Η Τερέζα Μπάουμ συστήνεται στο κοινό του ParentStories με έναν ρόλο και μια νέα ταυτότητα. Είναι δασκάλα πολλά χρόνια –από το 1987–, ειδική παιδαγωγός, διευθύντρια σχολικής μονάδας και συνιδρύτρια ενός ελληνογερμανικού σχολείου, του Neue Schule. Τη νέα της ταυτότητα, όμως, την απέκτησε πριν από τριάντα χρόνια, όταν γεννήθηκε η κόρη της. Από τότε, με την ιδιότητα του γονέα και τον ρόλο της εκπαιδευτικού, έχει τη χαρά να συνομιλεί με άλλους γονείς και να μοιράζονται κοινές αγωνίες, εμπειρίες και χαρές. Τη συναντήσαμε με αφορμή την κυκλοφορία του νέου της βιβλίου Είναι δύσκολο να είσαι γονιός, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο και συζητήσαμε εφ’ όλης της ύλης.

«Είναι δύσκολο να είσαι γονιός;» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου σας. Τι σας ώθησε να το γράψετε; Διακρίνατε μια κοινωνική ανησυχία και θέλατε να την καλύψετε;
Εξαιρετική ερώτηση! Δεν θα έλεγα πως διέκρινα μια κοινωνική ανησυχία, αλλά μάλλον έναν κοινωνικό αποπροσανατολισμό. Έχω την τύχη να βρίσκομαι καθημερινά με γονείς· είναι ένα από τα καθήκοντά μου, που το ασκώ πάντα με χαρά και ενδιαφέρον.
Τα τελευταία χρόνια παρατηρώ ότι οι γονείς έχουν αλλάξει. Η αλλαγή, φυσικά, είναι θεμιτή και συχνά απαραίτητη· αυτή τη φορά όμως φαίνεται να αγγίζει –και μάλιστα βαθιά– τα ίδια τα παιδιά μας με έναν τρόπο που προβληματίζει. Στην προσπάθειά μας να ξεφύγουμε από όσα μας πλήγωσαν ή μας βασάνισαν, και με την επιθυμία να χαρίσουμε στα παιδιά μας ένα καλύτερο παρόν και ένα ακόμα πιο φωτεινό μέλλον, συχνά κινούμαστε στο άλλο άκρο. Ψάχνουμε διαρκώς πώς «πρέπει» να είμαστε ως γονείς και, μέσα σε αυτή την αναζήτηση, χάνουμε την επαφή με το ένστικτό μας, με τις αξίες και τις πεποιθήσεις μας – με τον ίδιο μας τον εαυτό, ακολουθώντας «συνταγές» που δεν είναι για μας.
Θα μας πείτε εν τάχει τα θέματα που διατρέχουν το βιβλίο σας; Και τις ηλικίες τις οποίες εξετάζετε;
Το βιβλίο απευθύνεται σε γονείς παιδιών από 3 έως 12 ετών. Είναι ένα ευκολοδιάβαστο βιβλίο, που αγγίζει πλήθος θεμάτων της καθημερινότητας. Αποτελείται από οκτώ κεφάλαια, και κάθε κεφάλαιο χωρίζεται σε μικρές, αυτόνομες ενότητες –«μικροθέματα»– που απασχολούν σχεδόν κάθε γονιό. Μέσα στις σελίδες του, ο αναγνώστης θα βρει απλές και πρακτικές προτάσεις για το πώς μπορεί η καθημερινότητα με το παιδί να γίνει πιο όμορφη, πιο εύκολη και πιο χαρούμενη.
Για παράδειγμα, υπάρχουν ενότητες όπως:
- «Κλείσε τον υπολογιστή, επιτέλους!»
- «Κουράστηκα να το κυνηγάω για να διαβάσει!»
