Πρωταπριλιά: Από το αθώο ψέμα στην οργανωμένη παραπλάνηση

Η Πρωταπριλιά υπήρξε επί μακρόν μια μέρα ελεγχόμενης εκτροπής από την κανονικότητα, κατά την οποία η υποχρέωση της ειλικρίνειας χαλάρωνε, ώστε να χωρέσουν το ψέμα, το παράδοξο, το ευφυολόγημα και η αθώα εξαπάτηση. Η ακριβής προέλευσή της παραμένει αβέβαιη, παρότι έχουν διατυπωθεί διαφορετικές, συχνά αντικρουόμενες εκδοχές για τη γένεσή της. Πάντως, «θεσμοθετήθηκε» στη νεότερη ευρωπαϊκή παράδοση ως ημέρα για φάρσες, αστεία και πειράγματα, με συγκεκριμένες ψυχοκοινωνικές διαστάσεις.

Ουσιαστικά, η Πρωταπριλιά συνεχίζει να διατηρεί μια παγιωμένη πολιτισμική άδεια προσωρινής αναστολής της κυριολεξίας. Σήμερα, όμως, τόσο σε τοπικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, το ψέμα είναι οργανικό συστατικό του συστήματος. Μάλιστα, μέσα σε έναν ψηφιακό κόσμο πλημμυρισμένο από ψευδείς ειδήσεις, παραποιημένα βίντεο και οργανωμένη χειραγώγηση, ίσως να μοιάζει περιττή.

Η αίσθηση αυτή δεν προέκυψε ξαφνικά φέτος. Μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία άλλαξε η βασική μας σχέση με την αλήθεια, την οποία είχε ήδη κλονίσει η στάση των παραδοσιακών ΜΜΕ και η σταδιακή έκπτωση της δημοσιογραφίας από λειτούργημα σε εμπόριο ειδήσεων και εργαλείο διαπλοκής.

Καταλύτες της νέας πραγματικότητας στάθηκαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και η ραγδαία ένταξή τους στην καθημερινότητα, σε συνδυασμό με την έλλειψη ψηφιακού γραμματισμού. Η επιτάχυνση της ροής της πληροφορίας χωρίς ανάγκη επαλήθευσης και αξιόπιστων πηγών, η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και τα ΜΜΕ, η φτωχοποίηση της κοινωνίας, η πανδημία, οι πόλεμοι και, πιο πρόσφατα, η κατασκευή διάδοση πειστικών συνθετικών εικόνων και βίντεο οδήγησαν, με τη σειρά τους, στο διαδικτυακό χάος, όπου τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται.

Κάθε είδηση, από τον χωρισμό δυο ανθυποcelebrities μέχρι τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή,  φτάνει στα παιδιά που δεν έζησαν σε αναλογικό κόσμο κυρίως ως εικόνα, μοντάζ, συναισθηματικά φορτισμένη αφήγηση, συχνά και ως καθαρή προπαγάνδα. Μιλάμε για ολόκληρα περιβάλλοντα κατασκευασμένων «πραγματικοτήτων»…

Η πολιτική του ψέματος στη δημόσια ζωή

Το ψέμα στη δημόσια ζωή στην Ελλάδα δεν μπορεί να θεωρείται ούτε εύρημα ούτε ευφυολόγημα ούτε αστείο, γιατί λειτουργεί ως ύπουλος μηχανισμός ισχύος. Παράγεται, διαδίδεται, γίνεται πιστευτό (τελικά από πολλούς), αξιοποιείται από μικρά και μεγάλα κέντρα εξουσίας. Δεν αποβλέπει στο γέλιο και στη διασκέδαση, αλλά στον έλεγχο, στη σύγχυση, στην πόλωση, στην υποταγή και στην απάθεια. Η διαπλοκή λειτουργεί. Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα βρέθηκε στην 108η θέση το 2022, στην 107η το 2023, στην 88η το 2024 και στην 89η το 2025 στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των RSF, παραμένοντας σε όλες αυτές τις χρονιές τελευταία στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η Πρωταπριλιά εξακολουθεί να κρατά τον παιγνιώδη, εθιμικό χαρακτήρα και την ελαφρότητά της. Στην Ελλάδα, όμως, προσκρούει σε έναν ψυχικά επιβαρυμένο και ψηφιακά αναλφάβητο πληθυσμό, που την αντιμετωπίζει με αμηχανία.

Δεν νομίζω ότι αυτή την περίοδο έχει νόημα να πούμε ψέματα «για να ξεγελάσουμε» σε ενήλικο κοινωνικό επίπεδο. Δεν το βρίσκω διόλου διασκεδαστικό έτσι όπως έχει εξελιχθεί η καθημερινότητά μας – ομολογώ ότι ελάχιστα ήταν τα ψέματα που με έκαναν σήμερα να χαμογελάσω.

