Yayoi Kusama children παιδιά σύγχρονη τέχνη για παιδιά

Γιαγιόι Κουσάμα (1929–2026): Η σπουδαία παρακαταθήκη της Ιαπωνέζας εικαστικού στη σχέση των παιδιών με την τέχνη

Highlights

  • Η Γιαγιόι Κουσάμα πέθανε στα 97 της, έχοντας συνεχίσει να ζωγραφίζει μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής της.
  • Οι βούλες, τα δίχτυα και τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα ξεκίνησαν από τις ψευδαισθήσεις που βίωνε από παιδί.
  • Τα έντονα χρώματα, οι καθρέφτες και οι μεγάλες εγκαταστάσεις κάνουν τα έργα της άμεσα προσιτά στα παιδιά.
  • Στο Obliteration Room, τα παιδιά μεταμορφώνουν το έργο και γίνονται συνδημιουργοί του.
  • Η ίδια εγκατάσταση επιτρέπει διαφορετικές αναγνώσεις: αισθητηριακή και παιγνιώδη για ένα παιδί, φιλοσοφική και ψυχολογική για έναν ενήλικο.

Η Γιαγιόι Κουσάμα (Yayoi Kusama) πέθανε στις 14 Αυγούστου, σε ηλικία 97 ετών, σε νοσοκομείο του Τόκιο. Η είδηση του θανάτου της ανακοινώθηκε σήμερα, 27 Αυγούστου, από το στούντιο και την εταιρεία που διαχειρίζονται το έργο και την καλλιτεχνική της παρακαταθήκη. Μέχρι τις τελευταίες ημέρες της ζωής της συνέχιζε να ζωγραφίζει ακούραστα, πιστή σε μια δημιουργική τελετουργία δεκαετιών. Αφήνει πίσω της έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους κόσμους της σύγχρονης τέχνης, γεμάτο με βούλες που πολλαπλασιάζονται μέχρι να καταλάβουν όλον τον χώρο, τεράστιες κολοκύθες, καθρέφτες, φώτα, χρώματα και δωμάτια μέσα στα οποία χάνεται η αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Το σημείο, όμως, όπου θέλω να εστιάσω είναι η εντυπωσιακή ευκολία με την οποία μπαίνουν τα παιδιά στους κόσμους που δημιούργησε η Γιαγιόι Κουσάμα, σαν να αναγνωρίζουν ενστικτωδώς τους μυστικούς του κώδικες.

Αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί η τέχνη της Κουσάμα στο σύνολό της είναι σύνθετη, βαθιά αναστοχαστική και απολύτως ενήλικη. Μιλά για το άπειρο, την εξαφάνιση του εαυτού, τον φόβο, τον πόλεμο, το σώμα, τη σεξουαλικότητα, την ψυχική οδύνη. Παρ’ όλα αυτά, πολλά από τα έργα της επικοινωνούν με τα παιδιά, χωρίς να χρειαστεί κάποιος να τους εξηγήσει τι ακριβώς βλέπουν, καθώς λειτουργούν πρώτα σε συναισθηματικό και έπειτα σε γνωστικό επίπεδο.  

Yayoi Kusama

Ποια ήταν η Γιαγιόι Κουσάμα

Γεννήθηκε το 1929 στο Ματσουμότο της Ιαπωνίας, το μικρότερο από τέσσερα παιδιά μιας εύπορης οικογένειας που διατηρούσε φυτώρια και εμπορευόταν σπόρους. Η παιδική ηλικία που περιέγραψε αργότερα η ίδια απείχε πολύ από την πολύχρωμη, παιγνιώδη εικόνα με την οποία συνδέθηκε το έργο της, παρόλο που ζωγράφιζε από μικρή.

Ο πατέρας της είχε εξωσυζυγικές σχέσεις και η μητέρα της την έστελνε, ακόμη παιδί, να τον παρακολουθεί. Η σχέση της με τη μητέρα της ήταν βίαιη και συγκρουσιακή. Προσπαθούσε να την εμποδίσει να ζωγραφίζει, της άρπαζε και κατέστρεφε έργα και περίμενε από την κόρη της να εγκαταλείψει την τέχνη για έναν συμβατικό γάμο, σύμφωνα με τη γιαπωνέζικη κουλτούρα. Η Κουσάμα έμαθε έτσι να σχεδιάζει γρήγορα, πριν προλάβουν να της πάρουν το χαρτί από τα χέρια.

