τι να παίξω με το μωρό μου

Πώς να παίξω με το μωρό μου; Η παιδαγωγός Σοφία Ηλία-Λυμπέρη απαντά στους νέους γονείς

Highlights

  • Το παιχνίδι με το μωρό δεν είναι απλή απασχόληση, αλλά τρόπος γνωριμίας και σύνδεσης.
  • Το βιβλίο οργανώνει το παιχνίδι μήνα τον μήνα, από τη γέννηση έως τους 26 μήνες.
  • Τα απλά υλικά και τα αντικείμενα του σπιτιού αποκτούν αξία όταν αντιστοιχούν στο στάδιο του παιδιού.
  • Τα αναπτυξιακά ορόσημα χρειάζονται ως εργαλεία παρατήρησης, όχι ως πεδίο σύγκρισης.
  • Η σχέση, η παρουσία και η συμμετοχή όλης της οικογένειας παραμένουν στο κέντρο του παιχνιδιού.

Το παιχνίδι με ένα μωρό φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, αυτονόητο. Το παιχνίδι ωφελεί εξ απαλών ονύχων. Κι όμως, οι περισσότεροι νέοι γονείς δεν ξέρουν πώς να παίξουν με το βρεφάκι τους. Η παιδαγωγός Σοφία Ηλία-Λυμπέρη (doitlikeakid), με ειδίκευση στη βρεφική αγωγή και με την εμπειρία της ως μητέρας τριών παιδιών, μέσα από το βιβλίο της Πώς να παίξω με το μωρό μου; (Εκδόσεις Μεταίχμιο) επιχειρεί να καθοδηγήσει τους μπαμπάδες και τις μαμάδες, ώστε να διασκεδάζουν, να συνδέονται ουσιαστικά και να ενισχύσουν κάθε αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού τους με τον πιο απλό τρόπο: Παίζοντας.

Σοφία Ηλία-Λυμπέρη

Ο τίτλος του βιβλίου είναι μια πολύ απλή απορία, κάτι που σίγουρα αναρωτιέται ένας γονιός στο σπίτι, όταν μένει μόνος με ένα μωρό και δεν ξέρει τι παιχνίδι ταιριάζει στην ηλικία του. Πώς αυτό το ερώτημα έγινε βιβλίο;

Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν πρώτα δική μου απορία. Παρόλο που είχα ήδη την εμπειρία της παιδαγωγού και ειδίκευση στη βρεφική αγωγή, όταν έγινα μαμά ένιωσα σαν να ξεκίνησα από την αρχή. Συχνά λέω ότι μαζί με το μωρό μου γεννήθηκα ξανά κι εγώ. Εκείνη τη στιγμή δεν ήμουν τίποτα από όσα ήμουν πριν. Ήμουν απλώς μια νέα μαμά. Με αγωνίες, ανασφάλειες και πάρα πολλά ερωτήματα.

Θυμάμαι να μένω μόνη στο σπίτι με το μωρό κι εκείνο όταν ήταν ήρεμο να με κοιτάζει σαν να περιμένει και κάτι ακόμα από εμένα εκτός από το φαγητό και τη φροντίδα.

Άρχισα λοιπόν να ψάχνω μέσα μου όλη τη γνώση που είχα αποκτήσει τόσα χρόνια. Να θυμάμαι παιχνίδια, ιδέες, τρόπους αλληλεπίδρασης, όχι μόνο για να απασχολήσω το μωρό μου, αλλά για να συνδεθώ μαζί του, να το γνωρίσω και να το συνοδεύσω στην ανάπτυξή του.

Εκείνη η περίοδος ήταν έντονη. Μέσα σε όλα, είχα να θυμάμαι πόσο έφαγε ή πότε κοιμήθηκε, επομένως άρχισα να γράφω για να μην ξεχάσω όσα του άρεσαν και το έκαναν να χαμογελάει. Μετά κατάλαβα ότι υπήρχαν κι άλλες μαμάδες που είχαν ακριβώς την ίδια απορία. Ήθελαν να συνδεθούν με το μωρό τους, να δημιουργήσουν όμορφες στιγμές μαζί του, να το καταλάβουν καλύτερα.

Και κάπως έτσι γεννήθηκε το βιβλίο. Από μια πολύ απλή ερώτηση που τελικά κρύβει κάτι πολύ μεγαλύτερο: Πώς συναντιούνται ένας γονιός και ένα μωρό; Μα πώς αλλιώς; Πρέπει να μπούμε στον κόσμο του. Ποιος καλύτερος τρόπος από το παιχνίδι;

Εξετάζετε το παιχνίδι με παιδιά από τη γέννηση έως τους 26 μήνες. Τι αλλάζει για τον γονιό όταν εξελίσσει το παιχνίδι μήνα τον μήνα, αντί να το αντιμετωπίζει ως κάτι γενικό και αόριστα «ωφέλιμο», που δεν μπορεί συχνά να προσδιορίσει; 

Νομίζω ότι αλλάζει σχεδόν όλη η ματιά του γονιού απέναντι στο παιδί. Όταν το παιχνίδι είναι κάτι γενικό και αόριστο, συχνά το αντιμετωπίζουμε σαν απασχόληση. Σαν κάτι που κάνουμε για να περάσει η ώρα, να ηρεμήσει το παιδί ή να «κάνουμε κάτι δημιουργικό». Όταν όμως αρχίζεις να βλέπεις το παιχνίδι μήνα τον μήνα, καταλαβαίνεις ότι πίσω από κάθε παιχνίδι υπάρχει ένας λόγος.

