αναπηρία ως βρισιά στο σχολείο

«Έλα ρε, είσαι ΑμεΑ;» Όταν η αναπηρία γίνεται βρισιά στο σχολικό προαύλιο

Highlights

  • Η αναπηρία και όροι όπως «ΑμεΑ» και «αυτιστικός» αποσπώνται από την κυριολεκτική τους έννοια και γίνονται σήμα κατωτερότητας.
  • Οι μισαναπηρικές βρισιές λειτουργούν ως εργαλείο ιεράρχησης μέσα στην εφηβική, κυρίως ανδρική, ομάδα και «δένουν» την παρέα απέναντι σε έναν αδύναμο άλλο.
  • Η διαδικτυακή κουλτούρα επιταχύνει τη διάδοση αυτής της γλώσσας, που μετά αναπαράγεται ωμά στο σχολείο.
  • Πίσω από τη βρισιά κρύβονται φόβος, άρνηση της ευαλωτότητας και βαθιά πατριαρχικά σχήματα για το ποιος «μετράει» ως κανονικός.
  • Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τις λέξεις, αλλά τον τρόπο που γονείς και εκπαιδευτικοί μιλούν για την αναπηρία και αντιδρούν όταν τη βλέπουν να γίνεται βρισιά.

Διάλειμμα. Μια παρέα αγοριών σπρώχνει, γελάει, παίζει μπάλα. Ένα παιδί κάνει κάτι «παράξενο», χάνει τη φάση, δεν πιάνει το αστείο. Σε κάθε περίπτωση, δεν προσαρμόζεται στον ρυθμό της ομάδας. Η ατάκα έρχεται γρήγορα, σχεδόν αντανακλαστικά: «Έλα ρε, είσαι ΑμεΑ;» ή «Μην κάνεις έτσι, ρε αυτιστικό». Η αναπηρία γίνεται βρισιά.

Δεν ακούμε πια μόνο τα κλασικά «μαλάκας» και «ηλίθιος». Όροι που ανήκουν στη γλώσσα της αναπηρίας μεταμορφώνονται σε προσβολές. Έτσι, αντί να περιγράφουν μια πραγματική συνθήκη ζωής, γίνονται ταμπέλες για όποιον δεν ταιριάζει στην εφηβική αγέλη. Το ερώτημα δεν είναι μόνο το γιατί μιλούν έτσι οι έφηβοι, αλλά το τι μαθαίνουν, τι φοβούνται και τι αναπαράγουν μέσα από αυτή τη γλώσσα.

Από τον περιγραφικό όρο στη βρισιά

Οι λέξεις «αναπηρία», «ανάπηρος», «ΑμεΑ», «αυτιστικός» δεν γεννήθηκαν ως βρισιές. Είναι όροι που προέκυψαν από ιατρικές, κοινωνικές και πολιτικές διαδρομές. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, όλο και περισσότεροι ανάπηροι άνθρωποι στην Ελλάδα και διεθνώς διεκδικούν συνειδητά τη λέξη «ανάπηρος» ως ταυτότητα και όχι ως προσβολή. Αυτός είναι ο τρόπος που υπάρχουν στον κόσμο και δεν χρειάζεται ούτε να τον κρύψουν ούτε να τον ωραιοποιήσουν.

Όμως, στη γλώσσα των νέων –και ειδικά στον ανεπίσημο, χαλαρό λόγο– η λέξη αποσπάται από την κυριολεκτική της έννοια. Δεν περιγράφει πια μια πραγματική νευροαναπτυξιακή διαφορά, μια σωματική ή αισθητηριακή αναπηρία. Λειτουργεί κυρίως ως σήμα κατωτερότητας.

Όταν ο έφηβος λέει «τι κάνεις ρε ΑμεΑ;» δεν εννοεί ότι «έχεις αναπηρία», αλλά ότι «Είσαι κάτω από αυτό που θεωρούμε φυσιολογικό. Είσαι λιγότερο ικανός, λιγότερο “δικός μας”». Και, φυσικά, αυτό είναι bullying.