- «Με χτυπάει όταν θυμώνει» ή «Το παιδί μου δεν με ακούει»
- «Τα παιδιά μου συνεχώς τσακώνονται»
- «Τσακώνεται στο σχολείο»
- «Το παιδί μου έχει άγχος» ή «Δεν έχει αυτοπεποίθηση»
Υπάρχει επίσης ένα κεφάλαιο αφιερωμένο στη σχέση του παιδιού με τα αδέλφια του, ένα άλλο που αφορά τη φιλία και τις κοινωνικές σχέσεις, καθώς και ένα κεφάλαιο για τον ρόλο των παππούδων και των γιαγιάδων. Το βιβλίο ολοκληρώνεται με μια πιο ανάλαφρη, αλλά ουσιαστική ματιά στη δική μας πλευρά ως γονέων, μέσα από ενότητες όπως «Τι τραβάμε κι εμείς οι γονείς!» και «Μπορώ να γίνω ο τέλειος γονιός;». Δεν πρόκειται για βιβλίο που χρειάζεται να διαβαστεί γραμμικά, από την αρχή ως το τέλος. Μπορεί να σταθεί στο κομοδίνο και να ξεφυλλίζεται ανάλογα με τη μέρα και τις ανάγκες – να λειτουργεί σαν ένας καθημερινός, φιλικός σύμβουλος για τον γονιό.
Προσωπικά, θεωρώ ότι η γονεϊκότητα είναι ο σημαντικότερος ρόλος που κάποιος καλείται να αναλάβει. Είναι ταυτόχρονα ευθύνη και πρόκληση. Όμως, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, οι συνθήκες, η καθημερινότητα έχουν δυσκολέψει κατά πολύ και οι γονείς αισθάνονται ανεπαρκείς. Το σχόλιό σας;
Δεν πιστεύω πως η γονεϊκότητα είναι απλώς ένας ρόλος· είναι μια καινούργια ταυτότητα. Από τη στιγμή που γινόμαστε γονείς, αλλάζουμε ως άνθρωποι. Είναι η μοναδική μας πράξη που δεν έχει undo. Μπορούμε να αλλάξουμε δουλειά, χώρα, σύντροφο ή ακόμα και τρόπο ζωής – αλλά από τη στιγμή που γίνουμε γονείς, δεν μπορούμε ποτέ να πάψουμε να είμαστε, και το σημαντικότερο, δεν θέλουμε να πάψουμε να είμαστε, όσο και αν μας κουράζουν τα παιδιά μας.
Δεν είναι τυχαίο ότι αναφερόμαστε στους γονείς των παιδιών των Τεμπών ως «γονείς», όχι ως «πρώην» γονείς ή απλώς με το επώνυμό τους. Η ταυτότητα αυτή μάς συνοδεύει για πάντα. Φυσικά, είναι μια τεράστια ευθύνη να σταθείς ως ο γονιός που αξίζει να έχει το παιδί σου. Είναι, όμως, και μια μεγάλη πρόκληση, γιατί μέσα από τη σχέση με το παιδί ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις δικές μας δυσκολίες – με τα άλυτα θέματα που κουβαλάμε από την παιδική μας ηλικία και τα οποία συχνά εμφανίζονται ξανά στην ενήλικη ζωή μας για να μας υπενθυμίσουν ότι κάτι πρέπει να κάνουμε με αυτά.