Περίπου στα δέκα της χρόνια άρχισε, σύμφωνα με τις δικές της μαρτυρίες, να βιώνει έντονες οπτικές και ακουστικές ψευδαισθήσεις. Λουλούδια, δίχτυα, λάμψεις και επαναλαμβανόμενα μοτίβα κάλυπταν το δωμάτιο, τα αντικείμενα και το ίδιο της το σώμα. Άρχισε, λοιπόν, να σχεδιάζει όσα έβλεπε. Η καταγραφή της εμπειρίας στο χαρτί μείωνε τον φόβο και το σοκ που της προκαλούσε και έγινε η βάση για πολλά από τα μοτίβα που θα επαναλάμβανε επί οκτώ δεκαετίες.

Στα δεκατρία της, μέσα στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εργαζόταν σε εργοστάσιο κατασκευής αλεξιπτώτων. Λίγα χρόνια αργότερα σπούδασε παραδοσιακή ιαπωνική ζωγραφική στο Κιότο, αλλά ο κόσμος της Ιαπωνίας φάνηκε να την περιορίζει. Το 1957 έφυγε μόνη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενθαρρυμένη από την αλληλογραφία της με την Τζόρτζια Ο’Κιφ, και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Εκεί δημιούργησε τα Infinity Nets, γλυπτά με αδρές φαλλικές μορφές, εγκαταστάσεις με καθρέφτες και φώτα και, αργότερα, τα περίφημα happenings της δεκαετίας του 1960, πολλά από αυτά αντιπολεμικά και πολιτικά.

yayoi kusama happenings

Η επιστροφή της στην Ιαπωνία, το 1973, άνοιξε ένα διαφορετικό κεφάλαιο. Νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Seiwa στο Τόκιο το 1975 και από τον Μάρτιο του 1977 επέλεξε να εγκατασταθεί εκεί μόνιμα. Έστησε το εργαστήριό της σε μικρή απόσταση και για σχεδόν μισό αιώνα η καθημερινότητά της οργανώθηκε γύρω από τη διαδρομή νοσοκομείο-εργαστήριο-δημιουργία-επιστροφή.

Η ζωή στην κλινική δεν σήμανε την απόσυρσή της από την τέχνη. Για την ακρίβεια, συνέβη το αντίθετο. Δημιούργησε ακόμα περισσότερη τέχνη. Η ίδια είχε δηλώσει ότι η συγκεκριμένη επιλογή τής επέτρεψε να συνεχίσει να δημιουργεί καθημερινά και ότι αυτό «έσωσε τη ζωή» της. Κάθε πρωί πήγαινε στο εργαστήριο σε σταθερή ώρα, έπιανε πινέλο ή πένα και άρχιζε αμέσως να δουλεύει. Ζωγράφιζε για ώρες με τεράστια συγκέντρωση και επαναλάμβανε τις ίδιες μικρές χειρονομίες ξανά και ξανά. Ακόμη και όταν ξυπνούσε τη νύχτα με μια εικόνα στο μυαλό, την κατέγραφε στο μπλοκ της.

Η επανάληψη, επομένως, ήταν ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο δημιουργούσε. Η Κουσάμα μετέφερε στον καμβά εικόνες που εμφανίζονταν επίμονα στο μυαλό της, τις πολλαπλασίαζε και τις άφηνε να καταλάβουν ολόκληρη την επιφάνεια. Από τον καμβά πέρασαν στους τοίχους, στα έπιπλα, στα ρούχα, στα σώματα, στις κολοκύθες, στους καθρέφτες και τελικά σε ολόκληρα δωμάτια. Η ίδια ονόμασε αυτή τη διαδικασία self-obliteration, «αυτοεξάλειψη»: τα όρια ανάμεσα στον άνθρωπο και στον χώρο χάνονται μέσα στην αδιάκοπη επανάληψη του μοτίβου.

Η Κουσάμα δεν παντρεύτηκε και δεν απέκτησε παιδιά. Η σχέση της με την παιδική ηλικία στο έργο της φαίνεται να ξεκινά κυρίως από τη δική της, δύσκολη παιδική εμπειρία και από την επιθυμία της να επιστρέφει σε εκείνες τις πρώτες εικόνες που ξεπηδούσαν άναρχα από το μυαλό της. Αυτός ήταν ο μηχανισμός επιβίωσης που ανέπτυξε απέναντι στα τραύματά της.