Άλλο η καλή φάρσα και άλλο το γκροτέσκο ψηφιακό σκουπίδι. Άλλο ένα μικρό εύρημα με αυτοσαρκασμό, ανατροπή και άμεση αποκάλυψη, και άλλο η χοντροκομμένη, άχαρη και αισθητικά αποκρουστική παραγωγή δήθεν χιουμοριστικού περιεχομένου με ΤΝ, που ούτε εκπλήσσει ούτε σχολιάζει ούτε διασκεδάζει, απλώς πολλαπλασιάζει τον θόρυβο.

Η πολιτική του ψέματος και η παιδική ηλικία

Για τον γονέα και τον εκπαιδευτικό, το ερώτημα δεν είναι αν «επιτρέπεται» να πούμε ένα ψέμα στα παιδιά την Πρωταπριλιά, αλλά πώς θα τα βοηθήσουμε να σταθούν απέναντι σε μια πραγματικότητα όπου η αλήθεια δεν θεωρείται αυτονόητη.

Από το πρωταπριλιάτικο ψέμα…

Στην παραδοσιακή του μορφή, το πρωταπριλιάτικο ψέμα είναι ανατρεπτικό και διασκεδαστικό – ας μην ξεχνάμε παραδοσιακές σχολικές φάρσες στους εκπαιδευτικούς, που είναι μαθημένοι να τις υπομένουν ως κομμάτι μιας χαριτωμένης, καίτοι ανόητης, παράδοσης, όπως αλλαγή τάξης, θρανία να κοιτούν τον τοίχο, παιδιά να απαντούν σε ονόματα συμμαθητών τους. Αλλά και το αντίστοιχο εκ μέρους τους «βγάλτε μια κόλλα χαρτί» – ιδιαίτερα αν δεν πρόκειται περί ψέματος.

Όταν το παιδί καταφέρει να ξεγελάσει τον ενήλικο, έστω για λίγο, τροποποιεί τους συνηθισμένους όρους της σχέσης τους. Επιστρατεύει τη γλώσσα και τη φαντασία του για να στήσει έναν μικρό κόσμο όπου ο ισχυρός, δηλαδή ο γονέας ή ο εκπαιδευτικός ή ο φροντιστής, πέφτει (ή προσποιείται ότι πέφτει) στην παγίδα. Όταν, πάλι, το παιδί «την πατάει» χωρίς να φθαρεί ψυχολογικά, διασκεδάζει πραγματικά με την καρδιά του.

Η καλή φάρσα είναι σύντομη, αναστρέψιμη, καταλήγει γρήγορα σε αποκάλυψη, δεν πατά πάνω σε φόβο, απώλεια, αρρώστια ή εγκατάλειψη και αφήνει πίσω της μόνο γέλιο, χωρίς ίχνος ταπείνωσης. Για τα μικρά παιδιά αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι εντελώς απλό: ένα ποτήρι γάλα ελαφρώς χρωματισμένο, ένα λούτρινο που άλλαξε θέση, μια οδοντόβουρτσα που εξαφανίστηκε. Τίποτα που να τα ταράζει πραγματικά.

Ένα ψέμα που στηρίζεται στον τρόμο, για παράδειγμα «χάθηκε ο σκύλος μας», είναι μια άχρηστη ψυχική επιβάρυνση. Το αστείο πρέπει να ξαφνιάζει, σε καμία όμως περίπτωση δεν πρέπει να πανικοβάλλει. Επίσης, καμία φάρσα δεν χωράει τον εξευτελισμό. Γελάμε μαζί με τον άλλον, όχι εις βάρος του. Αν το παιδί νιώσει έκθετο, γελοιοποιημένο ή μικρό, τότε όλο το εγχείρημα έχει αποτύχει.

Το πρωταπριλιάτικο ψέμα ουσιαστικά διδάσκει στα παιδιά πόσο εύκολα μπορεί να ξεγελαστεί κανείς. Και αμέσως μετά έρχεται η αποκάλυψη, το «Πρωταπριλιά!», που αποκαθιστά την εμπιστοσύνη και γεννά γέλιο. Η διαδικασία έχει πράγματι παιδαγωγική αξία, καθώς το παιδί καταλαβαίνει ότι ο λόγος και η εικόνα μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, αλλά και ότι η ενήλικη αυθεντία δεν είναι αλάνθαστη, γεγονός που το ενδυναμώνει.