Η αναπηρία γίνεται λέξη-ομπρέλα για οποιονδήποτε δεν ταιριάζει στην κυρίαρχη νόρμα: το παιδί που δεν πιάνει το αστείο, που δεν καταλαβαίνει τους άγραφους κοινωνικούς κανόνες, που δεν φοράει συγκεκριμένα ρούχα, που δεν προσαρμόζεται στον ρυθμό της ομάδας, που διαφέρει. Η βρισιά αυτή δεν περιγράφει. Βάζει κάποιο άτομο σε μια χαμηλότερη βαθμίδα της σχολικής ιεραρχίας.

Μισαναπηρισμός στην πράξη

Ο όρος «μισαναπηρισμός» (αλλιώς αρτιμελισμός, ικανοτισμός ή αναπηροφοβία) περιγράφει όμως κάτι πολύ απλό και καθημερινό: τη στάση που θεωρεί τους ανάπηρους ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας, λιγότερο άξιους, λιγότερο πλήρεις, λιγότερο «κανονικούς».

Στον δημόσιο λόγο, ο μισαναπηρισμός συχνά συζητιέται μέσα από τις πολιτικές αποφάσεις, την προσβασιμότητα, τα επιδόματα, τα κενά στις υπηρεσίες. Στο σχολικό προαύλιο, όμως, παίρνει μια πιο ωμή μορφή. Περνάει μέσα από τη γλώσσα και στη γλώσσα.

Η λέξη «ΑμεΑ» έχει ήδη φορτιστεί κοινωνικά, άλλοτε ως «ευφημισμός», άλλοτε ως τεχνικός όρος. Όταν χρησιμοποιείται ως βρισιά, η γλώσσα συναντά τις δομές εξουσίας. Δεν πρόκειται για μια «κακιά λέξη» που πρέπει απλώς να αφαιρεθεί από το λεξιλόγιο, αλλά για έναν τρόπο να αναπαραχθεί μια στερεοτυπική ιεραρχία ανθρώπινης αξίας. Το παιδί που γίνεται στόχος πληρώνει το τίμημα.

Για τα ίδια τα ανάπηρα παιδιά και τους εφήβους, όταν γίνονται άμεσος στόχος, η λέξη που περιγράφει την ύπαρξή τους φορτίζεται με ντροπή και οργή. Αισθάνονται σαν να θεωρείται λάθος το ίδιο τους το σώμα, ο τρόπος που σκέφτονται, κι όχι μια μεμονωμένη συμπεριφορά.

Όταν δεν είναι ο άμεσος στόχος, αλλά απλώς βρίσκονται εκεί και ακούν, το μήνυμα είναι εξίσου βίαιο.  Καταλαβαίνουν ότι η αναπηρία τους είναι το παράδειγμα προς αποφυγή. Κάποια νέα άτομα προσπαθούν να μικρύνουν ή να κρύψουν τα χαρακτηριστικά της αναπηρίας τους, να δείξουν πως «δεν είναι σαν κι αυτούς», άλλα σωπαίνουν για να μην προκαλέσουν/εκτεθούν.

Σε κάθε περίπτωση, η καθημερινή χρήση της αναπηρίας ως βρισιάς διαβρώνει την αίσθηση των παιδιών και εφήβων με αναπηρία ότι έχουν θέση ισότιμη στην τάξη και στην αυλή. Δεν τραυματίζεται, έτσι, μόνο η αυτοεκτίμησή τους, αλλά και η βεβαιότητα ότι δικαιούνται να υπάρχουν όπως είναι.