Μετά την επιστροφή της στην Ιαπωνία, συνέχισε να γράφει λογοτεχνία και ποίηση και να δημιουργεί νέες εκδοχές των Infinity Mirror Rooms. Για το ευρύ κοινό, ωστόσο, η Κουσάμα ταυτίστηκε κυρίως με τις βούλες. Στα παιδιά, αυτή η απλή και επαναλαμβανόμενη εικαστική γλώσσα αποδείχθηκε ιδιαίτερα ελκυστική.

yayoi kusama Obliteration Room σύγχρονη τέχνη για παιδιά

Το δωμάτιο που παραδόθηκε στα παιδιά

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το The Obliteration Room («Το Δωμάτιο της Εξάλειψης»). Το έργο δημιουργήθηκε το 2002 σε συνεργασία με την Queensland Art Gallery στην Αυστραλία, εξαρχής ως πρόγραμμα για παιδιά, στο πλαίσιο της Asia Pacific Triennial of Contemporary Art.

δωμάτιο της εξάλειψης τέχνη για παιδιά κουσάμα
 

Ένα ολόκληρο σπίτι, με σαλόνι, τραπέζια, καρέκλες, βιβλιοθήκες, πιάτα και καθημερινά αντικείμενα, βάφεται ολόλευκο. Στην αρχή μοιάζει με τρισδιάστατο λευκό χαρτί, σαν αποστειρωμένος, άδειος καμβάς. Και μετά μπαίνουν τα παιδιά. Παίρνουν πολύχρωμα, στρογγυλά αυτοκόλλητα και μπορούν να τα κολλήσουν παντού. Στους τοίχους. Στα έπιπλα. Στα αντικείμενα. Στο πάτωμα.

infinity room Κουσάμα παιδιάΣταδιακά, το λευκό δωμάτιο εξαφανίζεται κάτω από χιλιάδες βούλες και το έργο αλλάζει καθημερινά, καθώς κάθε επισκέπτης αφήνει πάνω του το δικό του μικρό ίχνος, συμμετέχοντας σε ένα συλλογικό εικαστικό «παραλήρημα». Η επιλογή ενός σπιτιού ήταν συνειδητή. Το οικείο περιβάλλον βοηθούσε ιδιαίτερα τα παιδιά να νιώσουν άνετα και να καταλάβουν τι μπορούν να κάνουν χωρίς πολλές οδηγίες και χωρίς τη συνηθισμένη συστολή που μπορεί να τους προκαλέσει ένας εκθεσιακός χώρος.

Πέραν από τα εντυπωσιακά χρώματα και σχήματα, το Obliteration Room ανέτρεψε έναν από τους πιο βασικούς κανόνες που μαθαίνει ένα παιδί όταν μπαίνει σε μουσείο: κοιτάζουμε τα έργα τέχνης και δεν αγγίζουμε, παραμένοντας παθητικοί θεατές. Η Κουσάμα σαν να πρόσταξε, με την ιδέα της και μόνο, τα παιδιά να ενεργοποιηθούν. Να συμμετάσχουν. Να μπουν στο σπίτι. Να αγγίξουν. Να διαλέξουν. Να κολλήσουν βούλες όπου Θέλουν. Να αλλάξουν το έργο. Να γίνουν συνδημιουργοί.

Τα παιδιά που τρέχουν μέσα στο άσπρο σπίτι και γεμίζουν με βούλες επιφάνειες τις οποίες κανονικά θα τους απαγορευόταν να αγγίξουν μοιάζουν σαν αντιστροφή της δικής της παιδικής εμπειρίας: ένα παιδί που κάποτε δεχόταν απαγορεύσεις για τη ζωγραφική του δημιούργησε έναν χώρο όπου τα παιδιά έχουν όχι απλώς την άδεια, αλλά και την «υποχρέωση» να αφήσουν το ίχνος τους παντού.

Γιατί τα παιδιά γοητεύονται τόσο εύκολα από την Κουσάμα

Για να μπει κάποιος στο έργο της Γιαγιόι Κουσάμα δεν χρειάζεται ούτε εικαστική εμπειρία ούτε γνώσεις ιστορίας της τέχνης. Αρκεί ένα βλέμμα και κάμποση περιέργεια. Η τέχνη της Γιαπωνέζας εικαστικού συχνά ξεφεύγει από τον καμβά και καταλαμβάνει ολόκληρο τον χώρο. Το παιδί περπατά μέσα στο έργο, βλέπει τον εαυτό του να αντικατοπτρίζεται σε καθρέφτες ή να περιβάλλεται από φώτα, χρώματα ή από εκατοντάδες βούλες. Η εμπειρία ξεκινά από το σώμα και τις αισθήσεις. Τα μοτίβα της είναι σχήματα απλά και αμέσως αναγνωρίσιμα, που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά.