Ξαφνικά βλέπεις ότι το μωρό δεν πετάει ένα αντικείμενο μόνο για να σε κουράσει, αλλά μόλις  άρχισε να καταλαβαίνει τη βαρύτητα! Δεν βάζει τα πάντα στο στόμα και δεν μπορεί να παίξει με τίποτα, αντιθέτως αυτό είναι το παιχνίδι του γιατί από το στόμα εξερευνά τον κόσμο! Δεν επαναλαμβάνει κάτι εκατό φορές χωρίς λόγο, αλλά χτίζει τις δεξιότητές του! Και τότε αλλάζει και ο ρόλος του γονιού. Από άνθρωπος που απλώς απασχολεί το παιδί, γίνεται παρατηρητής, συνοδοιπόρος και υποστηρικτής της ανάπτυξής του.

Αυτό που προσπάθησα να κάνω στο βιβλίο ήταν ακριβώς αυτό: να δώσω νόημα στο παιχνίδι! Να μπορεί ο γονιός να πει: «Τώρα το παιδί μου βρίσκεται εδώ. Αυτά αναπτύσσει. Αυτές είναι οι ανάγκες του. Έτσι μπορώ να το συνοδεύσω».

Και τι αλλάζει μετά τους 26 μήνες; 

Μετά τους 26 μήνες, βέβαια, το παιχνίδι δεν σταματά∙ ίσα ίσα γίνεται ακόμα πιο σύνθετο. Κάνουν πιο έντονα την εμφάνισή τους η φαντασία, η γλώσσα, το συμβολικό παιχνίδι, η κοινωνική αλληλεπίδραση, οι πρώτοι κανόνες, η αυτονομία, η επίλυση προβλημάτων. Το παιδί δεν παίζει πλέον απλώς για να γνωρίσει τον κόσμο. Παίζει για να τον αναπαραστήσει, να τον καταλάβει, να τον επεξεργαστεί και πολλές φορές να εκφράσει όσα δεν μπορεί ακόμη να πει με λέξεις.

Και κάπου εκεί αλλάζει ξανά ο ρόλος μας. Δεν χρειάζεται πια μόνο να δείχνουμε. Χρειάζεται ακόμα να ακούμε, να παρατηρούμε και να αφήνουμε περισσότερο χώρο. Γιατί όσο μεγαλώνει το παιδί τόσο το παιχνίδι γίνεται ένας καθρέφτης του εσωτερικού του κόσμου.

Μιλάτε για παιχνίδι με απλά υλικά, με αντικείμενα του σπιτιού, με χρήση του σώματος και των αισθήσεων. Θέλετε να αναφερθείτε στα οφέλη του, κυρίως σε σχέση με τα τυποποιημένα πλαστικά και συχνά φασαριόζικα προϊόντα που πωλούνται μαζικά παγκοσμίως, αλλά ακόμα και με το φίνο, οικολογικό και «προσεγμένο» εκπαιδευτικό παιχνίδι, που όμως παράγεται και κινείται με τη σειρά του με όρους αγοράς;

Ποιο είναι το πιο κατάλληλο παιχνίδι είναι κάτι που με ρωτούν πολύ συχνά οι γονείς. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι δεν  πιστεύω ότι κάποιο παιχνίδι είναι από μόνο του καλύτερο από κάποιο άλλο. Πιστεύω ότι το πιο κατάλληλο παιχνίδι είναι εκείνο που συναντά το παιδί εκεί που βρίσκεται τη συγκεκριμένη στιγμή. Στο αναπτυξιακό του στάδιο, στις δεξιότητές του, αλλά και στα προσωπικά του ενδιαφέροντα.

Η γνώση που έχουμε σήμερα γύρω από την ανάπτυξη των παιδιών, αλλά και η εμπειρία μας από την παρατήρησή τους μας δείχνουν ότι τα βρέφη και τα μικρά νήπια προσπαθούν στην αρχή να κατανοήσουν τον κόσμο μιμούμενα τους φροντιστές τους. Παρατηρούν, αντιγράφουν, πειραματίζονται κυρίως μέσα από αυτά που βλέπουν και θέλουν να αγγίξουν ό,τι χρησιμοποιούμε, να κάνουν ό,τι κάνουμε, να συμμετέχουν σε αυτό που βλέπουν να συμβαίνει γύρω τους.

Γι’ αυτό πολλές φορές ένα κουτάλι, ένα μπολ, ένα πανί, ένα κουτί παπουτσιών, αντικείμενα της καθημερινότητας αποκτούν τεράστιο ενδιαφέρον, επειδή αυτά έχουν νόημα για το παιδί. Τα παιδιά δεν χρειάζονται απαραίτητα πολλά παιχνίδια. Χρειάζονται παιχνίδια που να ταιριάζουν στο αναπτυξιακό τους στάδιο, στις δεξιότητές τους και σε αυτό που τα ενδιαφέρει εκείνη τη στιγμή.

