Η εγκυμοσύνη είναι μια περίοδος έντονης βιολογικής αναδιάρθρωσης, όπου ο τρόπος ζωής και διατροφής της γυναίκας μπορεί να επηρεάσει άμεσα τόσο την ανάπτυξη του εμβρύου όσο και τη δική της υγεία στη διάρκεια και μετά το τέλος της κύησης. Στο σημερινό πλαίσιο, ο σακχαρώδης διαβήτης της κύησης εμφανίζεται ολοένα και συχνότερα. Διεθνώς αφορά πλέον περίπου το 5–15% των κυήσεων, ανάλογα με τον πληθυσμό και τα διαγνωστικά κριτήρια.
Με τον όρο «σακχαρώδης διαβήτης της κύησης» περιγράφεται η διαταραχή του μεταβολισμού της γλυκόζης που αναγνωρίζεται για πρώτη φορά στο 2ο ή 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης. Αν οι τιμές είναι ήδη αυξημένες από το πρώτο τρίμηνο και πληρούν τα κριτήρια σακχαρώδη διαβήτη εκτός κύησης, τότε ταξινομείται ως διαβήτης στην κύηση και όχι ως διαβήτης κύησης. Επίσης, όταν μια γυναίκα έχει ήδη γνωστό διαβήτη τύπου 1 ή 2 πριν από τη σύλληψη, μιλάμε για προϋπάρχοντα διαβήτη που απλώς συνεχίζεται στην εγκυμοσύνη.
Ποιες γυναίκες μπορεί να εμφανίσουν διαβήτη κύησης;
Καμία έγκυος δεν θεωρείται εντελώς εκτός κινδύνου. Ο διαβήτης κύησης μπορεί να εμφανιστεί και σε γυναίκες χωρίς προηγούμενο ιστορικό ή εμφανείς παράγοντες κινδύνου. Η αυξημένη συχνότητα σχετίζεται με υψηλότερα ποσοστά παχυσαρκίας στις νεότερες ηλικίες, με τη μετατόπιση της πρώτης εγκυμοσύνης σε μεγαλύτερες ηλικίες, με την υιοθέτηση πιο ευαίσθητων διαγνωστικών κριτηρίων (IADPSG/ΠΟΥ) και με την ανίχνευση περιπτώσεων που παλαιότερα περνούσαν απαρατήρητες. Σημαντικοί παράγοντες κινδύνου είναι ακόμα το ιστορικό προδιαβήτη, υπέρτασης ή δυσλιπιδαιμίας, προηγούμενος διαβήτης κύησης, γέννηση μωρού >4–4,5 κιλών σε προηγούμενη κύηση, το οικογενειακό ιστορικό διαβήτη τύπου 2, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, η καθιστική ζωή και η ηλικία ≥35 ετών. Παρόλα αυτά, ο διαβήτης κύησης μπορεί να εμφανιστεί ακόμα και χωρίς να συντρέχει κανένας από αυτούς τους παράγοντες.
Υπάρχουν συμπτώματα;
Στις περισσότερες περιπτώσεις όχι. Τα συμπτώματα υψηλού σακχάρου (δίψα, συχνουρία, κόπωση, λοιμώξεις) συχνά μπερδεύονται με τα φυσιολογικά της εγκυμοσύνης ή μπορεί να απουσιάζουν πλήρως. Γι’ αυτό ο προγραμματισμένος έλεγχος είναι απαραίτητος. Πολλές γυναίκες νιώθουν απολύτως καλά, και η διάγνωση γίνεται μόνο χάρη στον προληπτικό, τακτικό έλεγχο.
Πώς γίνεται η διάγνωση;
Ο διεθνής κανόνας είναι καθολικός έλεγχος για διαβήτη κύησης μεταξύ 24ης και 28ης εβδομάδας με Δοκιμασία Ανοχής στη Γλυκόζη από το Στόμα (OGTT) 75 g.
Στην καμπύλη σακχάρου με 75 g γλυκόζης, τα διαγνωστικά όρια είναι:
-
νηστείας ≥ 92 mg/dL
-
1η ώρα ≥ 180 mg/dL
-
2η ώρα ≥ 153 mg/dL
Για γυναίκες υψηλού κινδύνου συστήνεται πρώιμος έλεγχος στο πρώτο τρίμηνο και, αν χρειαστεί, επανάληψη στο δεύτερο.