Η μεταμόρφωση του οικείου γοητεύει τα παιδιά. Μια κολοκύθα γίνεται γλυπτό τεραστίων διαστάσεων. Ένα συνηθισμένο δωμάτιο γεμίζει βούλες. Ένας καθρέφτης πολλαπλασιάζει έναν μικρό χώρο μέχρι να μοιάζει ατελείωτος. Τα αντικείμενα παραμένουν αναγνωρίσιμα, αλλά οι κανόνες τους αλλάζουν ανοίγοντας χώρο στη φαντασία και στο παράδοξο.

Τα έργα της είναι παιχνιδιάρικα, όχι μόνο μεταφορικά μα και κυριολεκτικά, όπως το Obliteration Room. Σε άλλες εγκαταστάσεις, το παιγνιώδες στοιχείο προκύπτει από την κίνηση, τις αντανακλάσεις, τις αναζητήσεις και τις εκπλήξεις. Το 2014, μαζί με το Obliteration Room, η QAGOMA παρουσίαζε για παιδιά και οικογένειες και το διαδραστικό πολυμεσικό έργο Kusama’s World of Dots. Μουσεία όπως το Hirshhorn έχουν επίσης χτίσει εκπαιδευτικές δράσεις για παιδιά γύρω από τις κολοκύθες, τα μοτίβα και την επανάληψη στο έργο της, αναδεικνύοντας αυτή τη δυναμική.

infinity mirrored room Yayoi Kusama

Μπορεί ένα παιδί να δει κάτι διαφορετικό από έναν ενήλικο;

Η δύναμη των έργων της Κουσάμα εντοπίζεται και στην πολυεπίπεδη ανάγνωσή τους. Ένας ενήλικος μπορεί να μπει σε ένα Infinity Mirror Room και να σκεφτεί, συνειδητά ή ασυνείδητα, την απώλεια των ορίων του εαυτού, την επανάληψη, τον χρόνο ή την έννοια του απείρου. Ένα παιδί μπορεί απλώς να κοιτάξει γύρω του και να αναρωτηθεί: «Πού τελειώνει αυτό το δωμάτιο;».

Οι βούλες της Κουσάμα κρύβουν μια συγκεκριμένη προσωπική και καλλιτεχνική ιστορία. Η ίδια συνέδεσε την επανάληψη των μοτίβων με την έννοια της «αυτοεξάλειψης» (self-obliteration), της διάλυσης δηλαδή του ατομικού εαυτού μέσα σε κάτι απείρως μεγαλύτερο.

Ένα παιδί θα αντιληφθεί αυτή τη φιλοσοφική και ψυχολογική διάσταση της τέχνης αργότερα, καθώς θα ωριμάζει γνωστικά και θα αποκτά περισσότερες εικαστικές εμπειρίες. Η πρώτη του συνάντηση με την καλλιτέχνιδα μπορεί να είναι μια κίτρινη κολοκύθα γεμάτη μαύρες βούλες ή ένα δωμάτιο όπου του επιτρέπεται, ίσως για πρώτη φορά, να κολλήσει αυτοκόλλητα στα έπιπλα και τους τοίχους, καταλύοντας τους κοινωνικούς και κομφορμιστικούς κανόνες στο σπίτι και στο σχολείο.Όσα συνήθως απαγορεύονται μπορούν να γίνουν με την παιδική ελευθερία να αποτελεί μέρος της ίδιας της σύλληψης του έργου και όχι απλώς αποτέλεσμα της δημοφιλίας του στα παιδιά.

Τα παραπάνω είναι μια πρώτη ερμηνεία του γεγονότος ότι οι δημιουργίες της επέτρεψαν και οδήγησαν σε μια τόσο δυνατή είσοδο των παιδιών στη σύγχρονη τέχνη. Το έργο της φαντάζει εντυπωσιακό, προσκαλώντας τα παιδιά να ανακαλύψουν μαγικούς κόσμους και να καταπιαστούν μαζί τους. Μολονότι η Γιαγιόι Κουσάμα δεν υπήρξε καλλιτέχνιδα που αφιέρωσε το έργο της στα παιδιά ούτε έχτισε δημόσια την ταυτότητά της γύρω από μια παιδαγωγική αποστολή, αντιμετώπισε τα παιδιά ως ισότιμους μετόχους στην τέχνη, χωρίς ίχνος διδακτισμού, προσφέροντάς τους μάλιστα ένα κομμάτι του ίδιου του έργου της και την ελευθερία να το ορίσουν με τη φαντασία τους.

Από εδώ μέχρι το άπειρο

Διαβάστε: Γιαγιόι Κουσάμα- Από εδώ μέχρι το άπειρο, MoMA, Εκδόσεις Μέλισσα

Κείμενο: Sarah Suzuki, εικονογράφηση: Ellen Weinstein