Highlights
- Ένα μυθιστόρημα βασισμένο σε αληθινό γεγονός παιδοκτονίας του 1963 στη Θεσσαλονίκη.
- Ο Σάκης Σερέφας φωτίζει τη σιωπή, την απελπισία και την κοινωνική αδιαφορία μιας εποχής.
- Μια μάνα που δεν ήθελε να σκοτώσει το παιδί της.
- Η λογοτεχνία γίνεται τρόπος να ακουστεί η φωνή όσων δεν είχαν καμία επιλογή.
- Ένα βιβλίο για την ενοχή, τη φτώχεια και το βλέμμα της κοινωνίας που παραμένει στραμμένο αλλού.
Πόσο συνηθισμένο ήταν, άραγε, τον 20ό αιώνα, γονείς να αφήνουν, προσωρινά ή οριστικά, τα παιδιά τους σε βρεφοκομεία; Για ποιους λόγους; Από φτώχεια, ντροπή, εξαναγκασμό ή κοινωνικό στίγμα; Μέχρι ποια ηλικία φιλοξενούνταν εκεί τα βρέφη και τι συνέβαινε όταν κανείς δεν ερχόταν να τα αναζητήσει; Πόσες γυναίκες –και λιγότεροι άντρες– έχτισαν αργότερα καινούργιες ζωές, ίσως και οικογένειες, κουβαλώντας τη σιωπή εκείνης της πρώτης εγκατάλειψης; Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό κοινωνικό πλαίσιο τοποθετεί ο Σάκης Σερέφας το νέο του βιβλίο Πέτα το στη θάλασσα.
Μια μητέρα πλησιάζει την προκυμαία της Θεσσαλονίκης το 1963. Σε λίγα λεπτά, το βρέφος που κρατά στην αγκαλιά της βυθίζεται στη θάλασσα. Σε δύο μέρες, τα πρωτοσέλιδα οργιάζουν. Η σκύλα, η φόνισσα, η παιδοκτόνος. Κανείς, όμως, δεν κοιτά γύρω της: το ίδρυμα που λίγο νωρίτερα αρνήθηκε να δεχθεί το βρέφος· τα παρανόμως διοχετευμένα παιδιά που ταξιδεύουν στην Αμερική· τις συναλλαγές πολιτικών, δημοσιογράφων και αστυνομίας· τα νεογνά-μούμιες στις σοφίτες της Αθήνας. Η Ιστορία έχει αποφασίσει πριν καν ειπωθεί η αλήθεια.
Μια βρόμικη πραγματικότητα τυλίγει το πτώμα του παιδιού σαν μαγαρισμένη φασκιά. Μια αληθινή ιστορία για μια μάνα που έγινε παιδοκτόνος από τη μια στιγμή στην άλλη. Ποια γρανάζια της εξουσίας και της κοινωνίας την οδήγησαν σε αυτή την πράξη; Στο Πέτα το στη θάλασσα, ο Σερέφας δεν αναζητά την ένοχη, είναι η μάνα και το γνωρίζουμε- αλλά το σύστημα που γεννά την ενοχή. Γιατί κάθε ιστορία, τελικά, ανήκει σε εκείνον που την αφηγείται τελευταίος. Μιλήσαμε με τον συγγραφέα για την αληθινή υπόθεση που στάθηκε αφετηρία του βιβλίου, τις σκιές της ελληνικής κοινωνίας και τη θέση των μητέρων που δεν είχαν επιλογές.

True crime ιστορικό μυθιστόρημα, με ντοκουμέντα ενταγμένα στην αφήγηση; Καυστικό κοινωνικό σχόλιο; Πολιτικό μυθιστόρημα; Λογοτεχνική υβριδική άσκηση, άριστα εκτελεσμένη; Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να γράψετε ένα βιβλίο που στο επίκεντρό του έχει μια παιδοκτονία του 1963; Η ιστορία είναι αληθινή και σας απασχολεί πάνω από μια δεκαετία, αν κρίνω από το ποίημά σας «Γιάννης», που ανοίγει το βιβλίο και δημοσιεύτηκε το 2013 στη συλλογή Γιάννης Μαρία Χένριξ.