Και εδώ θα ήθελα να πω κάτι που θεωρώ σημαντικό: υπάρχουν εξαιρετικά πλαστικά παιχνίδια και υπάρχουν εξαιρετικά οικολογικά και εκπαιδευτικά παιχνίδια. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι αν το παιχνίδι αφήνει χώρο στο παιδί να εξερευνήσει, να συμμετέχει ενεργά και να χτίσει εμπειρίες.

Αν μπορούσατε να εξαφανίσετε από τα ράφια μια κατηγορία παιχνιδιών για μωρά, βρέφη και νήπια, ποια θα ήταν αυτή και γιατί;

Δεν νομίζω ότι θα ήθελα να εξαφανίσω κάποια κατηγορία παιχνιδιών από τα ράφια. Αντιθέτως, πιστεύω ότι διαφορετικά παιχνίδια εξυπηρετούν διαφορετικές ανάγκες και διαφορετικά στάδια ανάπτυξης. Για παράδειγμα, τα παιχνίδια με κουμπιά, ήχους, φώτα και άμεσο αποτέλεσμα πολλές φορές παρεξηγούνται. Όμως για ένα βρέφος ή ένα μικρό νήπιο μπορούν να είναι πολύ ενδιαφέροντα. Το παιδί πατά ένα κουμπί και συμβαίνει κάτι, βλέπει μια αλλαγή, ακούει έναν ήχο, παρατηρεί μια αντίδραση. Αυτό είναι μάθηση.

Είναι δράση-αντίδραση, αιτία-αποτέλεσμα, πειραματισμός. Πολλές φορές μάλιστα οι ήχοι, οι λέξεις ή τα τραγούδια μπορούν να συνδεθούν με έννοιες, με μίμηση, με ανάπτυξη λεξιλογίου.

Από την άλλη, υπάρχουν παιχνίδια πιο ανοιχτού τύπου, ξύλινα, αισθητηριακά ή παιχνίδια καθημερινότητας που αφήνουν περισσότερο χώρο στην εξερεύνηση. Και αυτά έχουν εξίσου μεγάλη αξία.

Το ζήτημα για μένα δεν είναι να επιλέξουμε στρατόπεδο. Δεν είναι «μόνο ξύλινα», «μόνο οικολογικά», «μόνο πλαστικά» ή «μόνο εκπαιδευτικά». Το ζήτημα είναι η ποικιλία. Τα παιδιά χρειάζονται διαφορετικά ερεθίσματα, κατάλληλα για την ηλικία τους, τις δεξιότητές τους και τα προσωπικά τους ενδιαφέροντα. Δεν ψάχνουμε το τέλειο παιχνίδι. Ψάχνουμε το παιχνίδι που συναντά το παιδί εκεί που βρίσκεται.

Μπορείτε να μας αναφέρετε κάποια πολύ απλά παιχνίδια που μπορούν να παίξουν οι γονείς με το μωρό στο σπίτι, εξηγώντας μας εν συντομία και τη λειτουργία τους;

Φυσικά. Και αυτό είναι κάτι που θα ήθελα πολύ να κρατήσουν οι γονείς: δεν χρειάζονται πολλά υλικά για να παίξουμε με ένα μωρό. Χρειάζεται κυρίως να ξέρουμε τι εξυπηρετεί κάθε παιχνίδι και σε ποιο στάδιο βρίσκεται το παιδί.

Για παράδειγμα:

Καθρέφτης: Κοιταζόμαστε μαζί στον καθρέφτη, δείχνουμε πρόσωπα, κάνουμε ήχους, χαμόγελα, γκριμάτσες. Βοηθά στην κοινωνική αλληλεπίδραση, στην παρατήρηση, στην επικοινωνία και σιγά σιγά στην αναγνώριση του εαυτού.

Εξερεύνηση αντικειμένων: Δίνουμε ένα καλάθι με καθημερινά ασφαλή αντικείμενα προς εξερεύνηση: κουτάλι, κουτάκια, οδοντόβουρτσα, σφουγγάρι, πινέλο μακιγιάζ και άλλα, και αφήνουμε το παιδί να εξερευνήσει, ενώ εμείς τους μιλάμε και δείχνουμε τη χρήση τους.

Τραγούδια με κινήσεις και σώμα: Παλαμάκια, ρυθμός, χορός, μικρές κινήσεις χεριών. Ενισχύονται η επικοινωνία, η μίμηση, η ακουστική προσοχή και ο κοινός χρόνος γονέα-παιδιού.

Συμμετοχή στην καθημερινότητα: Ίσως αυτό να είναι το αγαπημένο μου «παιχνίδι». Να δώσουμε ένα μπολ την ώρα που μαγειρεύουμε, ένα πανάκι όταν καθαρίζουμε, και να αφήσουμε το παιδί να παρατηρήσει, αλλά και να συμμετέχει στη διαδικασία. Βοηθά το παιδί να αυτονομηθεί και να αποκτήσει υπευθυνότητα.

Και αυτό είναι κάτι που λέω συχνά στους γονείς: «Το παιχνίδι δεν ζει μόνο στο δωμάτιό του, ζει στην κουζίνα, στο μπάνιο, στο πάτωμα του σαλονιού, στη βόλτα, στην αγκαλιά».

