Μπαίνοντας στο δεύτερο τέταρτο του 21ου αιώνα, ζούμε τη γονεϊκότητα σαν κάποιο task ή project με αυστηρά χρονοδιαγράμματα, τροφοδοτώντας τη βιομηχανία που έχει χτιστεί γύρω της. Άλλωστε, η ίδια η λέξη είναι νεολογισμός από το parenting και δεν έχει λεξικογραφηθεί ακόμα πλήρως. Μεταξύ πολλών άλλων, οι γονείς αναζητάμε απόλυτες επεξηγήσεις ακόμα και για το απλό παιχνίδι, ενώ μελετάμε στιλ ανατροφής για το καλό του παιδιού μας, σαν να προετοιμαζόμαστε για εξετάσεις.
Διαβάζουμε έρευνες για τη νευροπλαστικότητα του παιδικού εγκεφάλου, μιλάμε με όρους pop ψυχολογίας, αγοράζουμε παιχνίδια που υπόσχονται αισθητηριακή ανάπτυξη και οργανώνουμε playdates σαν να συντονίζουμε πολεμική επιχείρηση. Έχουμε μετατρέψει την παιδική ηλικία σε ένα ατελείωτο σεμινάριο δεξιοτήτων, όπου ακόμα και η χαρά, η χαλάρωση και η διασκέδαση οφείλουν να έχουν μετρήσιμα αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, να αποδίδουν.
Αυτή η αγωνία είναι βαθιά ταξική. Σε έναν κόσμο που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως «επένδυση», η παιδική ανεμελιά θεωρείται σπατάλη κεφαλαίου που ο μεσοαστός γονέας φοβάται ότι θα πληρώσει ακριβά στην αγορά εργασίας του μέλλοντος.
Εδώ εντοπίζω μια μεγάλη αντίφαση. Εμείς, που μεγαλώσαμε έξω από την κουλτούρα της αποδοτικότητας, χωρίς οι γονείς, οι δάσκαλοι και οι παιδίατροί μας να ασχολούνται με το τι σημαίνει «λεπτή κινητικότητα» ή «ενσυνείδητη ανατροφή», παίζαμε με τις ώρες έξω, είτε στο προαύλιο είτε σε πάρκα, πλατείες και δρόμους. Το παιχνίδι μας δεν έκρυβε μετρήσιμους αναπτυξιακούς στόχους, αλλά είχε ρίσκο, βρομιά και γρατζουνιές. Βαρεμάρα, ραστώνη, χαλάρωση. Ένταση, χαρές και λύπες. Χρόνο. Απόλυτη ελευθερία να ανακαλύπτουμε τον κόσμο γύρω μας αβίαστα.
Χωρίς οι ενήλικοι γύρω μας να προσπαθούν να γίνουν ειδικοί εκεί όπου δεν ήταν, με πολύ λιγότερη επιστημονική γνώση γύρω από τις ψυχοκοινωνικές και εκπαιδευτικές ανάγκες της παιδικής ηλικίας, μας επέτρεπαν να παίζουμε με την ησυχία και την άνεσή μας. Αυτό ήταν το δεδομένο. Είχαν εμπιστοσύνη στην παιδική φύση. Έτσι είχαν μεγαλώσει και εκείνοι. Πιο φυσικά. Πιο απλά. Πιο ανεξάρτητα. Με το ένστικτο να αναλαμβάνει τον ρόλο του και να έχει λόγο ύπαρξης.
Η παγίδα της δημιουργικής απασχόλησης
Ξεχάσαμε πώς μεγαλώσαμε και πώς χτίσαμε χαρακτήρα, σε κοινωνικό επίπεδο. Σήμερα, η βιομηχανία της γονεϊκότητας μας έχει πείσει πως αν το παιδί δεν «απασχολείται δημιουργικά» κάθε ώρα και στιγμή χάνει πολύτιμο έδαφος στον παγκόσμιο ανταγωνισμό, ως μελλοντικό ανθρώπινο κεφάλαιο, κυριολεκτικά μέσα από την κούνια.
Έτσι, οι ενήλικοι που γίναμε γονείς από τις αρχές του αιώνα και έπειτα αναλάβαμε σταδιακά –μάλλον δίχως να συνειδητοποιούμε καν τη διαδικασία– έναν παράξενο ρόλο: Επεμβαίνουμε ασταμάτητα. Γινόμαστε οι σκηνοθέτες του παιδικού παιχνιδιού, οι μόνιμοι επιδιορθωτές της καθημερινής εμπειρίας, σαν αυτή να πρέπει να γίνει κάτι παραπάνω από απλώς καθημερινή.
«Μήπως να βάλεις το κόκκινο τουβλάκι εδώ;»
«Δες πώς γίνεται σωστά το πείραμα».
«Τώρα θα παίξουμε κάτι που ακονίζει τη μνήμη».
«Θα πάμε στις κούνιες μόνο αν μου υποσχεθείς ότι δεν θα λερωθείς».
«Στο πάρτι σου θα πάρουμε διασκεδαστή για να μη βαρεθείτε».