Εντόπισα αυτό το περιστατικό παιδοκτονίας πριν από 15 χρόνια, καθώς ερευνούσα σε παλιές εφημερίδες υλικό για ένα άλλο βιβλίο μου. Με συντάραξε το γεγονός πως αυτή η γυναίκα ήρθε με το παιδί της από τη Γερμανία μέχρι τη Θεσσαλονίκη όχι για να το πετάξει στη θάλασσα -αφού θάλασσες, λίμνες και ποτάμια διαθέτει και η Γερμανία- αλλά για να το αφήσει στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Άγιος Στυλιανός, αφού αδυνατούσε να το συντηρήσει μόνη της.
Δεν το δέχτηκαν στο Βρεφοκομείο, κυρίως για λόγους γραφειοκρατικούς, γυρνούσε με αυτό αγκαλιά όλη τη μέρα στην πόλη, ώσπου αργά το απόγευμα πήγε και το πέταξε στη θάλασσα. Σκέφτηκα: βλέπεις στον δρόμο μια γυναίκα να έχει στην αγκαλιά το παιδί της και δεν ξέρεις την κατάληξη που μπορεί να έχει έπειτα από λίγες ώρες αυτή η εικόνα που περνά από μπρος σου. Έτσι λοιπόν, αυτό το περιστατικό παιδοκτονίας με στοίχειωσε και δεν ήξερα τι να το πρωτοκάνω. Πρώτα έγινε ποίημα και μετά έγινε ένα κεφάλαιο στην έκδοση Εδώ: Τόποι βίας στη Θεσσαλονίκη. Μα δεν με χόρτασαν αυτά. Ώσπου ήρθε η ώρα του κι έγινε μυθιστόρημα.
Η ελληνική κοινωνία συγκλονίζεται κάθε τόσο από παιδοκτονίες. Μάλιστα, πλέον έχουμε να αντιμετωπίσουμε (τουλάχιστον ανοιχτά, μιντιακά και σοσιαλμιντιακά, γιατί πάντοτε υπήρχαν λάθρα βιώσασες) μητέρες-δολοφόνους κατά συρροή. Αφήνω αυτές τις περιπτώσεις στην άκρη και εστιάζω στις μεμονωμένες δολοφονίες, που πηγάζουν από βαθιά απελπισία. Το φιλοθέαμον κοινό «ψοφάει» για κατάρες και σχεδόν ποτέ δεν προσπαθεί να συναισθανθεί την εκάστοτε «Μήδεια». Άραγε, ιστορικά, άκουσε και κατανόησε κάποιος τη Μάνα που δεν μπορούσε, δεν άντεχε, δεν είχε καμία στήριξη και έφτανε σε μια τόσο φριχτή πράξη; «Μάνας χέρια που δεν είχε να το αφήσει σε άλλα χέρια» γράφετε. Πόσοι το καταλαβαίνουν αυτό;
Η παιδοκτόνος αυτή δεν έδρασε προμελετημένα. Την παιδοκτονία θα μπορούσε να τη διαπράξει και στη Γερμανία. Άρα η πράξη της μπορεί να ερμηνευθεί ως πράξη απελπισίας. Δεν την κρίνω. Την παρατηρώ και την περιγράφω. Κι ο αναγνώστης μπορεί να διαμορφώσει τη δική του άποψη.