Τα παιδιά κρατούν μπροστά μας έναν καθρέφτη. Και δεν είμαστε πάντα έτοιμοι να τον κοιτάξουμε. Όμως, ο καθρέφτης παραμένει εκεί. Αν τον αγνοήσουμε ή τον «σπάσουμε», θα επιστρέψει –ίσως στην εφηβεία– ακόμα πιο μεγάλος, ακόμα πιο καθαρός. Όσο για τις σύγχρονες συνθήκες, πιστεύω ότι σήμερα ζούμε αντικειμενικά καλύτερα από τις προηγούμενες γενιές. Το ζήτημα είναι ότι έχουμε δημιουργήσει τεράστιες, συχνά πλασματικές, ανάγκες που προσπαθούμε διαρκώς να καλύψουμε. Αντί να μείνουμε ένα Σάββατο βράδυ στο σπίτι, να φτιάξουμε μια σπιτική πίτσα, να καθίσουμε όλοι μαζί στον καναπέ, να γελάσουμε ή να δούμε μια αστεία ταινία, τρέχουμε όλο το Σαββατοκύριακο για να «δώσουμε ερεθίσματα» στο παιδί. Κανένα παιδί δεν θα θυμάται όλα τα ωραία ρούχα που του αγοράσαμε, ούτε όλες τις παραστάσεις ή τα μουσεία που επισκεφθήκαμε. Πιθανόν να μη θυμάται την ταινία που είδαμε. Αυτό που θα κρατήσει, όμως, βαθιά μέσα του είναι η αίσθηση του «μαζί» – ότι αγαπήθηκε, ότι πέρασε ουσιαστικό χρόνο με τους γονείς του. Κι αυτή η αίσθηση είναι το πολυτιμότερο δώρο που μπορούμε να του δώσουμε.
Προσφέρετε συμβουλές πρακτικές, εύχρηστες και εφαρμόσιμες. Τι γίνεται, όμως, αν οι συνθήκες στο σπίτι, για διάφορους λόγους, δεν επιτρέπουν την πλήρη τήρηση όσων γράφετε; Υπάρχει ο κίνδυνος ο γονιός να αγχωθεί περισσότερο βλέποντας πόσο εύκολα παρουσιάζετε την επίλυση καταστάσεων που ο ίδιος έχει μεγεθύνει ή που πραγματικά τον ζορίζουν;
Κανένα βιβλίο δεν μπορεί –και δεν πρέπει– να είναι το Ευαγγέλιο. Το δικό μου βιβλίο λέει απλώς στον γονιό: «Για δες το κι έτσι… μήπως σε βοηθήσει». Είναι πολύ εύκολο να λέμε «Βάλε όρια στο παιδί σου». Έξω από τον χορό, όλοι πολλά τραγούδια ξέρουμε. Αλλά πώς να βάλει όρια ένας γονιός που ο ίδιος δυσκολεύεται να τηρεί όρια στη δική του ζωή; Ή που, όταν ήταν παιδί, μεγάλωσε μέσα σε αυστηρό, ίσως και τραυματικό, πλαίσιο; Πώς να βάλει όρια ένας γονιός που φοβάται πως, αν το κάνει, το παιδί του μπορεί να πάψει να τον αγαπά; Τα παιδιά μας είναι, ευτυχώς για μας, «καταδικασμένα» να μας αγαπούν· όμως, πόσο δύσκολο είναι αυτό για έναν γονιό που δεν ένιωσε ο ίδιος αρκετή αγάπη στα παιδικά του χρόνια;
Αυτό το βιβλίο είναι, στην ουσία, τα λόγια μιας φίλης – λίγο μεγαλύτερης σε ηλικία από τις μαμάδες που το διαβάζουν. Μιας φίλης που έχει ζήσει κοντά σε σχεδόν δύο χιλιάδες παιδιά, που έχει διδαχθεί από αυτά, και που λέει με καλοσύνη: «Δες το κι έτσι, μήπως και βοηθηθείς». Το τι θα επιλέξει κάθε γονιός να εφαρμόσει, έχει άμεση σχέση με το ποιος είναι, με τις εμπειρίες του, τις ανάγκες του και με τη συγκεκριμένη περίοδο που διανύει στη ζωή του. Και, ξέρετε, καμιά φορά, ακόμα κι αν δεν εφαρμόσεις κάτι, αξίζει να το ακούσεις. Αξίζει να σου πει κάποιος: «Πάρ’ το αλλιώς, γιατί θα βρεις!!!».
