότι όσο καλύτερα αισθάνονται οι ίδιες, όσο πιο αυθεντικές είναι, τόσο καλύτερα και αυθεντικότερα θα μεγαλώσει και το παιδί τους. Και πως αυτό δεν είναι διαπραγματεύσιμο, αλλά απολύτως αναγκαίο για όλα τα μέλη της οικογένειας.

Χαρούμενη μαμά. Γίνεται;

Σε αυτό το σημείο, έρχεται η Anna Mathur και το βιβλίο της Πώς να μεγαλώσεις μια χαρούμενη μαμά. Φρόντισε τον εαυτό σου, νιώσε καλά και τότε θα δεις να ανθίζουν και τα παιδιά σου! (Raising a Happier Mother), που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Key Books, σε μετάφραση της Αναστασίας Χρηστώφ.

Το κείμενο είναι γραμμένο αποκλειστικά από τη σκοπιά της μητέρας. Δεν φωτίζει το παιδί, δεν ασχολείται αυτόνομα με τον πατέρα και τη δική του ψυχική διαδρομή στη γονεϊκότητα, δεν υπόσχεται την «τέλεια» ανατροφή, αλλά στρέφει επιτέλους τον φακό εκεί όπου συνήθως δεν κοιτάμε. Στο πώς νιώθει η ίδια η μητέρα μέσα στην καθημερινότητά της. Να σας πω ένα μυστικό; Νιώθει πελαγωμένη και ήρθε η ώρα να συζητήσουμε ανοιχτά για αυτό.

Η Mathur είναι ψυχοθεραπεύτρια, μητέρα τριών παιδιών και συγγραφέας, που έχει χτίσει ένα σταθερό κοινό, μέσα από βιβλία, podcasts και δημόσιες παρεμβάσεις για τη μητρική ψυχική υγεία. Το κεντρικό της αίτημα είναι απλό, αλλά καθόλου αυτονόητο: Η φροντίδα των παιδιών δεν μπορεί να σημαίνει μόνιμη αυτοπαραίτηση της μητέρας.

Όταν η μητέρα ζει στα όρια της εξάντλησης, όταν δεν έχει χώρο για τα δικά της συναισθήματα ούτε λέξεις για να τα εκφράσει ούτε ανθρώπους για να τα μοιραστεί, οτιδήποτε προσφέρει στο παιδί στήνεται πάνω σε μια δυσλειτουργική βάση διαρκούς υπερκόπωσης. Μέσα σε αυτό το οικογενειακό πλαίσιο, οι αντιδράσεις του πατέρα (αναστεναγμοί, σχόλια, βλέμματα κ.λπ.) πυροδοτούν την ήδη εξαντλημένη μητέρα με το υπερφορτωμένο νευρικό σύστημα.

Διαβάζοντας το βιβλίο, έκανα «αναγκαστικά» λίγη επιπλέον ψυχοθεραπεία, επιστρέφοντας χρόνια πίσω, στον πρώτο καιρό της μητρότητας. Ζούσα κι εγώ σε ένα διαρκές burnout, χάνοντας εξουθενωμένη μικρές απολαύσεις της καθημερινότητας, που πέρασαν ανεπιστρεπτί. Και το χειρότερο; Δεν ζήτησα βοήθεια, γιατί δεν κατάλαβα ότι χρειαζόμουν βοήθεια. Δεν σκέφτηκα να διεκδικήσω βοήθεια. Ήμουν τόσο στον αυτόματο, που μάλλον είχε ασυνείδητα εγκαθιδρυθεί μέσα μου η στρεβλή πεποίθηση ότι μάνα σημαίνει απόλυτη θυσία. Η φαντασίωσή μου για τη μητρότητα φώλιασε και στο δικό μου μυαλό, χωρίς να το πάρω είδηση.