Σύλληψη, αναπαράσταση, διαπόμπευση, φυλάκιση, αποφυλάκιση. Σε μια εποχή όπου τα ΜΜΕ περιορίζονταν ουσιαστικά σε ραδιόφωνο και εφημερίδες, η αντιμετώπιση της εκάστοτε θύτριας ως τέρατος κρατούσε ελάχιστα – πλην της φυλακής. Γύρω της, πριν από και μετά την πράξη της, η ζωή συνεχιζόταν και η ιστορία γραφόταν, όπως αναδείξατε με μοναδικό τρόπο στο Πέτα το στη θάλασσα. Υπήρχαν στην Ελλάδα των 60’s φωνές που απέδιδαν ευθύνες στο κοινωνικό περιβάλλον και στις δομές εξουσίας που καταδυνάστευαν τις οικογένειες και δη τις μητέρες και αν ναι, πώς εκφράζονταν;
Δεν είμαι κοινωνικός επιστήμονας ώστε να γνωρίζω αν υπήρχαν τέτοιες φωνές. Πάντως, έχοντας διατρέξει ερευνητικά χιλιάδες σελίδες εφημερίδων όλου του 20ού αιώνα, της δεκαετίας του ’60 συμπεριλαμβανομένης, η εικόνα που έχω είναι πως δεν υπήρχαν τέτοιου είδους ευαισθησίες σχετικά με τις ευθύνες του κοινωνικού περιβάλλοντος και τις δομές εξουσίας. Ο δράστης οποιασδήποτε ποινικά κολάσιμης πράξης αντιμετωπιζόταν με «ανθρωποφαγική» διάθεση, κάτι που δεν έχει εκλείψει στις μέρες μας, ιδιαίτερα από τις γνώμες που εκφράζονται από τους χρήστες των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, δηλαδή τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας μας.
Κάποιοι δεν γνωρίζουν τι είναι η βρεφοδόχος. Θέλετε να μας το εξηγήσετε;
Η βρεφοδόχος ήταν μια ειδική κατασκευή, ας πούμε κάτι σαν ξύλινο κουτί-υποδοχέας με κεκλιμένο συρταρωτό καπάκι, που υπήρχε τοποθετημένη έξω από τα Δημοτικά Βρεφοκομεία, όπως στον Άγιο Στυλιανό, στην οδό Παπαναστασίου, στη Θεσσαλονίκη, ή στο Δημοτικό Βρεφοκομείο Αθηνών, στην οδό Πειραιώς, όπου στο καπάκι αναγραφόταν «Ο Πατήρ και η Μήτηρ Εγκατέλιπόν με, Ο δε Κύριος Προσελάβετό με».
Όταν ο γονιός τοποθετούσε μέσα της το βρέφος ενεργοποιούνταν από το βάρος του ένας μηχανισμός κουδουνιού το οποίο ηχούσε μέσα στο Βρεφοκομείο, οπότε οι υπεύθυνοι πήγαιναν και παραλάμβαναν το εγκαταλειμμένο βρέφος. Για κάποια χρόνια, τις νύχτες υπήρχε ένας πολιτσμάνος κρυμμένος κάπου κοντά, επιτηρώντας τη βρεφοδόχο, οπότε όταν μια μάνα άφηνε μέσα εκεί το παιδί της, ορμούσε και της περνούσε χειροπέδες. Έπειτα από διαμαρτυρίες των υπεύθυνων των βρεφοκομείων, αυτό σταμάτησε.