Αλήθεια, ο γονιός σήμερα μπορεί να αντεπεξέλθει στο πλαίσιο του ρόλου του με επιτυχία, κυρίως σε ό,τι αφορά την πέραν του δέοντος εμπλοκή του με το σχολείο και τους εκπαιδευτικούς του παιδιού του;
Το γεγονός ότι, ως γονείς, γνωρίζουμε γραφή και ανάγνωση –και ότι πολλοί πλέον έχουμε ανώτατη εκπαίδευση– δεν σημαίνει ότι είμαστε και εκπαιδευτικοί. Άλλο ο γονιός, άλλο ο δάσκαλος. Άλλο το σπίτι και άλλο το σχολείο. Ο καθένας χρειάζεται να δίνει τον καλύτερό του εαυτό από το δικό του μετερίζι. Αυτό που θεωρώ θεμελιώδες είναι ότι γονείς και εκπαιδευτικοί ανήκουμε στην ίδια ομάδα – δεν είμαστε απέναντι. Είτε μας αρέσει ο εκπαιδευτικός είτε όχι, έχει το παιδί μας στα χέρια του τουλάχιστον έξι ώρες την ημέρα. Τον έχουμε ανάγκη ως σύμμαχο.
Συμμαχία, όμως, δεν σημαίνει εμπλοκή στη δουλειά του· σημαίνει: «Έλα να το μεγαλώσουμε μαζί». Σημαίνει: «Εγώ βλέπω τι γίνεται στο σπίτι, εσύ βλέπεις τι γίνεται στο σχολείο. Έλα να βρούμε μαζί πώς θα βοηθήσουμε το παιδί». Όταν αυτή η συμμαχία λειτουργεί, το παιδί νιώθει ότι υπάρχει αλληλοϋποστήριξη και σταθερότητα. Και τότε ανθίζει. Αντί να μαλώνουμε τα παιδιά επειδή δεν τα καταφέρνουν καλά στο σχολείο, είναι πιο γόνιμο να αναζητήσουμε γιατί δυσκολεύονται. Τους μαθαίνουμε να τρώνε, να περπατούν, να μιλούν και ποτέ δεν τα μαλώνουμε όταν αποτυγχάνουν σε αυτά τα πρώτα βήματα. Γιατί, λοιπόν, μόλις μπουν στο σχολείο να μας βρίσκουν απέναντι;
Η οικογένεια δεν παύει να είναι ομάδα· παραμένει ένας τόπος στήριξης, αγάπης και εμπιστοσύνης. Στηρίζουμε το παιδί μας στην προσπάθειά του και έχουμε τον δάσκαλο σύμμαχο για να μας δείξει τον δρόμο.
Είστε ενεργή εκπαιδευτικός και κάθε μέρα έρχεστε σε επαφή με εκατοντάδες παιδιά. Βλέπετε κάποια μεταβολή στη συμπεριφορά τους τα τελευταία χρόνια; Δυσκολεύουν περισσότερο τους γονείς και τους δασκάλους; Δυσκολεύονται τα ίδια περισσότερο; Παρουσιάζουν συχνότερα ανησυχητικές συμπεριφορές;
Υπάρχουν πολλά πράγματα που με ανησυχούν. Με ανησυχεί, πρώτα απ’ όλα, το πόσο αγχωμένα είναι τα παιδιά. Βλέπω παιδιά να αρρωσταίνουν από το άγχος τους. Σήμερα υπάρχουν όλο και περισσότερα παιδιά με αυτοάνοσα νοσήματα –κάτι που σπάνια συναντούσαμε παλιότερα– και γνωρίζουμε πια πως, συχνά, το άγχος είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες. Βλέπω παιδιά που τα έχουν όλα και, παρ’ όλα αυτά, είναι θλιμμένα. Με ανησυχεί ο θυμός που εμφανίζεται σε αρκετά παιδιά – και, στον αντίποδα, η παραίτηση που βλέπω σε άλλα. Αντί, λοιπόν, να αναρωτιόμαστε αν μας δυσκολεύουν, χρειάζεται να ρωτήσουμε γιατί. Γιατί τα παιδιά μας ζουν μια παιδική ηλικία χωρίς παιχνίδι, χωρίς χαρά, με τόσες πολλές υποχρεώσεις και με τόσο λίγο γέλιο;