Το βιβλίο σας καταφέρνει να συμπυκνώσει πολλή ουσία και ουσιαστική γνώση με εύληπτο τρόπο. Ποια ήταν η λογική με την οποία χτίσατε τη δομή του;

Η λογική μου ήταν πολύ απλή: ήθελα να φτιάξω το βιβλίο με όλα όσα θα ήθελα να είχα εγώ όταν έγινα μαμά. Ένα βιβλίο πρακτικό, εύχρηστο, χωρίς περίπλοκη ορολογία, χωρίς να χρειάζεται ο γονιός να ψάχνει μέσα σε δεκάδες σελίδες για να βρει τι ταιριάζει στο παιδί του.

Ξεκίνησα λοιπόν από μια βασική σκέψη: «Τι χρειάζεται πραγματικά ένας γονιός όταν μένει μόνος στο σπίτι με ένα μωρό;» Χρειάζεται να ξέρει τι περίπου περιμένουμε αναπτυξιακά, τι μπορεί να προσφέρει, πώς να παίξει και γιατί αυτό που κάνει έχει σημασία. Γι’ αυτό και η δομή ακολουθεί την πορεία ανάπτυξης του παιδιού, μήνα προς μήνα, από τη γέννηση έως τους 26 μήνες.

Ήθελα ο γονιός να μπορεί να ανοίγει το βιβλίο και να λέει: «Το παιδί μου είναι εδώ. Τι χρειάζεται τώρα; Τι μπορώ να κάνω;». Ταυτόχρονα όμως δεν ήθελα να είναι ένας «οδηγός δραστηριοτήτων». Ήθελα να είναι και ένας διαφορετικός τρόπος να βλέπουμε το παιδί. Να καταλάβουμε ότι πίσω από κάθε παιχνίδι υπάρχει ανάπτυξη, πίσω από κάθε επανάληψη υπάρχει μάθηση και πίσω από κάθε μικρή καθημερινή στιγμή υπάρχει σχέση.

Οπότε η δομή χτίστηκε με δύο ρόλους που συνυπήρχαν συνεχώς μέσα μου: την παιδαγωγό που ήθελε επιστημονική βάση και οργάνωση, και τη μαμά που χρειαζόταν απλότητα, πρακτικότητα και κάποιον να της πει: «Μπορείς να τα καταφέρεις, είσαι ήδη στον σωστό δρόμο και δες γιατί…»

Θέλω να κάνω μια παρατήρηση για τη χρήση φωτογραφιών και όχι εικονογράφησης, που δεν είναι συνήθης στις εκδόσεις γονεϊκότητας. Προσωπικά, τη βρίσκω εύστοχη και βοηθητική, κυρίως γιατί διευκολύνει την ταύτιση. Πώς και γιατί κάνατε αυτή την επιλογή;

Η επιλογή των φωτογραφιών ήταν πολύ συνειδητή και ίσως από τις πιο σημαντικές αποφάσεις που πήρα για το βιβλίο. Η εικονογράφηση είναι υπέροχη και έχει τη δική της αισθητική και αξία. Όμως εδώ ήθελα κάτι διαφορετικό. Ήθελα ο γονιός να ανοίγει το βιβλίο και να βλέπει μια πραγματική στιγμή. Να μπορεί να πει: «Α, έτσι μπορώ να το κάνω». Γιατί πολλές φορές δεν χρειαζόμαστε μόνο κάποιον να μας πει κάτι, αλλά και να μας το δείξει. Οι γονείς που δεν είναι ειδήμονες πιστεύω χρειάζονται να δουν πώς στήνεται ένα παιχνίδι, πώς κάθεται το παιδί, πόσο απλό μπορεί να είναι.

Ήθελα επίσης να φύγουμε λίγο από την ιδέα του «τέλειου παιχνιδιού», του στημένου περιβάλλοντος ή της ιδανικής εικόνας. Το παιχνίδι που περιγράφω στο βιβλίο συμβαίνει μέσα στην καθημερινότητα ενός σπιτιού. Στο πάτωμα του σαλονιού, στην κουζίνα, δίπλα σε ένα ταψί, στο μπάνιο. Οι φωτογραφίες βοηθούν να γίνει αυτό πιο αληθινό και πιο οικείο. Δεν είναι, όμως, μόνο οι φωτογραφίες που το επιτυγχάνουν αυτό, είναι και τα βίντεο, όπου οι αναγνώστες έχουν τη δυνατότητα, μέσω QR codes, να δουν με ακόμα περισσότερη λεπτομέρεια πώς παίζονται πολλά από τα παιχνίδια.

Επιπλέον, ήθελα να κρατήσω τη ζωή μέσα στο βιβλίο όχι μόνο τη θεωρία. Γιατί τελικά αυτό που θέλω να περάσω δεν ήταν μόνο πώς να παίξεις με το μωρό σου αλλά και το πώς μοιάζει αυτή η σχέση όταν τη ζεις!