Τη δεκαετία του ’60 (λίγο πριν, λίγο μετά), αν ήσουν τυχερός/ή, άπορος/η και το παιδί σου γινόταν δεκτό σε ίδρυμα μέχρι να μπορέσεις να το μεγαλώσεις, δεν χρειαζόταν απαραίτητα να το σκοτώσεις. Όμως, ελλόχευε ένας άλλος μεγάλος κίνδυνος: Η απαγωγή του και η πώλησή του προς υιοθεσία. Παλαιότερα, είχα παρακολουθήσει όσα συνέβαιναν στον Άγιο Στυλιανό. Γνωρίζω ότι εγκαταλελειμμένα κάποτε βρέφη αναζητούν ακόμη τη βιολογική τους οικογένεια. Ταμπού τότε ήταν ένα έκθετο, «μπάσταρδο» παιδί. Ταμπού, για άλλον λόγο, παραμένει η συζήτηση για τη διακίνηση βρεφών-μικρών παιδιών στη Θεσσαλονίκη σε διάφορες φάσεις του 20ού αιώνα. Βάρυνε πράγματι η πόλη από τα σκοτεινά γεγονότα; Κατάφερε μελλοντικά να πετάξει από πάνω της την ντροπή; Θα μπορούσε το βιβλίο σας να λειτουργήσει θεραπευτικά προς συμπολίτες σας;
Όταν στα 1965 έγινε η δίκη για την παράνομη διακίνηση των έκθετων βρεφών του Βρεφοκομείου Άγιος Στυλιανός, διερευνήθηκε μόνο η περίοδος 1960-1962 και ο μόνος που καταδικάσθηκε σε ποινή 4 ετών, την οποία εξέτισε σε αγροτικές φυλακές, ήταν ο διευθυντής του. Όλοι οι άλλοι κατηγορούμενοι είτε αθωώθηκαν είτε παραγράφηκαν τα αδικήματά τους. Μάλιστα, ο διευθυντής στην απολογία του υποστήριξε πως τον εγκατέλειψαν όλα τα υψηλά ιστάμενα πρόσωπα, εντολές των οποίων εκτελούσε όταν εισήγαγε βρέφη στο ίδρυμα, αλλά και πολιτικά πρόσωπα που του ζητούσαν να κάνει αντίστοιχες εξυπηρετήσεις.
Είναι λοιπόν φανερό πως η βρομοδουλειά γινόταν στα μουλωχτά με τη συμμετοχή και την κάλυψη όλης της «καλής κοινωνίας». Συνεπώς, κάθαρση δεν υπήρξε ποτέ. Το μόνο που απόμεινε είναι ο αγώνας των ανθρώπων που υιοθετήθηκαν παράνομα (στην ουσία: που πουλήθηκαν) να ξανασυνδεθούν με τις χαμένες βιολογικές οικογένειές τους, αγώνας που συνεχίζεται μέχρι τις μέρες μας, με πολλά γραφειοκρατικά εμπόδια από τη μεριά της ελληνικής πολιτείας.

Αυτό που με σόκαρε, δεν το γνώριζα, ήταν τα μουμιοποιημένα μωρά στις σοφίτες της Αθήνας. Έπειτα, βρήκα πληροφορίες (και για το απολιθωμένο νεογνό της Καρπάθου, για το οποίο επίσης δεν γνώριζα), αλλά ελάχιστες. Ίσως και να είναι μια από τις ντροπές της δικής μας πόλης, που αποφεύγουμε να συζητήσουμε ανοιχτά. Πώς μάθατε για αυτά;
Προτού γράψω το μυθιστόρημα έκανα πολυετή έρευνα. Με αφορμή την παιδοκτονία της Θεσσαλονίκης στα 1963, με ενδιέφερε να φανεί πως δεν αποτελούσαν μεμονωμένα περιστατικά ούτε η πράξη της μητέρας ούτε οι παράνομες υιοθεσίες του Αγίου Στυλιανού, μα ήταν μια πρακτική που εφαρμοζόταν και στην υπόλοιπη χώρα.
Τόσο τα μουμιοποιημένα μωρά στις σοφίτες της Αθήνας όσο και το απολιθωμένο νεογνό της Καρπάθου φανερώνουν τη δεινή θέση στην οποία βρίσκονταν τα κοριτσόπουλα που έρχονταν από την επαρχία στην Αθήνα για να δουλέψουν ως υπηρέτριες και την αντιμετώπιση των βρεφών που προέκυπταν ως ένα κακό βάρος που έπρεπε να πεταχτεί σε κάποια σοφίτα ή στο πέλαγος.