Δεν φταίνε τα παιδιά. Ο κόσμος μέσα στον οποίο γεννήθηκαν –και που δεν γνώρισαν άλλον– δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες ενός παιδιού. Ένα παιδί σήμερα γυρίζει σπίτι και αντί να παίξει ή να χαλαρώσει, πρέπει να διαβάσει, να προλάβει το ποδόσφαιρο ή το μπαλέτο, μετά το φροντιστήριο, και πάλι διάβασμα πριν από τον ύπνο. Ενδιάμεσα, ίσως προλάβει λίγη ώρα στις οθόνες – συνήθως όχι για διασκέδαση, αλλά για να «ξεσπάσει» από την ένταση. Κι έτσι, η μία μέρα διαδέχεται την άλλη, χωρίς ανάσα. Η σχέση με τον γονιό αρχίζει να ξεθωριάζει, να απομακρύνεται. Και τότε αναρωτιόμαστε γιατί τα παιδιά δείχνουν δύσκολη συμπεριφορά. Πού πήγε η αγαπητική σχέση με το παιδί μας; Πού χάθηκε το «μαζί»; Ο φακός δεν πρέπει να στραφεί πάνω στα παιδιά – αυτό είναι το εύκολο. Ο φακός πρέπει να γυρίσει σε εμάς. Να δούμε πώς μπορούμε να τους χαρίσουμε τη ζωή που θέλουμε να θυμούνται όταν μεγαλώσουν.
Στα σχολεία μας φοιτά μια γενιά πάνω στην οποία πειραματιστήκαμε και συνεχίζουμε να πειραματιζόμαστε με τις Νέες Τεχνολογίες… Πόσο έχει επηρεάσει η κατάχρηση των οθονών την ανάπτυξη των παιδιών, μαθησιακά και συναισθηματικά;
Εξαιρετικά πολύ. Εδώ και χρόνια γνωρίζουμε τι συμβαίνει στον εγκέφαλο των παιδιών με τη συνεχή χρήση οθονών. Είμαστε όλοι, λίγο πολύ, ενημερωμένοι· ωστόσο δυσκολευόμαστε να θέσουμε όρια, γιατί κι εμείς οι ίδιοι είμαστε πλήρως εναρμονισμένοι με αυτήν την πραγματικότητα. Πώς να απαγορεύσουμε κάτι που είναι και για εμάς τόσο σημαντικό;
Τα παιδιά, όμως, μαθαίνουν από το παράδειγμά μας – όχι από τα λόγια μας. Αυτό που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στα σχολεία, και που οι νευροεπιστήμονες είχαν ήδη προειδοποιήσει, είναι μια σαφής επιδείνωση σε πολλούς τομείς: σημαντικές μαθησιακές δυσκολίες, προβλήματα συγκέντρωσης, φτωχό λεξιλόγιο, δυσκολία κατανόησης και έκφρασης συναισθημάτων. Τα παιδιά σήμερα έχουν περισσότερα ερεθίσματα από ποτέ, αλλά –αντιφατικά– χαμηλότερες μαθησιακές ικανότητες. Η υπερβολική έκθεση στις οθόνες δεν τα βοηθά να αναπτυχθούν· αντίθετα, τα απομακρύνει από την ουσία της εμπειρίας, της επαφής, του παιχνιδιού και της αληθινής επικοινωνίας.
Ολοένα και συχνότερα, τίθεται θέμα απαγόρευσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε παιδιά κάτω των 16 ετών. Θεωρείτε ότι μπορούμε, γονείς και εκπαιδευτικοί, να την τηρήσουμε; Πώς μπορούμε να συνεργαστούμε ώστε η ψηφιακή τους ενηλικίωση να γίνει ομαλά;
Οφείλουμε να το κάνουμε για την προστασία των παιδιών μας και για να τα βοηθήσουμε στο μέλλον να μη γίνουν «μαζάνθρωποι». Να μη γίνουν, δηλαδή, άνθρωποι που ακολουθούν πειθήνια, χωρίς κριτική σκέψη, χωρίς σεβασμό στις δικές τους ανάγκες, καταναλώνοντας αυτό που τους προσφέρεται έτοιμο και «προκατασκευασμένο».