«Μη βγεις έξω στο μπαλκόνι. Κάνει κρύο».
«Αν δεν φας όλο σου το φαγητό, δεν θα παίξεις».
Αυτό που κάνουμε στην πράξη είναι να αφαιρούμε από τα παιδιά το δικαίωμα στην αυτενέργεια. Όταν το παιδικό παιχνίδι μπαίνει σε καλούπια από τους ενήλικους μοιάζει όλο και περισσότερο με υποχρέωση ή δουλειά. Το παιδί μαθαίνει να περιμένει την έγκριση ή την κατεύθυνση του φροντιστή, χάνοντας σταδιακά την εμπιστοσύνη στα δικά του ένστικτα.
Δεν είναι όμως μόνο δικό μας το φταίξιμο. Η ελευθερία δεν χάθηκε μόνο από το άγχος μας, αλλά από την ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου. Εκεί που κάποτε υπήρχαν πάρκα, κούνιες, αλάνες και πλατείες, τώρα υπάρχουν παιδότοποι και λοιπές προτάσεις με εισιτήριο. Το δικαίωμα στο παιχνίδι έχει μετατραπεί με τις ευλογίες μας σε πλήρως εμπορεύσιμο προϊόν.
Η πολιτική διάσταση της ελεγχόμενης χαράς
Όλο αυτό οδηγεί αναπόφευκτα σε κάτι ακόμα πιο βαθύ. Αυτή η μανία μας να ελέγχουμε κάθε δευτερόλεπτο του παιδικού χρόνου αντανακλά τις παθογένειες ενός πολιτικού συστήματος που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο όχι ως πολίτη, μα ως «ανθρώπινο κεφάλαιο» προς αξιοποίηση.
Όταν μετατρέπουμε το ελεύθερο παιχνίδι σε ελεγχόμενο εργαστήριο δεξιοτήτων, εκπαιδεύουμε τα παιδιά να λειτουργούν άψογα μέσα σε προκαθορισμένα πλαίσια, με αποτέλεσμα να δυσκολεύονται να ορίσουν και να διεκδικήσουν τη δική τους αυθεντική επιθυμία.
Η ελευθερία στο παιχνίδι είναι από τις πρώτες εμπειρίες αυτονομίας που έχει ένα παιδί, μια πράξη αντίστασης στην ομογενοποίηση. Μέσα από αυτό, μαθαίνει να διεκδικεί τον χώρο του και να δημιουργεί τους δικούς του κανόνες, μακριά από τη λογική της παραγωγικότητας στην οποία τα έχουμε βάλει από το προνήπιο.
Τι στερούμε από τα παιδιά μας;
Την ανθεκτικότητα: Το ελεύθερο παιχνίδι είναι το πεδίο όπου το παιδί θα συγκρουστεί και θα συμφιλιωθεί με την ομάδα του, αναζητώντας τον ρόλο του μέσα σε αυτήν. Αν παρεμβαίνουμε για να προλάβουμε κάθε τριβή και δυσκολία, πώς θα μπορέσει να επιβιώσει όταν δεν θα είμαστε δίπλα του;
Τη φαντασία: Ένα «έξυπνο» ηλεκτρονικό παιχνίδι περιορίζει το παιδί σε προβλεπόμενες χρήσεις και συγκεκριμένα κουμπιά και ήχους. Ένα απλό ξύλο που βαφτίζεται σπαθί και μετά μαγικό ραβδί και μετά τηλέφωνο αποκτά μαγική εξωπραγματική διάσταση, απελευθερώνοντας τη δημιουργικότητα.
Την παύση: Η εμμονή μας να γεμίζουμε κάθε λεπτό με «ποιοτικό χρόνο» στερεί από τα παιδιά τη δυνατότητα να αναρωτηθούν τι πραγματικά θέλουν να κάνουν τη συγκεκριμένη στιγμή.
Αντέχουμε, άραγε, να μην παρέμβουμε;
Μια ιδιαίτερα δύσκολη άσκηση για τον σύγχρονο γονέα είναι να καθίσει στον καναπέ και να μην κάνει τίποτα. Να παρατηρεί το παιδί του να παίζει, χωρίς να το διορθώνει, χωρίς να προτείνει, χωρίς να το κατευθύνει, χωρίς να βγάζει το κινητό για να «σώσει» τη στιγμή. Κι αν το παιδί τού ζητήσει να παίξει μαζί του, να ακολουθήσει τις οδηγίες του. Οι κανόνες του παιχνιδιού, το δίχως άλλο, πρέπει να γράφονται από τα ίδια τα παιδιά.
Το παιχνίδι είναι η ίδια η ζωή των παιδιών, όχι ένα διάλειμμα από αυτήν. Μέσα από αυτό μαθαίνουν να ζουν. Η δική μας δουλειά δεν είναι να το οργανώσουμε, αλλά να του αφήσουμε χώρο, προστατεύοντάς το από το προσωπικό μας άγχος για αποτελέσματα. Ας αφήσουμε τα παιδιά να λερωθούν, να μπερδευτούν και, κυρίως, να παίξουν χωρίς εμάς πάνω από το κεφάλι τους.