Οι γονείς σήμερα είναι θύματα υπερπληροφόρησης: Βιβλία, άρθρα, βίντεο, συμβουλές, λίστες, οδηγοί, εφαρμογές, σε κάθε πιθανό και απίθανο μέσο μαζικής και κοινωνικής δικτύωσης. Συχνά, λοιπόν, μπερδεύονται και αγχώνονται. Καμιά φορά παραπονιέμαι ότι βιάστηκα να κάνω παιδιά και είχα ελάχιστες πυξίδες, αλλά δεν ξέρω πώς θα τα έβγαζα πέρα αν είχα στη διάθεσή μου εκατοντάδες και συχνά ετερόκλητα εργαλεία όταν ήμουν ψαρωμένη μωρομάνα. Πώς μπορεί να ξεχωρίσει μέσα στον θόρυβο και τις αναγνωρίσιμες πια ολοένα και συχνότερες κοινοτοπίες της Τεχνητής Νοημοσύνης ένα πραγματικά βοηθητικό εργαλείο, αποτέλεσμα έρευνας, γνώσης και εμπειρίας, που προσφέρει τεκμηριωμένη γνώση και όχι γενικολογίες;

Το γεγονός ότι έχουμε δώσει τόση μεγάλη αξία στη γονεϊκότητα και στο παιδί προσωπικά με χαροποιεί ιδιαίτερα! Αυτό που δεν με χαροποιεί είναι το να μπαίνει ο γονέας στο στόχαστρο ότι όλα τα κάνει λάθος, να γεμίζει τύψεις, να νιώθει ανήμπορος να πάρει αποφάσεις για το μεγάλωμα του παιδιού του.

Οπότε ίσως το ερώτημα δεν είναι «ποιος με πείθει πιο δυνατά ότι αυτό που μου προτείνει είναι το σωστό» αλλά «ποιος με βοηθά να καταλάβω καλύτερα το δικό μου παιδί γιατί εκείνο πολλές φορές μού δείχνει τον δρόμο».

Για μένα ένα πραγματικά βοηθητικό εργαλείο έχει μερικά χαρακτηριστικά: Δεν τρομάζει τον γονιό. Δεν υπόσχεται θαύματα. Δεν λέει ότι υπάρχει ένας σωστός δρόμος. Δεν κάνει τον γονιό να νιώθει ανεπαρκής. Αντίθετα, του δίνει γνώση, πλαίσιο και χώρο να παρατηρήσει. Του εξηγεί όχι μόνο τι να κάνει, αλλά και γιατί το κάνει. Και κυρίως αφήνει χώρο στην πραγματικότητα και λέει αλήθειες όχι μόνο μέσα από τη θεωρία, αλλά μέσα από την πραγματική ζωή. Γιατί η ζωή με ένα μωρό δεν είναι πάντα οργανωμένη, ήρεμη και «σωστή». Είναι κουραστική, ακατάστατη, γεμάτη αμφιβολίες αλλά και πολύ συχνά γεμάτη ωραίες στιγμές.

Όσο για την τεχνητή νοημοσύνη, νομίζω ότι είναι ένα πολύ ενδιαφέρον εργαλείο και ήδη βοηθά πολλούς ανθρώπους, αλλά παραμένει εργαλείο. Η έρευνα, η επιστημονική γνώση, η εμπειρία, η παρατήρηση πραγματικών παιδιών και οικογενειών, το να έχεις καθίσει απέναντι από γονείς, να έχεις κατανοήσει αγωνίες, απορίες, αναγνωρίσει διαφορετικές πορείες ανάπτυξης, αυτά εξακολουθούν να έχουν πολύ μεγάλη αξία. Γιατί η γονεϊκότητα δεν χρειάζεται μόνο πληροφορία. Χρειάζεται νόημα. Και κάποιες φορές χρειάζεται και κάποιον να σου πει: «Κοίτα το παιδί σου. Αυτή είναι η πυξίδα σου!»

Μιλήστε μας λίγο για τα αναπτυξιακά ορόσημα. Λίγα χρόνια πριν, οι γονείς τα γνωρίζαμε, τα παρατηρούσαμε, αλλά δεν ασχολούμασταν τόσο διεξοδικά, καθώς οι διαδικτυακές συγκρίσεις ήταν πιο περιορισμένες. Μετά, η κατάσταση εκτροχιάστηκε. Έχω την αίσθηση ότι πια οι νέοι γονείς τα αντιλαμβάνονται ως έναν αέναο αγώνα δρόμου, όπου το παιδί τους πρέπει να τερματίζει κάθε πίστα πρώτο. Κι αν δεν καταφέρει κάτι «στην ώρα του», συντρίβονται οικογενειακώς. Ποιο είναι το σωστό πλαίσιο μέσα στο οποίο οφείλουμε να τα επανατοποθετήσουμε σήμερα;

Νομίζω ότι χρειάζεται να επανασυστήσουμε τα αναπτυξιακά ορόσημα στους γονείς. Γιατί δεν δημιουργήθηκαν για να βαθμολογούν τα παιδιά. Δεν είναι διαγωνισμός. Δεν είναι λίστα επιτυχιών. Δεν είναι πίστες που πρέπει να ολοκληρώσει ένα παιδί πρώτο. Τα αναπτυξιακά ορόσημα είναι εργαλεία παρατήρησης. Μας βοηθούν να καταλάβουμε περίπου πού βρίσκεται το παιδί, ποιες δεξιότητες χτίζει, τι περιμένουμε να εμφανιστεί και πότε ίσως χρειάζεται να κοιτάξουμε κάτι πιο προσεκτικά.