Όταν δίνουμε στα παιδιά μας οθόνες από μηνών και το θεωρούμε επιτυχία που μπορούν να τις χειρίζονται πριν κλείσουν τα τρία, τότε αργότερα θα χρειαστεί πολλή δουλειά για να μπορέσουν να αντισταθούν στις κοινωνικές πιέσεις, αλλά και στις ίδιες τις ανάγκες που θα έχει δημιουργήσει ο εγκέφαλός τους. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι μαγνήτης, ακόμα και για εμάς τους ενήλικους, που υποτίθεται πως έχουμε αντιστάσεις. Πόσο μάλλον για ένα παιδί.
Γι’ αυτό η δουλειά ξεκινά από εμάς. Από το τι θέλουμε πραγματικά για το δικό μας παιδί και πόσο είμαστε διατεθειμένοι να το υποστηρίξουμε. Το γεγονός ότι μια μεγάλη μερίδα ανθρώπων, ίσως η πλειοψηφία, κάνει κάτι λανθασμένο, δεν καθιστά το λάθος σωστό. Η ευθύνη του μεγαλώματος του παιδιού μας είναι δική μας, και οφείλουμε να σταθούμε ως ενήλικοι στις αποφάσεις μας. Μπορεί, για παράδειγμα, μια ολόκληρη τάξη να έχει λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, κι εμείς να επιλέξουμε να μην το επιτρέψουμε στο παιδί μας.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι: πώς θα το θωρακίσουμε απέναντι στην πίεση των συνομηλίκων; Αν η απαγόρευση «φορεθεί» απλώς ως δική μας απόφαση, δύσκολα θα μπορέσει να την υποστηρίξει. Αν όμως αυτή η στάση είναι αποτέλεσμα συζήτησης, αν το παιδί έχει κατανοήσει τα υπέρ και τα κατά, τότε –και μόνο τότε– θα μπορέσει να σταθεί με σιγουριά απέναντι στους άλλους. Πάντα όμως με τη δική μας υποστήριξη και καθοδήγηση. Και εδώ ακουμπάμε ένα τεράστιο θέμα: ποια είναι η σχέση με το παιδί μας; Μας βλέπει ως καθοδηγητή ή οι συνομήλικοι έχουν αναλάβει αυτόν τον ρόλο;
Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το πιο σημαντικό κεφάλαιο του βιβλίου σας; Αν έπρεπε να διαβάσουμε και να κρατήσουμε ένα πράγμα, ποιο θα ήταν αυτό;
Θεωρώ ότι το κεφάλαιο «Μπορώ να γίνω ο τέλειος γονιός;» είναι ίσως το πιο ουσιαστικό. Οι συνθήκες της εποχής μας έχουν αναδείξει την τελειότητα σε ύψιστο αγαθό – κάτι σχεδόν επιβεβλημένο. Όμως, η τελειότητα δεν είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Και, ευτυχώς, δεν είναι· γιατί αν ήμασταν τέλειοι, θα σταματούσε η προσωπική μας εξέλιξη. Ματαιοπονούμε όταν προσπαθούμε να φανούμε τέλειοι – για να μας θαυμάζουν οι άλλοι, για να θαυμάζουν τα παιδιά μας ή την οικογένεια που έχουμε δημιουργήσει. Παρά τη μόρφωσή μας και την εξέλιξή μας ως κοινωνία, εξακολουθούμε να διαμορφώνουμε τη ζωή μας σύμφωνα με τα πρότυπα των άλλων.