Στο επίκεντρο των πάντων έπρεπε να είναι το ευ ζην του παιδιού, παρά το κόστος για μένα. Κανείς, όμως, δεν μου είπε ότι το ευ ζην του παιδιού δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί αν εγώ δεν ήμουν εντάξει. Αν δεν με συμπονούσα και δεν με ενθάρρυνα, πώς θα τα έβγαζα πέρα; Ευτυχώς, με την αρωγή του περιβάλλοντός μου, τα πράγματα πήγαν αρκετά καλά. Όμως, θα μπορούσαν να έχουν πάει αρκετά καλύτερα αν γνώριζα τότε όσα γνωρίζουμε σήμερα. Γι’ αυτό και αντιλαμβάνομαι την αξία αυτού του βιβλίου και το παρουσιάζω τόσο αναλυτικά.

Τι βιβλίο είναι και τι δεν είναι

Η συγγραφέας ξεκαθαρίζει εξαρχής ότι δεν έχει γράψει ένα ακόμη εγχειρίδιο τεχνικών γονεϊκότητας ούτε ένα βιβλίο για την ανατροφή των παιδιών. Στις σελίδες του, δεν θα βρούμε λίστες, συστήματα ανταμοιβής ή λεπτομερή προγράμματα οργάνωσης της ρουτίνας του παιδιού. Το βιβλίο έχει άλλη βάση. Ξεκινά από τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα μιλά στον εαυτό της, από τα αόρατα «πρέπει» που κουβαλά, από το πώς έχει μάθει να μετρά την αξία της ανάλογα με το αν «στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων ή όχι» – ένα ύψος που άλλοι όρισαν για εκείνη.

Το σταθερό, ήρεμο κείμενο, όχι απλές εμπειρικές συμβουλές, αλλά απόσταγμα κλινικής πρακτικής, δεν δίνει οδηγίες. Αυτό που κάνει είναι να αναγνωρίζει τις πιο σκοτεινές πλευρές της μητρότητας και να τις ονοματίζει, χωρίς να τις δραματοποιεί. Αντί να κουνά το δάχτυλο, η Mathur προσπαθεί να λύσει, βήμα βήμα, τον κόμπο των υπερβολικών κοινωνικών και οικογενειακών απαιτήσεων που κάποιοι έχουν από τη μητέρα, αλλά και τον κόμπο όσων έχει εκείνη μέσα στο μυαλό της.

Anna MathurΑυτά που δύσκολα γράφονται

Η Mathur δεν φοβάται να σταθεί εκεί όπου άλλα βιβλία μητρότητας σιωπούν. Γράφει για τη μητρική οργή, για την ντροπή, για ανάρμοστες σκέψεις που μπορεί να τρομάζουν τη μητέρα, για εκείνες τις στιγμές που η ίδια σχεδόν δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της. Και όλα αυτά δεν τα αντιμετωπίζει ως παρεκκλίσεις από την κανονικότητα, αλλά ως σήματα ενός νευρικού συστήματος που ζει επί μήνες ή χρόνια σε μόνιμη ένταση και κατάσταση συναγερμού.

Ο θυμός, για παράδειγμα, δεν εμφανίζεται από το πουθενά. Τροφοδοτείται από χρόνια στέρησης ύπνου, από ατέλειωτες οικιακές δουλειές, από το αόρατο νοητικό φορτίο (mental load) με το οποίο είναι επιβαρυμένη, από το αίσθημα ότι όλοι απαιτούν από εκείνη, μα κανείς δεν τη βλέπει ούτε την ακούει. Η μητρική ενοχή δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά το αποτέλεσμα ενός πολιτισμικού κλίματος που επιμένει να απαιτεί από τη γυναίκα που έχει παιδιά αυτοθυσία χωρίς όρια.

Η Mathur δεν αρκείται στο να πει «μη νιώθεις έτσι». Αυτό από μόνο του όχι απλώς δεν βοηθάει, αλλά μάλλον φορτώνει με ακόμα περισσότερο άγχος, ντροπή και αίσθηση αποτυχίας. Γι’ αυτό, αναλύει από πού προέρχονται τα αρνητικά συναισθήματα και πώς μπορούν να επαναπροσεγγιστούν, χωρίς η μητέρα να καταδικάζεται σε διαρκή αυτοκριτική.