Και θα ήθελα να σταθώ σε αυτό το «περίπου». Η ανάπτυξη δεν είναι ευθεία γραμμή. Δεν συμβαίνει με τον ίδιο τρόπο, την ίδια μέρα και την ίδια ταχύτητα σε όλα τα παιδιά. Υπάρχει εύρος, ατομικός ρυθμός, προσωπικότητα. Κάποια παιδιά θα επενδύσουν περισσότερο στην κίνηση, κάποια στη γλώσσα, κάποια στην παρατήρηση, κάποια στην κοινωνική αλληλεπίδραση.

Αυτό δεν σημαίνει αυτόματα ότι κάτι πηγαίνει λάθος. Από την άλλη όμως, δεν θέλω να πάμε και στο άλλο άκρο. Δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τα ορόσημα ή ότι λέμε πάντα «θα το κάνει όταν είναι έτοιμο». Υπάρχουν στιγμές που η παρατήρηση είναι πολύ σημαντική. Όχι για να πανικοβληθούμε, αλλά για να δράσουμε έγκαιρα αν χρειαστεί. Γιατί η έγκαιρη παρέμβαση πολλές φορές δεν είναι ένδειξη προβλήματος. Είναι ευκαιρία.

Νομίζω λοιπόν ότι το σωστό πλαίσιο είναι αυτό: Τα ορόσημα δεν υπάρχουν για να συγκρίνουμε παιδιά. Υπάρχουν για να καταλαβαίνουμε τα παιδιά. Και ίσως αυτό είναι που χάσαμε λίγο τα τελευταία χρόνια. Από την παρατήρηση περάσαμε στη σύγκριση. Από την περιέργεια περάσαμε στην αξιολόγηση. Και κάπου εκεί το άγχος μπήκε στη θέση της σχέσης. Ενώ τελικά η πιο σημαντική ερώτηση δεν είναι «το έκανε πρώτο;», αλλά «πώς εξελίσσεται αυτό το συγκεκριμένο παιδί μέσα στον δικό του δρόμο;».

Βάζετε στο επίκεντρο το κοινό παιχνίδι της οικογένειας και δίνετε ειδικό βάρος στη συμμετοχή του μπαμπά. Χρειάζεται, δυστυχώς, ακόμη αυτή η ξεχωριστή αναφορά, αλλά σίγουρα ολοένα και περισσότεροι νέοι πατεράδες εμπλέκονται ενεργά στην ανατροφή μέσω της σύνδεσης. Τι εξέλιξη διαπιστώνετε από τη διάδραση μαζί τους;

Νομίζω ότι ακόμη χρειάζεται να γίνεται αυτή η αναφορά, αλλά ταυτόχρονα βλέπω ότι κάτι αλλάζει και αλλάζει όμορφα. Συναντώ όλο και περισσότερους μπαμπάδες που δεν θέλουν να είναι απλώς παρόντες στο σπίτι, θέλουν να είναι παρόντες στη σχέση με το παιδί τους, θέλουν να το καταλάβουν, να παίξουν μαζί του, να συμμετέχουν, να συνδεθούν. Και αυτό για μένα είναι μια πολύ σημαντική αλλαγή.

Θα μοιραστώ μάλιστα κάτι πολύ προσωπικό. Ένα από τα ερεθίσματα για να γραφτεί αυτό το βιβλίο ήταν ότι, όταν έγινα μαμά, θυμάμαι τον σύζυγό μου να με ρωτά: «Πώς να παίξω με ένα μωρό;». Και σκέφτηκα τότε πόσο σπουδαία ήταν αυτή η ερώτηση. Γιατί δεν έκρυβε απόσταση. Έκρυβε επιθυμία για σύνδεση.

Νομίζω ότι για πολλά χρόνια η πατρότητα ήταν περισσότερο συνδεδεμένη με την ευθύνη, την προστασία, την υποστήριξη της οικογένειας. Σήμερα βλέπουμε να δίνεται προτεραιότητα στο κομμάτι της σχέσης. Τον μπαμπά που κάθεται στο πάτωμα, που φοράει τον μάρσιπο για βόλτα ή για να κοιμηθεί το μωρό. Που πηγαίνει στη συνάντηση γονέων ή στη συνεδρία μας γύρω από το παιχνίδι. Ρωτάει ψάχνει, συμμετέχει.

Και ξέρετε κάτι; Τα παιδιά το καταλαβαίνουν αυτό. Γιατί το παιχνίδι δεν είναι απλώς δραστηριότητα. Είναι τρόπος σύνδεσης. Και κάθε ενήλικας φέρνει κάτι διαφορετικό. Συχνά βλέπουμε ότι οι μπαμπάδες φέρνουν περισσότερη κίνηση, περισσότερο ρίσκο, περισσότερη εξερεύνηση, διαφορετικό ρυθμό. Δεν είναι καλύτερο ή χειρότερο, είναι διαφορετικό κι αυτό το «διαφορετικό» είναι πολύτιμο για το παιδί.

Οπότε ναι, πιστεύω ότι κάτι αλλάζει. Και ίσως η μεγαλύτερη αλλαγή είναι ότι όλο και περισσότεροι μπαμπάδες δεν ρωτούν πια «τι πρέπει να κάνω;». Ρωτούν «πώς μπορώ να συνδεθώ και να καταλάβω καλύτερα το παιδί μου». Αυτό για μένα είναι εξέλιξη.