Τι συμβαίνει μέσα στην ομάδα των εφήβων

Η εφηβεία είναι η περίοδος όπου η ταυτότητα εξαρτάται κατά πολύ από την ομάδα και χτίζεται πάνω σε παρέες, σε συνομιλίες, σε διαδικτυακά chats, σε υποκουλτούρες, στα διαλείμματα και στα ομαδικά παιχνίδια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η προσβολή με αναφορά στην αναπηρία λειτουργεί ως:

  1. Επιβεβαίωση της «κανονικότητας» της ομάδας
    Η παρέα δηλώνει: «Εμείς είμαστε οι κυρίαρχοι. Εμείς είμαστε οι κανονικοί, οι δυνατοί, οι κοινωνικοί, οι γρήγοροι». Για να σταθεί αυτή η ταυτότητα, χρειάζεται κάποιος «κατώτερος». Το παιδί που βαφτίζεται «αυτιστικό» ή «ΑμεΑ» αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο.

  2. Δοκιμή ορίων και δύναμης
    Η βρισιά δεν είναι μόνο προς τον συμμαθητή. Είναι και ένα τεστ για το αν θα αντιδράσει ο καθηγητής, αν θα διαμαρτυρηθεί κάποιος, αν θα γελάσουν ή θα σιωπήσουν οι άλλοι. Κάθε φορά που δεν υπάρχει σαφής αντίδραση, η βρισιά νομιμοποιείται. Έτσι μιλάμε εμείς εδώ. Η αναπηρία δεν χωράει στην ομάδα μας.

  3. Δέσιμο της ομάδας πάνω στον αδύναμο άλλο
    Το κοινό γέλιο, ακόμη κι αν είναι αμήχανο και άβολο, δημιουργεί μια αίσθηση συνενοχής. Όσοι συμμετέχουν αποκτούν μια μορφή ασφάλειας: δεν είναι προς το παρόν ο στόχος. Δεν είναι αυτοί που θα χαρακτηριστούν «ΑμεΑ» την επόμενη φορά.

Γιατί κυρίως αγόρια; Ανδρισμός, γλώσσα, ιεραρχία

Η εμπειρία από σχολεία, φροντιστήρια, γήπεδα, αλλά και από διαδικτυακούς χώρους, δείχνει ότι η χρήση αυτών των όρων ως υποτιμητικών είναι ιδιαίτερα έντονη στους έφηβους και νέους άντρες. Τα κορίτσια συχνά υιοθετούν άλλη μορφή σκληρότητα: αρνητικό σχολιασμό, κουτσομπολιό, κοινωνικό αποκλεισμό, ειρωνεία.

Για τα αγόρια, η βρισιά που πατά πάνω στην αναπηρία λειτουργεί σαν τελετουργία απόδειξης του ανδρισμού τους και συνδέεται άμεσα με τον τρόπο που μαθαίνουν τι σημαίνει «να είσαι άντρας».

  • Ο ανδρισμός ορίζεται συχνά ως απουσία ευαλωτότητας. Δεν επιτρέπεται να φαίνεται ότι δυσκολεύεσαι, ότι μπερδεύεσαι ή δεν προσαρμόζεσαι. Οποιοσδήποτε παρουσιάζει αδεξιότητα, κοινωνική αμηχανία, διαφορετικό τρόπο σκέψης, γίνεται «ανάπηρος».

  • Η βρισιά γίνεται εργαλείο ιεράρχησης μέσα στην ανδρική ομάδα: αυτός που τη ρίχνει κερδίζει πόντους ισχύος, αυτός που τη δέχεται χάνει θέση. Δεν είναι μόνο προσβολή. Δηλώνει ποιος έχει δικαίωμα να ορίζει τους όρους του παιχνιδιού. Αντρίκια.

  • Ο φόβος «να μη βρεθώ εγώ στο περιθώριο» μετατρέπεται σε επίθεση προς όποιον είναι ήδη κοντά στο περιθώριο: τον πιο εσωστρεφή, τον πιο «περίεργο», τον μαθητή που δυσκολεύεται να ακολουθήσει τους άτυπους κανόνες της ανδρικής παρέας.

Έτσι, η βρισιά δεν αφορά μόνο τον «άλλον», αλλά δείχνει μια επίμονη, διαρκή προσπάθεια του εφήβου να πείσει τον εαυτό του ότι ανήκει στην πλευρά των ισχυρών.