Η συγγραφέας δεν μιλάει για τη μητρική εξάντληση γενικά και αόριστα. Οργανώνει ουσιαστικά όλο το υλικό της γύρω από μια μικρή, αναγνωρίσιμη έξι δέσμη εμποδίων, όπου σκοντάφτει ξανά και ξανά η καθημερινότητα των μητέρων:

  • τις ενοχές,
  • τον θυμό και την ευερεθιστότητα,
  • τη σύγκριση και την κριτική
  • τη μοναξιά και την αδυναμία σύνδεσης
  • τον φόβο και το άγχος
  • την υπερφόρτωση και την εξουθένωση

Γύρω από αυτά, χτίζει μια δομημένη διαδρομή: τα ονομάζει, τα αποδομεί και προτείνει τρόπους να χαλαρώσει σταδιακά η αρνητική επιρροή τους στην καθημερινή ζωή της μητέρας.

Από την ψυχοθεραπεία στο σπίτι

Όπως προανάφερα, η βάση του βιβλίου είναι ψυχοθεραπευτική, αλλά ο τρόπος γραφής είναι συνειδητά κατανοητός, χωρίς να απαιτούνται επιστημονικές γνώσεις. Η Mathur παίρνει ψυχολογικές έννοιες, όπως ρύθμιση του συναισθήματος, όρια, εσωτερική φωνή, και τις τοποθετεί στην κουζίνα, στο παιδικό δωμάτιο, στην κρεβατοκάμαρα. Σε κάθε μέρος όπου κάποια μαμά προσπαθεί να κλείσει για λίγο τα μάτια, να πάρει μιαν ανάσα και δεν μπορεί.

Κάθε κεφάλαιο συνδυάζει μικρές ιστορίες από μητέρες, εμπειρίες από το θεραπευτικό της δωμάτιο και ερωτήσεις για στοχασμό, μαζί με προτάσεις για απλές πρακτικές, που χωρούν σε μια δύσκολη ημέρα, γεμάτη από φροντίδα των άλλων. Διότι, τα εργαλεία που προτείνει η Mathur δεν προϋποθέτουν ιδανικές συνθήκες – γιατί ιδανικές συνθήκες δεν υπάρχουν. Η μητέρα δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί από την οικογενειακή εστία για να δουλέψει με τον εαυτό της, αφήνοντας πίσω της χάος.

Αυτό που χρειάζεται να κάνει είναι μικρές εσωτερικές μετατοπίσεις, όπως ένα διαφορετικό, πιο επιεικές σχόλιο προς τον εαυτό έπειτα από μια δύσκολη μέρα, μια πιο ρεαλιστική προσδοκία για το τι σημαίνει «καλή» μέρα με τα παιδιά, μια συνειδητή απόφαση να ζητηθεί βοήθεια.

Ποια είναι η «αρκετά καλή μαμά»;

Ένας από τους σταθερούς άξονες του βιβλίου είναι η αποδόμηση του μύθου της «τέλειας μητέρας», όπως αυτός έχει στηριχτεί σε στερεοτυπικές εικόνες και πατριαρχικές συνθήκες αιώνων, που ελάχιστα μοιάζουν με τη σύγχρονη ζωή. Το ξήλωμά του δεν είναι καθόλου εύκολο, καθώς δεν τον συνειδητοποιούμε ως τέτοιον, αλλά ως κανονικότητα για όλους τους άλλους, πλην ημών.

Η φαντασίωση για τη μητρότητα αναπαριστά μια «τέλεια μητέρα», όμορφη και κομψή, που εργάζεται, μαγειρεύει υγιεινά και νόστιμα, παίζει με τα παιδιά της για ώρα, τα συνοδεύει παντού ενθουσιασμένη, είναι ήρεμη, δεν χάνει ποτέ την ψυχραιμία της, έχει χρόνο για τα πάντα, ενδεχομένως και για τον εαυτό της – αλλά μόνο αφού έχει εξυπηρετήσει όλους τους άλλους.