Αφού είπαμε για τους μπαμπάδες, ας πούμε δυο λόγια για τα αδελφάκια. Πώς διαχειριζόμαστε τον παράγοντα ζήλια μέχρι να καταφέρουμε να την αμβλύνουμε; Πόσο βοηθάει το κοινό παιχνίδι την ανατροφή ανεξαρτήτως ηλικίας; Κι έπειτα, πόσο επηρεάζει η διαφορά ηλικίας την παιγνιώδη σύνδεση των αδελφών;

Νομίζω ότι το πρώτο που χρειάζεται να πούμε είναι ότι η ζήλια ανάμεσα στα αδέλφια δεν είναι αποτυχία της οικογένειας. Είναι σχέση. Είναι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να βρει τη θέση του μέσα σε ένα σύστημα που άλλαξε. Πολλές φορές οι γονείς τρομάζουμε όταν βλέπουμε αντιδράσεις, θυμό, διεκδίκηση, παλινδρόμηση ή ένταση. Όμως πίσω από όλα αυτά συνήθως υπάρχει μια ερώτηση: «Χωράω ακόμη εδώ; Είμαι ακόμη σημαντικός;».

Οπότε πριν προσπαθήσουμε να εξαφανίσουμε τη ζήλια, χρειάζεται πρώτα να τη δούμε. Να δώσουμε χώρο στο συναίσθημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι επιτρέπουμε τα πάντα.

Το κοινό παιχνίδι μπορεί να βοηθήσει πολύ, όχι επειδή θα διαγράψει το συναίσθημα της ζήλιας, αλλά επειδή δημιουργεί κοινές εμπειρίες. Χτίζει το «εμείς». Δίνει ευκαιρίες για συνεργασία, κοινό στόχο, χιούμορ και αναμνήσεις που μοιράζονται τα παιδιά μεταξύ τους. Και αυτό μπορεί να συμβεί ακόμη κι όταν υπάρχουν διαφορετικές ηλικίες. Τα αδέλφια δεν χρειάζεται πάντα να παίζουν το ίδιο παιχνίδι με τον ίδιο τρόπο. Μπορεί το μεγαλύτερο παιδί να οργανώνει και το μικρότερο να εξερευνά. Το ένα να χτίζει και το άλλο να γκρεμίζει. Το ένα να καθοδηγεί και το άλλο να ακολουθεί. Και αυτό εξακολουθεί να είναι παιχνίδι και σύνδεση.

Η διαφορά ηλικίας επηρεάζει την παιγνιώδη σχέση, αλλά δεν την καθορίζει. Μικρή διαφορά ηλικίας συχνά φέρνει περισσότερα κοινά ενδιαφέροντα, αλλά και περισσότερη διεκδίκηση. Μεγαλύτερη διαφορά μπορεί να σημαίνει διαφορετικές ανάγκες και ρυθμούς, αλλά πολλές φορές δημιουργεί χώρο για φροντίδα, θαυμασμό και έναν διαφορετικό τύπο δεσίματος.

Νομίζω ότι το πραγματικό ερώτημα είναι πώς χτίζουμε μια σχέση όπου τα παιδιά μπορούν να είναι διαφορετικά, να έχουν διαφορετικές ανάγκες, διαφορετικούς ρυθμούς και παρ’ όλα αυτά να βρίσκουν χαρά μέσα από το ΜΑΖΙ.

Έχετε δουλέψει πολλά χρόνια με μικρά παιδιά και οικογένειες, αλλά είστε και μητέρα τριών παιδιών. Το βιβλίο γράφτηκε περισσότερο από τη μαμά ή την επαγγελματία Σοφία; Υπήρξαν φορές που η μητρότητα σας οδήγησε να αναθεωρήσετε παλαιότερες εκπαιδευτικές πεποιθήσεις;

Νομίζω ότι το βιβλίο γράφτηκε και από τις δύο, αλλά αν θέλω να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πρώτα το έγραψε η μαμά. Η επαγγελματίας Σοφία έφερε τη γνώση, την εμπειρία, τα χρόνια δουλειάς με παιδιά και οικογένειες, την παρατήρηση και την επιστημονική βάση. Η μαμά Σοφία όμως έφερε τις ερωτήσεις. Έφερε τις αμφιβολίες, την αγωνία, την κούραση, τις στιγμές που έμενα μόνη με ένα μωρό και σκεφτόμουν: «Και τώρα; Τι κάνω;». Και νομίζω ότι τελικά αυτό έκανε το βιβλίο πιο ανθρώπινο.

Η μητρότητα με άλλαξε πολύ. Όχι τόσο γιατί ανέτρεψε όσα πίστευα, αλλά γιατί τα έκανε πιο βαθιά και πιο αληθινά. Πριν γίνω μαμά, ήξερα πολλά πράγματα για τα παιδιά. Μετά έγινα μαμά και άρχισα να καταλαβαίνω περισσότερα για τους γονείς. Κατάλαβα τι σημαίνει να είσαι εξαντλημένος και παρ’ όλα αυτά να προσπαθείς να είσαι παρών. Τι σημαίνει να έχεις γνώση και ταυτόχρονα να αμφιβάλλεις. Τι σημαίνει να αγαπάς τόσο πολύ κάποιον ώστε να φοβάσαι μήπως κάνεις λάθος.