Η διαδικτυακή κουλτούρα ως καταλύτης

Οι λέξεις μπορεί να γεννιούνται στα ξεχωριστά προαύλια, αλλά πλέον ανακυκλώνονται ταχύτατα. Στα κοινωνικά δίκτυα, στα παιχνίδια, στα σχόλια κάτω από βίντεο, στις μεταφρασμένες εκφράσεις από τα αγγλικά. Η διεθνής κουλτούρα του σχολικού εκφοβισμού έχει ήδη μια παλιά παράδοση μισαναπηρικών βρισιών: βλαμμένος, στραβούλιακας, σπαστικός, σακάτης, κουλός, στραβός, ψυχάκι, ψυχασθενής, κουφάλογο, γκαβός, ανισόρροπος. Σήμερα, οι όροι αυτοί έχουν εξελιχθεί σε «αυτιστικό», «ΑμεΑ», «καθυστερημένος», «ανάπηρος».

Η επαφή με αυτή τη γλώσσα είναι συνεχής, έντονη και χωρίς φίλτρα. Οι πλατφόρμες δεν παρεμβαίνουν, οπότε η λογική «μιλάμε όπως θέλουμε» θεωρείται αυτονόητη. Η διαδικτυακή νεανική αργκό δεν χωράει ενηλίκους, γονείς, εκπαιδευτικούς, θεσμούς. Ο μισαναπηρικός λόγος προβάρεται online και στη συνέχεια μεταφέρεται, δοκιμασμένος, στον χώρο του σχολείου.

Η ψυχική λειτουργία της βρισιάς: φόβος, προβολή, άρνηση

Η βρισιά με αναφορά στην αναπηρία εξυπηρετεί συγκεκριμένες ψυχικές ανάγκες των νέων. Προβάλλει τον φόβο του αποκλεισμού στον Άλλο, αρνείται την προσωπική ευαλωτότητα και δίνει μια αυταπάτη ελέγχου του κόσμου.

Είναι εύκολο να σταθεί κανείς μπροστά σε αυτή τη γλώσσα χρησιμοποιώντας μόνο ηθικούς όρους: «Είναι κακό, είναι απαράδεκτο, είναι ασέβεια». Αυτό όμως αφήνει απ’ έξω το κρίσιμο ερώτημα: Από πού έμαθαν οι νέοι ότι είναι αποδεκτό να χρησιμοποιούν την αναπηρία ως βρισιά;

Τα παιδιά ζουν σε μια κοινωνία όπου το ανάπηρο άτομο είτε εξαφανίζεται από το κάδρο είτε περιορίζεται στον ρόλο του ήρωα που εμπνέει, ως inspiration porn. Σπάνια εμφανίζεται ως απλός συμμαθητής, φίλος, γείτονας, εργαζόμενος, γονιός με δικαιώματα και ανάγκες.

Οι μισαναπηρικές βρισιές είναι σύμπτωμα μιας συμπαγούς πατριαρχικής κοινωνίας. Παρά τις επίσημες ρητορείες περί «συμπερίληψης», η βαθιά πεποίθηση πως κάποιοι άνθρωποι αξίζουν λιγότερο παραμένει ανέγγιχτη σε συνειδήσεις, μυαλά και οικογένειες.

Η αλλαγή της γλώσσας δεν αρκεί. Αν το μόνο που κάνουμε είναι να αντικαθιστούμε τη μία λέξη με άλλη, χωρίς να ακουμπάμε την ιεραρχία που κρύβεται από κάτω, πολύ γρήγορα η νέα λέξη θα φορτιστεί με το ίδιο στίγμα. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να πούμε στα παιδιά να μη χρησιμοποιούν τη λέξη ΑμεΑ ως βρισιά.