Η Mathur προτείνει μια διαφορετική, ρεαλιστική εκδοχή. Η «αρκετά καλή» μητέρα, γιατί αυτήν πρέπει να αναζητάμε, δεν είναι αυτή που τα κάνει όλα και συμφέρει, όπως προστάζει η φαντασίωση της μητρότητας. Είναι εκείνη που παραμένει ανθρώπινη, που επιτρέπει στον εαυτό της να είναι κουρασμένη, που μπορεί να πει «σήμερα δεν μπορώ άλλο», που δέχεται ότι κάποια πράγματα θα μείνουν πίσω.

Το βιβλίο δεν αποποιεί τη μητρική ευθύνη. Αντιθέτως, αναγνωρίζει ξεκάθαρα πόσο επηρεάζει η συναισθηματική κατάσταση του γονιού τα παιδιά. Αυτό που προσπαθεί να κάνει, και τα καταφέρνει, είναι να αποσυνδέσει την ευθύνη από την αυτοτιμωρία, τον φόβο και την ντροπή και να απαλλάξει τη μητέρα από περιττά βάρη  – κυρίως από τη φαντασιακή εκδοχή του εαυτού της ως μητέρας, όποια κι αν είναι αυτή.

Αυτοφροντίδα χωρίς ροζ φίλτρα

Ο όρος «αυτοφροντίδα», φορτωμένος με εικόνες από ροζ αφρόλουτρα και αγχολυτικά κεριά, μπορεί να κουράζει. Το βιβλίο αυτό επιχειρεί να τον καθαρίσει από τη διαφημιστική του συμπαραδήλωση και να τον επανατοποθετήσει εκεί όπου ανήκει: Στο αυτονόητο δικαίωμα της μητέρας να ξεκουράζεται, να έχει χρόνο για τον εαυτό της, να βάζει όρια, να λέει «όχι» και να κάνει λάθη, χωρίς να νιώθει ότι καταρρέει η εικόνα και ο κόσμος της.

Η Mathur δεν μιλά για υπερβολική και ανέφικτη αυτοφροντίδα, αλλά για την ελάχιστη βάση που χρειάζεται για να μπορεί η μητέρα καταρχάς να στέκεται στα πόδια της. Αν είστε μητέρα, το γνωρίζετε καλά. Πολλές φορές μένουμε όρθιες μόνο σωματικά, ενώ ψυχικά βρισκόμαστε στα τάρταρα. Επιβιώνουμε, όμως δεν ζούμε.

Αν γίνει αυτή η μικρή μετατόπιση, αν η γυναίκα καταλάβει ότι η αυτοφροντίδα δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για την αυθεντική μητρότητα, έχει κάνει ένα σπουδαίο βήμα. Τολμώ να πω ότι είναι μια πολιτική απόφαση της να διεκδικήσει να μην εξαντλείται, έστω κι αν αυτό δεν διατυπώνεται ακόμα ξεκάθαρα ως προϋπόθεση για μια βιώσιμη, αυθεντική μητρότητα.

Στην ελληνική κοινωνία, η μητρότητα εξακολουθεί συχνά να συνδέεται με την αντοχή, την παραίτηση και τη σιωπή. Φοράμε τη μάσκα τού «καλά είμαι, ευχαριστώ. Εσύ;» είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Αυτό το βιβλίο μπορεί να δώσει ώθηση σε πολλές μαμάδες, παλιές και καινούργιες, ώστε να σπάσουν αυτήν την τραυματική αλυσίδα. Με τον τρόπο αυτό, να ωφελήσουν όχι μόνο τους εαυτούς τους, αλλά και τα παιδιά τους και τους/τις συντρόφους τους, προσφέροντάς τους ασφάλεια, αγάπη και αυτοπεποίθηση.

Μας αφορά όλες;

Παρότι ο τίτλος συχνά πλαισιώνεται, όχι άδικα φυσικά, ως ιδανικό δώρο για «νέες μαμάδες», το βιβλίο δεν περιορίζεται στα πρώτα χρόνια, τα λεγόμενα βρεφικά. Αφορά εξίσου τις μητέρες που παλεύουν με νήπια, εκείνες που ζουν στο χάος του δημοτικού, αλλά και γυναίκες σαν εμένα, με παιδιά στην εφηβεία, που συνειδητοποιούμε ότι δεν σταματήσαμε ποτέ να λειτουργούμε σε κατάσταση συναγερμού, με μεγάλο ψυχικό και σωματικό κόστος.