… στη fake κοινωνία

Όταν, όμως, ένα παιδί έρχεται αντιμέτωπο με ένα παραποιημένο βίντεο ή με μια ψευδή είδηση που παρουσιάζεται ως γεγονός, φθίνει η ικανότητά του να κρίνει, να ξεχωρίζει, να αμφιβάλλει. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος θεωρεί πραγματικό αυτό που βλέπει – η συνθήκη αυτή ανατρέπεται στη μυθοπλασία, αλλά μέσα σε συγκεκριμένο πλαίσιο, στο οποίο ο άνθρωπος εκπαιδεύτηκε. Στον κόσμο του διαδικτύου, μια νέα επαναπλαισίωση μοιάζει ανέφικτη.

Επειδή ο εγκέφαλος δεν μπορεί να διακρίνει το fake, το ψεύτικο, το τεχνητό, που του παρουσιάζεται στα μάτια και στα αυτιά με φυσικότητα, οδηγούμαστε στην έκπτωση της κριτικής σκέψης και την εύκολη αποδοχή ως αληθινής κάθε κατάστασης που, θεωρητικά τουλάχιστον, παρουσιάζεται ως τέτοια. Η δε πειστικότητα έχει γίνει σήμερα μαζικά προσβάσιμη, φτηνή και καθημερινή, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Το ψέμα ως εργαλείο άσκησης στην αμφιβολία

Η Πρωταπριλιά μπορεί να αποκτήσει νέο νόημα, αν τη δούμε ως μια μέρα άσκησης στην αμφιβολία. Μπορεί, για παράδειγμα, να αποτελέσει μια πρώτης τάξεως ευκαιρία να δείξουμε στα παιδιά πόσο εύκολο είναι να πλανηθεί κανείς, στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης.

Αντί να την προσπεράσουμε με αμηχανία ή να την αντιμετωπίσουμε σαν ένα έθιμο για μικρά παιδιά που έρχεται από άλλες, πιο αθώες εποχές, μπορούμε να την αξιοποιήσουμε προκειμένου να μιλήσουμε για το σήμερα. Για την ανάγκη να μη θεωρούμε αληθινό ό,τι βλέπουμε ή διαβάζουμε σε μια οθόνη μόνο και μόνο επειδή μοιάζει πειστικό.

Η ψευδής είδηση εγκλωβίζει το άτομο στο ψέμα, απαιτώντας ουσιαστικά να το πιστέψει, να το αναπαραγάγει και να ενεργήσει με βάση αυτό. Δεν του επιτρέπει να βγει ποτέ από την πλάνη του και συνεχίζει να προβάλλεται ως η μοναδική πραγματικότητα.

Δεν πρέπει να μας ενοχλήσει όταν το παιδί λέει «αυτό δεν στέκει» ή «κάτι δεν μου κολλάει». Αντιθέτως, αυτή είναι η στάση που θέλουμε να καλλιεργήσουμε. Ένα παιδί που δεν καταπίνει αμάσητο τον ενήλικο λόγο, που δοκιμάζει την αξιοπιστία του, που υποψιάζεται ότι κάτι δεν πάει καλά, είναι ένα παιδί που χτίζει σωστά αντανακλαστικά για τον δύσκολο κόσμο στον οποίο μεγαλώνει.

Ευκαιρία για δράση

Με αφορμή την Πρωταπριλιά, μπορούμε να φτιάξουμε μαζί με τα παιδιά μια ψεύτικη είδηση, να πειράξουμε μια φωτογραφία, να στήσουμε ένα μικρό βίντεο και ύστερα να το εξετάσουμε βήμα βήμα, αποδομώντας όπου χρειάζεται.

  • Τι ήταν αυτό που σε έκανε να το πιστέψεις;

  • Το μέσο όπου το είδες;

  • Η εικόνα;

  • Ο τρόπος που ειπώθηκε;

  • Το ότι το είπε ένας μεγάλος;

  • Το ότι έμοιαζε αληθοφανές;

  • Το ότι σου επιβεβαίωνε κάτι που ήδη ήθελες να είναι αλήθεια;

Το πραγματικό παιδαγωγικό κέρδος βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο στήνεται η φάρσα και στην επεξήγησή της. Έτσι το παιδί μαθαίνει να προφυλάσσεται και να αναγνωρίζει τους τρόπους με τους οποίους φτιάχνεται το πειστικό, το φαινομενικά αληθινό, το παραπλανητικό – αφού έχει δει πρώτα να στήνεται και έπειτα να αποσυναρμολογείται ο μηχανισμός του ψεύδους.

Αν μάθουμε στα παιδιά να αναγνωρίζουν το ψέμα που κρύβεται συχνά μέσα στην καθημερινή ζωή, τότε τους δίνουμε ένα βασικό εφόδιο για τον κόσμο που θα κληθούν να ζήσουν: την ικανότητα να αμφιβάλλουν, να ελέγχουν και να αποφασίζουν έπειτα από κριτική σκέψη.

Scroll to Top