Βέβαια, υπήρχε πάντα και η λύση του υπονόμου. Έχουμε μαρτυρίες εργατών που κατέβαιναν και καθάριζαν τους υπονόμους της Θεσσαλονίκης μεταπολεμικά σχετικά με τα πεταμένα νεογνά, υπολείμματα βίαιων αμβλώσεων προφανώς, που έβρισκαν «σαπουνοποιημένα» μέσα σε αυτούς, έχοντας καταλήξει εκεί με ένα τράβηγμα του νερού στο καζανάκι από τις οικιακές τουαλέτες.
Σαν να ήταν ένας εντελώς άλλος κόσμος. Κι όμως, πάμε πίσω μόλις 60 χρόνια, σε μια Ελλάδα εντελώς διαφορετική, μα πάντα άρρωστη. Φαινομενικά, έγιναν προσπάθειες «ίασης» λίγα χρόνια μετά. Μετά τη νομιμοποίηση των αμβλώσεων και διάφορες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, καθώς και με την κοινωνική εξέλιξη, που οδήγησε στη ρήξη ή στην ανατροπή στερεοτύπων, η εγκατάλειψη μωρών -και φυσικά οι δολοφονίες τους- σταδιακά σχεδόν σταμάτησε. Κρατώ, όμως, το σχεδόν και σας ρωτώ. Πέραν των περιπτώσεων που γίνονται γνωστές, θεωρείτε ότι έχουμε περισσότερα συμβάντα που αποσιωπώνται; Ιδιαίτερα σε επαρχιακές πόλεις ή σε συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες;
Μόνο υποθέσεις μπορεί να κάνει κάποιος σχετικά με αυτό το θέμα. Νομίζω πως αυτό που βγαίνει στη φόρα είναι η, κοινώς λεγόμενη, κορυφή ενός παγόβουνου. Ίσως αυτό το παγόβουνο να είναι μικρότερο από αυτό που ήταν στο παρελθόν, μα υπάρχει και πλέει ανάμεσά μας.
Θα κλείσω ρωτώντας σας για την περσόνα της παιδοκτόνο Όλγας Ζ. που φωτίζεται/φωτίζετε μέσα από πολλαπλές και διάφορων ειδών αφηγήσεις: μου επιβεβαιώσατε την αίσθηση ότι ο τρόπος με τον οποίον θα τη διαβάσουμε και τελικά θα την ερμηνεύσουμε μένει ανοιχτός και συμπίπτει με την προσωπική μας ηθική και τον βαθμό ενσυναίσθησης που έχουμε αναπτύξει. Τη λυπόμαστε ή τη μισούμε; Την κατανοούμε ή την αφορίζουμε; Τη δικαιολογούμε ή τη λιθοβολούμε δημοσίως; Τι είναι τελικά η κάθε παιδοκτόνος; Το χωρίς επιλογές θύμα ενός άδικου και παράλογου συστήματος ή απλώς ένα ψυχικά διαταραγμένο τέρας; Και πού τέμνονται αυτές οι δυο αλήθειες;
Όπως είπα και πριν, δεν θέλησα να κρίνω την Όλγα Ζ. (δεν είμαι εισαγγελέας ούτε πανελίστας σε πρωινή εκπομπή) μα να την παρατηρήσω, σχεδόν σε εργαστηριακές συνθήκες, τόσο την ίδια όσο και την πραγματικότητα μέσα στην οποία λειτούργησε. Αν ζει ακόμη η γυναίκα αυτή, η ηλικία της θα είναι γύρω στα 90 χρόνια. Αναρωτιέμαι πώς θα έκρινε η ίδια τον εαυτό της διαβάζοντας το βιβλίο, αν θα αναγνώριζε τον εαυτό της μέσα του ή αν θα της φαινόταν μια αυθαίρετη επινοημένη εκδοχή της πραγματικότητας που έζησε η ίδια.

Το βιβλίο του Σάκη Σερέφα Πέτα το στη θάλασσα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο.