Διαβάζοντάς το, θα αισθανθείτε σίγουρα πως επιτέλους βρέθηκε κάποια γυναίκα που περιγράφει με λόγια την εσωτερική σας πραγματικότητα, χωρίς να σας κρίνει. Ακόμα κι αν τα παιδιά σας είναι μεγάλα, στις σελίδες του θα βρείτε ιδέες, λύσεις, προτάσεις που θα σας βοηθήσουν και θα σας ενδυναμώσουν. Θυμηθείτε, καμιά μας δεν είναι αυτάρκης. Χρειαζόμαστε βοήθεια. Και αυτό δεν πειράζει καθόλου, μα καθόλου.

Το Πώς να μεγαλώσεις μια χαρούμενη μαμά. Φρόντισε τον εαυτό σου, νιώσε καλά και τότε θα δεις να ανθίζουν και τα παιδιά σου! δεν είναι το βιβλίο που θα λύσει με ένα μαγικό ραβδάκι όλα τα προβλήματά σας. Είναι, όμως, ένα ουσιαστικό κείμενο που ψυχογραφεί τη μητέρα και της προσφέρει πλαίσιο, λέξεις και ήπιες πρακτικές αναγνώρισης και έκφρασης των συναισθημάτων και των αναγκών της

Για μητέρες που έχουν κάνει ή βρίσκονται σε ψυχοθεραπεία, το κείμενο μπορεί να λειτουργήσει συμπληρωματικά, σαν μια καθημερινή, προσβάσιμη υπενθύμιση όσων δουλεύουν στον θεραπευτικό χώρο π.χ. της τελειομανίας ή της ανάγκης για έλεγχο. Για όσες δεν έχουν έρθει ακόμα σε επαφή με το λεξιλόγειο της ψυχικής υγείας, είναι η ιδανική εισαγωγή-ψυχοεκπαίδευση σε έναν νέο τρόπο σκέψης, όπου η μητέρα έχει δικαίωμα να νιώθει καλά, ασφαλής και ήρεμη, χωρίς πίεση, μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο. Τέλος, για τους μπαμπάδες, τους βοηθά να καταλάβουν τι βιώνει σιωπηρά η γυναίκα δίπλα τους και να αναθεωρήσουν πράγματα στην καθημερινότητά τους προς όφελός της.

Δεν με φρόντισα…

Διάβασα το βιβλίο από τη σκοπιά μιας γενιάς γυναικών που μπήκαν στη μητρότητα χωρίς να έχουν ακούσει ποτέ τη λέξη «αυτοφροντίδα». Δεν με φρόντισα, γιατί δεν ήξερα. Αυτό που χρωστώ στην πανδημία είναι ότι με έβγαλε από αυτή τη λούπα, μου έδωσε χρόνο να δουλέψω με τον εαυτό μου και έτσι πήρα ξανά τη ζωή μου στα χέρια μου. Ακόμα θα θεωρούσα εγωιστική πράξη το να κοιμηθώ μια ώρα παραπάνω την Κυριακή ή να κάνω ένα βαθύ ζεστό μπάνιο ή να μη σιδερώσω ή να πάω για ένα ποτό.

Φυσικά, δεν ήμουν μόνο εγώ. Πολλές μητέρες μεγάλωσαν και μεγαλώνουν παιδιά, ενώ οι ίδιες συνεχίζουν, στην ουσία, να μη φροντίζουν τον εαυτό τους. Πολλές μητέρες βάζουν στην άκρη τις ανάγκες τους, θεωρώντας δεδομένο ότι «έτσι είναι τα πράγματα», και μετρούν την αξία τους με βάση το πόσο αντέχουν. Πολλές μητέρες είναι διαρκώς ευερέθιστες και δέχονται μομφές από τους συντρόφους τους. Και όλα τα παραπάνω παραμένουν ταμπού.