Υπήρξαν όμως και πράγματα που αναθεώρησα. Νομίζω ότι παλαιότερα έδινα μεγαλύτερο βάρος στο «τι κάνουμε». Η μητρότητα με έστρεψε περισσότερο στο «πώς το κάνουμε». Στη σχέση. Στο βλέμμα. Στον χρόνο. Στο ότι καμιά φορά ένα παιδί δεν χρειάζεται άλλη μία δραστηριότητα, αλλά έναν ενήλικα που να το βλέπει πραγματικά. Δεν σταμάτησα να πιστεύω στη γνώση, στην ανάπτυξη ή στην έγκαιρη παρέμβαση όταν χρειάζεται. Απλώς έβαλα στο κέντρο τη σχέση. Γιατί τελικά εκεί χτίζονται όλα.

Και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη αλλαγή μέσα μου. Πριν γίνω μαμά, έβλεπα κυρίως το παιδί. Μετά τη μητρότητα άρχισα να βλέπω και τον γονιό που στέκεται δίπλα του. Και κάπου εκεί γεννήθηκε και αυτό το βιβλίο. Από τη συνάντηση αυτών των δύο κόσμων. Της παιδαγωγού και της μαμάς.

Αν μπαίνατε σε ένα σπίτι με ένα μωρό, δύο εξαντλημένους γονείς και ελάχιστο κοινό οικογενειακό χρόνο, ποια θα ήταν η πρώτη εύκολη αλλαγή που θα προτείνατε, ώστε να ανακουφιστούν όλοι τους;

Νομίζω ότι η πρώτη αλλαγή που θα πρότεινα δεν θα ήταν ένα παιχνίδι, μια δραστηριότητα ή μια τεχνική. Θα ήταν να βγάλουμε λίγη πίεση από το σπίτι. Οι περισσότεροι νέοι γονείς που συναντώ δεν χρειάζονται περισσότερα πράγματα να κάνουν. Συνήθως χρειάζονται λιγότερα. Πολύ συχνά μπαίνουν στη γονεϊκότητα πιστεύοντας ότι πρέπει να απασχολούν συνεχώς το μωρό, να έχουν πρόγραμμα, δραστηριότητες, ερεθίσματα και να κάνουν τα «σωστά» πράγματα όλη μέρα. Και κάπου εκεί εξαντλούνται όλοι.

Αν έμπαινα λοιπόν σε ένα σπίτι με ένα μωρό, δύο κουρασμένους γονείς και ελάχιστο κοινό οικογενειακό χρόνο, μάλλον θα έλεγα: ας μικρύνουμε λίγο τον στόχο. Δεν χρειάζεται να γίνουν όλα. Ας βρούμε δέκα ήρεμα λεπτά μέσα στην ημέρα. Ένα παιχνίδι στο πάτωμα, μια αγκαλιά, ένα τραγούδι, ένα μπάνιο μαζί, μια στιγμή χωρίς βιασύνη.

Γιατί πολλές φορές προσπαθούμε να σώσουμε τη σχέση με μεγάλα πράγματα, ενώ εκείνη χτίζεται μέσα στα μικρά. Και ίσως θα πρότεινα και κάτι ακόμα: να σταματήσουν να προσπαθούν να είναι δύο «τέλειοι» γονείς και να αρχίσουν να λειτουργούν περισσότερο σαν ομάδα. Γιατί το μωρό δεν χρειάζεται δύο εξαντλημένους ανθρώπους που προσπαθούν να τα κάνουν όλα σωστά.

Νομίζω τελικά ότι η πρώτη αλλαγή που θα πρότεινα θα ήταν αυτή: πάμε να ακούσουμε το παιδί και να τα κάνουμε όλα πιο απλά. Και συνήθως αποκεί αρχίζουν να αλλάζουν πολλά.

Τέλος, αν έπρεπε να απαντήσετε μονολεκτικά στην ερώτηση ενός γονιού «Πώς να παίξω με το μωρό μου;», ποιο επίρρημα θα χρησιμοποιούσατε ως το πιο ειλικρινές;

Αν έπρεπε να απαντήσω με μία μόνο λέξη, θα έλεγα: αληθινά. Γιατί το μωρό δεν χρειάζεται τον πιο δημιουργικό γονιό ούτε τον πιο ενημερωμένο ούτε εκείνον που παρέχει τα περισσότερα παιχνίδια ή κάνει τις πιο εντυπωσιακές δραστηριότητες. Χρειάζεται έναν άνθρωπο που είναι πραγματικά εκεί. Που κοιτάζει, παρατηρεί, ακολουθεί, χαίρεται και μπαίνει για λίγο στον κόσμο του. Αυτό δεν σημαίνει ότι θα είμαστε πάντα ξεκούραστοι, διαθέσιμοι ή ήρεμοι. Σημαίνει όμως ότι όταν συναντιόμαστε, συναντιόμαστε αληθινά. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το πιο ειλικρινές επίρρημα στην ερώτηση «Πώς να παίξω με το μωρό μου;» Να παίξεις αληθινά… και να το κοιτάς στα μάτια.

Πώς να παίξω με το μωρό μου Σοφία Ηλία-Λυμπέρη

Σοφία Ηλία-Λυμπέρη «Πώς να παίξω με το μωρό μου;», Εκδόσεις Μεταίχμιο.