Πρέπει να αναγνωριστεί ότι πίσω από τη βρισιά υπάρχει φόβος, όχι μόνο επιθετικότητα. Πρέπει να ειπωθεί καθαρά ότι ο φόβος του διαφορετικού κατευθύνεται προς όποιον είναι ήδη ευάλωτος. Ουσιαστικά, η συζήτηση πρέπει να γυρίσει στο γιατί χρειάζεται να θεωρούμε κάποιον κατώτερο και να του δείχνουμε σε κάθε ευκαιρία.

Για τους ενήλικους –γονείς, εκπαιδευτικούς, ανθρώπους που δουλεύουν με παιδιά– αυτό σημαίνει ότι η παρέμβαση δεν μπορεί να εξαντλείται στη φράση «μη μιλάς έτσι». Χρειάζεται να ανοίγει ξανά και ξανά η συζήτηση για το πώς μιλάμε για την αναπηρία στο σπίτι και στο σχολείο, τι εικόνες δίνουμε στα παιδιά για τους ανάπηρους συμμαθητές, γείτονες, συγγενείς, τι θεωρούμε «φυσιολογικό» και τι όχι. Μόνο αν αλλάξει αυτό το υπόβαθρο, η απαγόρευση θα αποκτήσεις πραγματικό νόημα για τον έφηβο.

Ένα άρθρο, μια συζήτηση, μια καμπάνια δεν θα αλλάξουν από μόνα τους την καθημερινή γλώσσα των εφήβων. Μπορούν όμως να ανοίξουν τη συζήτηση-ταμπού γύρω από το τι ακριβώς συμβαίνει όταν η αναπηρία γίνεται βρισιά.

Χρειάζεται να ακουστούν:

  • Οι εμπειρίες παιδιών και εφήβων με αναπηρία που έχουν δεχτεί λεκτική βία.

  • Οι φωνές ανάπηρων ακτιβιστών που διεκδικούν την αποστιγματοποίηση της γλώσσας και του σώματος.

  • Οι έρευνες που δείχνουν πόσο πιο συχνά τα παιδιά με αναπηρία γίνονται στόχος σχολικού εκφοβισμού.

  • Οι εμπειρίες εκπαιδευτικών που βιώνουν καθημερινά πώς λέξεις ειπωμένες «για πλάκα» μπορεί να πληγώσουν τον παιδικό και εφηβικό ψυχισμό.

Παράλληλα, χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι οι νέοι δεν δημιουργούν ex nihilo τη βία που εκφράζουν. Την κληρονομούν και τη μαθαίνουν στα ενήλικα σύμπαντα. Την προσαρμόζουν και την αναπαράγουν στα δικά τους. Όταν λένε «αυτιστικό» ή «ΑμεΑ» ως βρισιά, μας δείχνουν με τον δικό τους, σκληρό τρόπο τη φαντασιακή εικόνα που εμείς, οι ενήλικοι, έχουμε ήδη δημιουργήσει για την αναπηρία: μια εικόνα φόβου, λύπησης, κατωτερότητας.

Όπως προαναφέρθηκε, δύσκολα θα λειτουργήσει άλλη μια τυπική παραίνεση για «σεβασμό στη διαφορετικότητα». Αν δεν αναγνωρίσουμε ως κοινωνία ότι οι τρόποι να είσαι άνθρωπος είναι πολλοί και ότι κανένας τους δεν μπορεί να λειτουργεί προσβλητικά ως βρισιά, αν δεν το δείξουμε έμπρακτα και χωρίς ναι μεν αλλά, ο κόσμος δεν θα αλλάξει.

Την επόμενη φορά που θα ακουστεί ένα «ρε, αυτιστικό» ή «τι κάνεις, ρε ΑμεΑ;» σε κάποιον εφηβικό διάλογο, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι εννοεί ο έφηβος, αλλά τι θα κάνουμε εμείς που ακούμε. Θα το προσπεράσουμε ή θα σταθούμε, θα ονομάσουμε τη βία και θα υπερασπιστούμε ανοιχτά το παιδί που γίνεται στόχος – και, μαζί, τους ανθρώπους των οποίων η ύπαρξη υποτιμάται «για πλάκα».

Image by freepik

Scroll to Top