Και πλέον, δεν είναι οι «άλλοι» του χωριού ή η πεθερά μας που μας ορίζουν· είναι οι άνθρωποι των κοινωνικών δικτύων – εικόνες ανθρώπων που πιθανόν δεν θα γνωρίσουμε ποτέ, αλλά επηρεάζουν το πώς νομίζουμε ότι πρέπει να είναι η ζωή μας. Αντί, λοιπόν, να απολαύσουμε το παιδί μας όπως είναι, να χαρούμε τις στιγμές μαζί του –με τα λάθη, τις ατέλειες και την αυθεντικότητά του– προσπαθούμε να φτιάξουμε μια εικόνα ζωής που απλώς «φαίνεται» σωστή. Όμως τα παιδιά μας δεν χρειάζονται τέλειους γονείς· χρειάζονται αληθινούς. Γονείς που κάνουν λάθη, που ζητούν συγγνώμη, που μαθαίνουν και προχωρούν μαζί τους. Αυτό, αν κρατήσει κανείς από το βιβλίο, μου αρκεί.
Γιατί ολοένα και περισσότερα νέα ζευγάρια αποκλείουν την πιθανότητα να κάνουν παιδιά ή μένουν στο ένα; Τελικά, αν και δεν νομίζω ότι είναι εύκολο να απαντηθεί το ερώτημά σας, είναι δύσκολο να είσαι γονιός στην Ελλάδα του 2025;
Δεν νομίζω πως ήταν ποτέ πιο εύκολο να είσαι γονιός – ούτε στην Ελλάδα του 2025 ούτε σε καμία άλλη εποχή. Δεν ήταν σίγουρα πιο εύκολο να είσαι γονιός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας ή της Γερμανικής Κατοχής. Μπορώ μάλιστα να φανταστώ ότι, συγκριτικά, σήμερα είναι πολύ πιο εύκολο. Δεν χρειάζεται να μαζεύουμε χόρτα για να ταΐσουμε τα παιδιά μας, ούτε να αντλούμε νερό από το πηγάδι για να το βράσουμε στο καζάνι με ξύλα. Το θέμα είναι, πάντα, οι προτεραιότητές μας. Η κοινωνία δεν είναι κάτι έξω από εμάς· τη διαμορφώνουμε εμείς, μέσα από τις αξίες και τις επιλογές μας. Ένα παιδί θα μεγαλώσει, είτε έχει ένα ζευγάρι παπούτσια είτε δέκα. Θα μεγαλώσει.
Το ερώτημα είναι τι επιλέγουμε εμείς να του προσφέρουμε πέρα από τα υλικά αγαθά. Θέλουμε μια μεγάλη οικογένεια, γνωρίζοντας ότι το παιδί μας ίσως δεν θα έχει πολλά παπούτσια, αλλά θα έχει αδέλφια για να στηριχθεί; Ή προτιμάμε να έχουμε ένα παιδί και να του προσφέρουμε όσα περισσότερα μπορούμε; Αυτή είναι μια βαθιά προσωπική απόφαση κάθε ζευγαριού. Εξαρτάται από το αν η σχέση αντέχει ένα δεύτερο ή τρίτο παιδί ή αν είναι ήδη εύθραυστη και ένα παιδί ίσως την κλονίσει. Αυτό, όμως, που βλέπω μέσα από τη δουλειά μου και την καθημερινή επαφή με τα παιδιά είναι πως εκείνα έχουν τελικά μία βασική ανάγκη: να τα αγαπούν και να τα νοιάζονται. Μόνο αυτό. Από την αγάπη των γονιών τους ανθίζουν και ριζώνουν. Από εκεί ξεκινούν και εκεί επιστρέφουν.

Το βιβλίο της Τερέζας Μπάουμ Είναι δύσκολο να είσαι γονιός; κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.
Γίνετε συνοδοιπόροι του παιδιού σας στο ταξίδι του από την προσχολική στη σχολική ηλικία παρακολουθώντας τον κύκλο διαδικτυακών σεμιναρίων με εισηγήτριες τις έμπειρες εκπαιδευτικούς Τερέζα Μπάουμ και Παναγιώτα Δεληγιάννη. Θα σας βοηθήσει να βρείτε απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα για την ανάπτυξη του παιδιού σας.

