Highlights
- Η μη ανάσυρση της υπόθεσης των υποκλοπών παρουσιάζεται ως σημείο κρίσης για το κράτος δικαίου.
- Η νομική κριτική εστιάζει κυρίως στο ότι δεν αναζητήθηκαν στοιχεία πριν εξαχθεί συμπέρασμα περί ανεπάρκειας στοιχείων.
- Το άρθρο μεταφέρει το θέμα από τη δικονομία στην καθημερινή ηθική εμπειρία των πολιτών.
- Η σύνδεση με τη γονεϊκότητα και την υπογεννητικότητα είναι το δυνατότερο σημείο του κειμένου.
- Κεντρικό ερώτημα δεν είναι μόνο τι έκανε η Δικαιοσύνη, αλλά σε ποια χώρα καλούνται οι γονείς να μεγαλώσουν παιδιά.
Τη Δευτέρα 27 Απριλίου 2026, η ελληνική δικαιοσύνη έγραψε ακόμα μια μελανή σελίδα στην ιστορία της. Για άλλη μια φορά, σχετίζεται με τις υποκλοπές. Με μια γρήγορη αναζήτηση, θα διαπιστώσετε ότι επιφανείς νομικοί την περιγράφουν ως οριακή στιγμή για το κράτος δικαίου.
Η απόφαση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να μην ανασύρει από το αρχείο και να μην επανεξετάσει την υπόθεση των υποκλοπών προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων από τη νομική κοινότητα, από τους συνηγόρους θυμάτων, από πρώην θεσμικούς παράγοντες και συνταγματολόγους.
Όμως, η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών είχε ζητήσει τη διερεύνηση του αδικήματος της κατασκοπείας, κατά το άρθρο 148 ΠΚ, από τους τέσσερις καταδικασθέντες και τρίτα πρόσωπα, καθώς και την εμπλοκή εννέα ακόμη προσώπων στις ένδικες αξιόποινες πράξεις,
Οι σημερινές δηλώσεις: «Διάβρωση», «Κατάχρηση», «Θεσμική εκτροπή»
Η νομική κοινότητα αντέδρασε με άμεσα αντανακλαστικά και σκληρή γλώσσα. Ενδεικτικά αναφέρουμε:
Ο Ζαχαρίας Κεσσές, δικηγόρος θυμάτων των παράνομων παρακολουθήσεων, έκανε λόγο για “διάβρωση της Δημοκρατίας” και για την “πιο προκλητική πράξη συγκάλυψης”.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κράτησε τη δικογραφία επί είκοσι ημέρες χωρίς να κάνει καμία προανακριτική ενέργεια, χωρίς να εξετάσει μάρτυρα, χωρίς να καλέσει οποιονδήποτε και χωρίς να ζητήσει τη συνδρομή οποιασδήποτε υπηρεσίας.
Επισήμανε, επίσης, ότι στις 24 Απριλίου είχε κατατεθεί επίσημο έγγραφο με το οποίο ζητούνταν να υποδειχθεί ο τρόπος κατάθεσης νέων ευαίσθητων και εμπιστευτικών εγγράφων, καθώς και νέων μηνύσεων. Η απάντηση, κατά τον ίδιο, ήταν μια βιαστική διάταξη αρχειοθέτησης, με “έωλο αιτιολογικό” που προσβάλλει τη νοημοσύνη όλων.
Αφιέρωσε μάλιστα στους εισαγγελικούς λειτουργούς το άρθρο 239 του Ποινικού Κώδικα περί κατάχρησης εξουσίας, τονίζοντας ότι αυτή η πράξη θα τους ακολουθεί ως κληρονομιά και ως αποδοκιμασία του δικαστικού κόσμου.
Ο δικηγόρος Μανώλης Βελεγράκης χαρακτήρισε τη διάταξη προκλητική, επισημαίνοντας ότι, υπό το βάρος της, επιχειρείται να παρουσιαστεί η τεκμηριωμένη νομική κριτική ως επίθεση στη Δικαιοσύνη. Μίλησε, επίσης, για το αυτονόητο: ότι εκείνος που διενεργεί έρευνα πρώτα αναζητά στοιχεία και μετά εξάγει συμπεράσματα. Δεν μπορεί να εξαγάγει συμπεράσματα από τη δική του παράλειψη να αναζητήσει στοιχεία. Οι λέξεις “κουκούλωμα”, “συγκάλυψη” και «μπάζωμα», είπε, είναι πλέον ανεπαρκείς.
Ο δικηγόρος Χρήστος Κακλαμάνης υπογράμμισε ότι πρόκειται για “μη διάταξη”, ότι ο Εισαγγελέας δεν θέλει να δει και δεν θα δει, και ότι μέχρι να ανατραπεί η διάταξη θα έχουν παραγραφεί αρκετά ή όλα τα πλημμελήματα της υπόθεσης, όχι όμως τα κακουργήματα.
Ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης μίλησε για «θεσμική εκτροπή» και για «ώρα μηδέν» για την ελληνική Δικαιοσύνη, επισημαίνοντας τη χαώδη αντίθεση ανάμεσα στο αποδεικτικό σκεπτικό του Πρωτοδίκη και στην αιτιολογία του Ανώτατου Εισαγγελέα.