Τι συμβαίνει στον οργανισμό;
Η εγκυμοσύνη αυξάνει φυσιολογικά την αντίσταση στην ινσουλίνη λόγω ορμονών του πλακούντα (οιστρογόνα, κορτιζόλη, HPL). Το πάγκρεας της γυναίκας αντισταθμίζει παράγοντας περισσότερη ινσουλίνη. Όταν δεν μπορεί να ανταποκριθεί, το σάκχαρο αυξάνεται και εμφανίζεται διαβήτης κύησης. Η διαταραχή συνήθως εκδηλώνεται μετά τον 4ο–5ο μήνα, διότι τότε η ορμονική επίδραση του πλακούντα είναι εντονότερη. Μετά τον τοκετό, η υπεργλυκαιμία συνήθως υποχωρεί, όμως ο μεταβολικός κίνδυνος δεν εξαφανίζεται: μένει σημαντικά αυξημένος για τα επόμενα χρόνια.
Παρακολούθηση μέσα στην εγκυμοσύνη
Ο βασικός άξονας παρακολούθησης είναι ο τακτικός έλεγχος της γλυκόζης στο αίμα. Αυτό πραγματοποιείται από την ίδια τη γυναίκα με φορητά σακχαρόμετρα που της επιτρέπουν να παρακολουθεί καθημερινά τις τιμές της, νήστης και μετά τα γεύματα, σε ώρες που ορίζει ο γιατρός.
Παράλληλα, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στην παρακολούθηση της ανάπτυξης του εμβρύου με υπερηχογράφημα: μετρώνται συγκεκριμένες παράμετροι που δείχνουν πώς επηρεάζει ο διαβήτης το βάρος και τις αναλογίες του.
Ανάλογα με την κάθε περίπτωση –την ηλικία, το σωματικό βάρος, το ιστορικό της γυναίκας και τις τιμές του σακχάρου– ο/η θεράπων ιατρός μπορεί να προσθέσει και άλλες εξετάσεις ή να προτείνει πιο συχνή παρακολούθηση, ώστε η εγκυμοσύνη να εξελιχθεί με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια για μητέρα και παιδί.
Πώς επηρεάζει το μωρό πριν και μετά την εγκυμοσύνη;
Το αυξημένο σάκχαρο της μητέρας περνά στο έμβρυο, το οποίο απαντά παράγοντας περισσότερη ινσουλίνη. Κατά την εγκυμοσύνη, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μακροσωμία, δυστοκία ώμων, αυξημένη πιθανότητα καισαρικής τομής, προεκλαμψία, πρόωρο τοκετό, πολύυδρο και αυξημένο κίνδυνο ενδομήτριου θανάτου όταν η ρύθμιση είναι κακή.
Μετά τη γέννηση, μπορεί να οδηγήσει σε υπογλυκαιμία, ίκτερο, αναπνευστική δυσχέρεια, υποασβεστιαιμία, πολυερυθραιμία, συχνή ανάγκη νοσηλείας. Μακροπρόθεσμα, τα παιδιά έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εμφανίσουν παχυσαρκία, μεταβολικό σύνδρομο ή διαβήτη τύπου 2 ως ενήλικοι. Προφανώς, δεν πρόκειται για κάτι αναπόφευκτο, αλλά ο διαβήτης της κύησης της μητέρας θεωρείται παράγων αυξημένου κινδύνου.
Τι σημαίνει για τη μελλοντική υγεία της γυναίκας;
Το γεγονός ότι ο διαβήτης της κύησης συνήθως υποχωρεί μετά τον τοκετό δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα εξαφανίζεται. Αντιθέτως, πάντα λειτουργεί ως «καμπανάκι» για το μέλλον. Η γυναίκα που έχει εμφανίσει διαβήτη σε μία εγκυμοσύνη:
-
έχει αυξημένες πιθανότητες να ξαναπαρουσιάσει διαβήτη κύησης σε επόμενη εγκυμοσύνη, συχνά νωρίτερα και πιο έντονα
-
ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου για την ανάπτυξη σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2 μέσα στα επόμενα χρόνια της ζωής της.