Το βιβλίο της Mathur μπορεί να λειτουργήσει ως αφορμή για να επαναφηγηθείτε την προσωπική σας ιστορία σε πρώτο πρόσωπο. Τουλάχιστον, αυτό έκανα εγώ, διαβάζοντάς το. Στις σελίδες του, ξεδιπλώνεται η ζωή της σύγχρονης μητέρας, που δεν έμαθε ποτέ να στρέφει την προσοχή της στον εαυτό της. Ήρθε η ώρα να μάθει και το πώς και το γιατί πρέπει να το κάνει.

Δεν είναι προσωπική ιδιοτροπία ούτε εγωιστικό το να χρειάζεσαι στήριξη, ξεκούραση, όρια, χρόνο. Είναι προϋπόθεση για να μπορεί κάθε παιδί να μεγαλώνει ανθρώπινα δίπλα σε μια μητέρα που δεν είναι μόνιμα σε κατάθλιψη, εξαντλημένη, θυμωμένη, διαλυμένη από τις τύψεις ή όλα αυτά μαζί. Δεν χρειάζονται άλλα αυτο-σαμποτάζ ούτε αυτοτιμωρίες όταν νομίζουμε ότι αποτύχαμε.

Από την εξάντληση στην ενδυνάμωση

Πάνω σε αυτό το υγιές υπόβαθρο, κάθε νέα μητέρα μπορεί να αξιοποιήσει τις στιγμές συνειδητοποίησης, προκειμένου να χτίσει μια όμορφη ζωή για εκείνη και την οικογένειά της. Το βιβλίο την ενθαρρύνει να συμπονέσει τον εαυτό της. Είναι ήδη αρκετά καλή μητέρα. Αν θέλει να απελευθερωθεί από όσα τη βαραίνουν και να γίνει λίγο καλύτερη ακόμα, έχει τα εργαλεία. Και σε κάθε περίπτωση, δεν είναι πια αόρατη ούτε οι διεκδικήσεις της είναι άρρητες.

Η Mathur τής μαθαίνει έννοιες, της προσφέρει λέξεις για να διεκδικήσει, της εξηγεί ότι αν εκείνη δεν νιώθει εντάξει, εάν ζει εξαντλημένη και θλιμμένη, θα αντιμετωπίσει αχρείαστες δυσκολίες με το παιδί. Αν δεν μάθει να φροντίζει τον εαυτό της, τότε πώς θα μπορέσει να φροντίσει έναν άλλο, μικρό άνθρωπο; Κάτι πρέπει να αλλάξει πρώτα για εκείνη· να ενδυναμωθεί. Να εμπιστευτεί ξανά το μητρικό της ένστικτο. Να δώσει χώρο στις σκέψεις και στα θέλω της. Σύντομα, έτσι, θα δει το παιδί της να ανθίζει και να μεγαλώνει όμορφα.

Ζούμε στην εποχή του διαδικτύου, όπου υπάρχει πολύς θόρυβος, σύγκριση και κριτική αλλά και κάμποση σωστή πληροφορία. Αν μείνουμε σε αυτή, ελεύθερες από παλαιές προσδοκίες, και αν δημιουργήσουμε σταδιακά ένα υποστηρικτικό δίκτυο, θα πάψουμε να φοβόμαστε την ανθρώπινη ευαλωτότητά μας και τα όρια της φύσης μας.

Είναι άδικο τόσο για εμάς τις ίδιες όσο και για τα παιδιά μας να παραμένουμε εγκλωβισμένες σε κοινωνικά μοντέλα που τρέφονται από την αυταπάρνηση, τη σύγκριση και την κριτική. Είναι άδικο να ζούμε μέσα στη μοναξιά, στον φόβο, στην εξάντληση και στον πανικό, αδυνατώντας να συνδεθούμε ουσιαστικά. Πάμε να γίνουμε χαρούμενες μαμάδες!

 

Πώς να μεγαλώσεις μια χαρούμενη μαμά

Εκδόσεις KeyBooks, μετάφραση: Αναστασία Χρηστώφ

Scroll to Top