Ο Χρήστος Ράμμος, πρώην πρόεδρος της ΑΔΑΕ, αρκέστηκε σε δύο λέξεις: «Μένω άφωνος». Ο Ξενοφών Κοντιάδης, συνταγματολόγος και καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έγραψε ότι η απόφαση του προκάλεσε τεράστια έκπληξη και ανησυχία, προσθέτοντας πως «τα πράγματα στη χώρα μας δεν πάνε καθόλου καλά».
Και ο πιο αφελής κατανοεί ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια δικονομική διαφωνία. Η απόφαση του Αρείου Πάγου χτυπά κάτω από τη μέση τη θεσμική λειτουργία της δικαιοσύνης και του ίδιου του πολιτεύματος.
Άλλη μια υπενθύμιση για τους γονείς ότι χρειάζεται μια κατά μέτωπο αναμέτρηση με μια Πολιτεία σε ηθική αποσύνθεση, που απαιτεί να μεγαλώνουμε παιδιά σε μια χώρα – μεταξύ άλλων – “εκτροπής”, ενώ η ίδια μετατρέπει απροκάλυπτα την ατιμωρησία σε θεσμική κανονικότητα.
Γιατί, άραγε, δεν γεννιούνται παιδιά στην Ελλάδα;
Εδώ προκύπτει άλλη μια αντίφαση που καλούμαστε να διαχειριστούμε. Η Πολιτεία αρνείται την ανάσυρση μιας υπόθεσης που αφορά παρακολουθήσεις πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων, υπουργών και στελεχών της κρατικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Ταυτόχρονα, κουνάει το δάχτυλο στην κοινωνία για την “οικογενειακή ευθύνη”, την υπογεννητικότητα και την επιλογή αρκετών νέων ζευγαριών να μην κάνουν παιδί.
Όσα υπουργεία οικογένειας κι αν ιδρυθούν, όσα “μέτρα” “υπέρ” των γονιών κι αν εξαγγελθούν ή ψηφιστούν, γιατί να συνεχίσουμε να γεννάμε παιδιά σε μια χώρα την οποία θα χρειαστεί, όπως όλα δείχνουν, να εγκαταλείψουν αν θέλουν να έχουν ένα καλό επίπεδο ζωής. Τι θα τους προσφέρει μια χώρα σε σήψη, μια ένοχη Πολιτεία που εμφανίζεται ανίκανη ή απρόθυμη να προστατεύσει από την παρακρατική αυθαιρεσία και να εξασφαλίσει τη στοιχειώδη αξιοπρέπεια για τους πολίτες;
Πώς θα τους διδάξουμε τις αξίες της ειλικρίνειας, της ακεραιότητας, της ευθύνης, όταν βλέπουν ότι οι (εν πολλοίς κληρονομικώ δικαιώματι) ισχυροί και τα τσιράκια τους όχι μόνο είναι ανίκανοι και άπληστοι, μα διαγράφουν κάθε ευθύνη τους χωρίς να κουνιέται φύλλο, όχι μόνο σε μια, αλλά σε πολλές περιπτώσεις; Αν δεν είναι όσα ζούμε τουλάχιστον κατάχρηση εξουσίας, τότε τι είναι; Ποιος τιμωρείται στην Ελλάδα και ποιος δεν τιμωρείται; Σε πόσο διεφθαρμένη χώρα τα μεγαλώνουμε; Για ποια “δημοκρατία” μιλάμε;
Παιδιά μου, συγγνώμη. Δεν ήξερα ότι θα μεγαλώνατε σε μια δυστοπία, όπου μια καφκική δικαιοσύνη θα υπέκυπτε σε καλά ριζωμένους μηχανισμούς προστασίας μιας φαινομενικά ακλόνητης “ελίτ” με ντόπια χαρακτηριστικά και των σφουγγοκωλαρίων και λοιπών πρόθυμων αυλικών της. Αν δεν είναι καθοδηγούμενη ή ελεγχόμενη, η δικαιοσύνη τα τελευταία χρόνια είναι εντελώς παράλογη. Παραδόξως, μέσα στην αναξιοπρέπεια και το θράσος της, μοιάζει εντελώς ασφαλής και εντελώς ακλόνητη.
Όταν το κράτος λειτουργεί με όρους εκτροπής, χάνει κάθε ηθικό δικαίωμα να παραδίδει στους πολίτες μαθήματα ορθής ανατροφής ή κοινωνικής συνέπειας. Το μεγάλωμα των παιδιών σήμερα είναι μια καθημερινή υπερπροσπάθεια να κρατήσουμε όρθια την έννοια της αξιοπρέπειας σε ένα περιβάλλον που την ποδοπατά με κάθε ευκαιρία.
Να τους εξασφαλίσουμε τα αυτονόητα: ψωμί, παιδεία, ελευθερία, υγεία. Δεν ξέρω αν αυτό είναι εφικτό μέσα στον παραλογισμό και στην απάθεια της εποχής. Με ποιο σθένος και με ποιες λέξεις θα συνεχίσουμε να τα κάνουμε όλα αυτά σε ένα περιβάλλον όπου η αδικία εμφανίζεται οργανωμένη, προστατευμένη και τελικά ατιμώρητη;