Μελέτες δείχνουν ότι, σε ορίζοντα περίπου δεκαετίας, η πιθανότητα εμφάνισης διαβήτη τύπου 2 μετά από διαβήτη κύησης μπορεί να φτάσει ή και να ξεπεράσει το 50%, ειδικά όταν συνυπάρχουν άλλοι παράγοντες κινδύνου (παχυσαρκία, οικογενειακό ιστορικό κ.λπ.).
Πώς αντιμετωπίζεται;
Η αντιμετώπιση στηρίζεται σε τρεις πυλώνες:
-
Διατροφή
-
καλύτερη κατανομή των γευμάτων μέσα στη μέρα (συχνά, μικρότερα και πιο συχνά γεύματα).
-
περιορισμός τροφών με απλούς υδατάνθρακες (ζάχαρη, γλυκά, αναψυκτικά).
-
προτίμηση σε σύνθετους υδατάνθρακες (δημητριακά ολικής, λαχανικά, όσπρια), πάντα με βάση τις οδηγίες του διαιτολόγου.
-
ρεαλιστική και όχι εξαντλητική διαχείριση βάρους.
-
-
Ασφαλής σωματική δραστηριότητα
-
ήπιο περπάτημα και ελαφριά άσκηση, εφόσον το επιτρέπει ο/η μαιευτήρας.
-
αποφυγή υπερβολικής κόπωσης ή αφυδάτωσης.
-
Αν, παρά τη σωστή διατροφή και άσκηση, το σάκχαρο παραμένει αυξημένο, ο γιατρός μπορεί να συστήσει ινσουλίνη. Στόχος δεν είναι η «τέλεια» εγκυμοσύνη, αλλά μια επαρκώς ρυθμισμένη κύηση, όπου το σάκχαρο μένει όσο γίνεται πιο κοντά στα φυσιολογικά όρια και ελαττώνεται ο κίνδυνος για μητέρα και παιδί.
Παρακολούθηση μετά τον τοκετό
Μετά τον τοκετό –και ειδικά μετά την αποβολή του πλακούντα– οι ορμονικές αυτές επιδράσεις εξαφανίζονται και στις περισσότερες περιπτώσεις τα επίπεδα γλυκόζης επανέρχονται στα προ της εγκυμοσύνης επίπεδα. Για τον λόγο αυτό, ο διαβήτης της κύησης θεωρείται κατά κανόνα παροδικός. Παρ’ όλα αυτά, η γέννηση του μωρού και ο θηλασμός, που έχει προστατευτική δράση για τη μητέρα, μειώνοντας τον μελλοντικό κίνδυνο διαβήτη τύπου 2, δεν εξασφαλίζουν την επαναφορά του σακχάρου της λεχώνας στις φυσιολογικές τιμές. Χρειάζεται:
-
Καμπύλη σακχάρου στις 6–12 εβδομάδες μετά τον τοκετό, για να φανεί αν το σάκχαρο έχει επιστρέψει σε φυσιολογικά επίπεδα.
-
Αν όλα είναι φυσιολογικά, περιοδικός έλεγχος (συνήθως ανά 1–3 χρόνια) με βάση την ηλικία, το βάρος και το οικογενειακό ιστορικό.
-
Αντιμετώπιση συνοδών παραγόντων κινδύνου (βάρος, πίεση, λιπίδια)
-
Ενημέρωση και πρόσβαση σε ενδοκρινολόγο και παρακολούθηση με βάση τις οδηγίες του για τρόπους πρόληψης: διατροφή, άσκηση, απώλεια βάρους αν χρειάζεται, αντιμετώπιση άλλων παραγόντων κινδύνου (πίεση, χοληστερίνη).
Εδώ υπάρχει συχνά ένα ιατρικό κενό: πολλές γυναίκες δεν ενημερώνονται επαρκώς και σταματούν την παρακολούθηση ήδη από τη λοχεία, ενώ απαιτείται τακτικό follow-up. Ο διαβήτης της κύησης, με σωστή αντιμετώπιση και συστηματική παρακολούθηση, επιτρέπει μια ασφαλή εγκυμοσύνη και δίνει στη γυναίκα τα εργαλεία για να μειώσει τον κίνδυνο μελλοντικών επιπλοκών.



