Ο όρος «parasocial» επιστρέφει στο προσκήνιο, αλλά η πραγματικότητα που περιγράφει βρίσκεται ήδη στην καθημερινότητα πολλών οικογενειών. Όταν γίνεται λόγος για παρακοινωνικές σχέσεις, η συζήτηση γυρίζει συνήθως στα παιδιά και στους εφήβους που παρακολουθούν αδιάκοπα YouTubers και streamers. Όμως το φαινόμενο αφορά εξίσου –και συχνά πιο ύπουλα– τους ενήλικους που ζουν και μεγαλώνουν παιδιά μέσα σε αυτή την πραγματικότητα.
Την τελευταία δεκαετία, πολλοί γονείς έχουν χτίσει μια αίσθηση οικειότητας με πρόσωπα που δεν έχουν συναντήσει ποτέ: την ψυχολόγο στο Instagram που μιλά για όρια και «θετική» πειθαρχία, τη μητέρα–πρότυπο που φαίνεται να τα προλαβαίνει όλα, τον γιατρό του TikTok που «γίνεται» ο οικογενειακός παιδίατρος χωρίς καμία κλινική σχέση μαζί τους. Στο ίδιο πλαίσιο, δεν είναι λίγοι όσοι αρχίζουν να μοιράζονται σκέψεις και συναισθήματα με ένα chatbot, αναζητώντας μια μορφή συντροφιάς ή στήριξης που λείπει από αλλού.
Παράλληλα, τα παιδιά και οι έφηβοι αναπτύσσουν τις δικές τους, εξίσου έντονες, μονόπλευρες συνδέσεις: με τραγουδιστές και σειρές, με gamers και streamers, με ψηφιακούς ήρωες και –όλο και συχνότερα– με εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης που συνομιλούν μαζί τους. Αυτό το πλέγμα σχέσεων, στο οποίο το συναίσθημα είναι απολύτως πραγματικό αλλά η αμοιβαιότητα απουσιάζει, έχει ιστορία από τη δεκαετία του 1950. Tώρα μόλις αναγνωρίστηκε επίσημα ως λέξη της χρονιάς και αξίζει να το ξαναδούμε…
Τι ονομάζουμε «parasocial» σήμερα
Το Cambridge Dictionary επέλεξε για το 2025 τη λέξη parasocial ως Word of the Year. Ορίζει το φαινόμενο ως τη σύνδεση που νιώθει κάποιος με ένα διάσημο πρόσωπο, έναν χαρακτήρα ή ακόμη και μια τεχνητή νοημοσύνη, παρόλο που δεν υπάρχει πραγματική, αμοιβαία σχέση μεταξύ τους. Το λεξικό επισημαίνει ότι οι αναζητήσεις για τη λέξη εκτοξεύθηκαν μέσα στη χρονιά – ιδίως μετά από viral στιγμές με celebrities και ταυτόχρονες συζητήσεις για ανθυγιεινές μορφές δέσμευσης με chatbots.
Στα ελληνικά, ο όρος που χρησιμοποιείται είναι «παρακοινωνική σχέση»: μια σχέση που έχει όλα τα συναισθήματα μιας ανθρώπινης σχέσης, αλλά μόνο από τη μία πλευρά.
1956: Όταν οι ερευνητές παρατήρησαν την «οικειότητα από απόσταση»
Ο όρος para-social interaction εμφανίζεται το 1956, όταν οι κοινωνιολόγοι Donald Horton και Richard Wohl προσπαθούν να περιγράψουν κάτι που τους φαινόταν ριζικά καινούργιο: την «οικειότητα από απόσταση» που δημιουργούσε η τηλεόραση.
Στο κλασικό πια άρθρο τους «Mass Communication and Para-Social Interaction: Observations on Intimacy at a Distance» περιγράφουν πώς οι τηλεθεατές αισθάνονται ότι «γνωρίζουν» τον παρουσιαστή των ειδήσεων, τον οικοδεσπότη μιας εκπομπής, την ηθοποιό μιας σειράς, σαν να είναι μέλος της οικογένειας. Ο άνθρωπος στην οθόνη γίνεται «συνομιλητής», ενώ στην πραγματικότητα δεν υπάρχει καμία αμοιβαιότητα: εκείνος δεν ξέρει καν ότι αυτοί οι συγκεκριμένοι θεατές υπάρχουν.
Από τότε, ξέρουμε ότι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης δεν μεταδίδουν μόνο πληροφορίες ούτε μόνο ψυχαγωγούν. Κατασκευάζουν σχέσεις. Σχέσεις ετεροβαρείς, αλλά συναισθηματικά ισχυρές για τον αποδέκτη.
Από τον παρουσιαστή των 8 μ.μ. στον δημιουργό του ενός λεπτού
Αν το 1956 η τηλεόραση έβαζε λίγους «σταρ» στο οικογενειακό σαλόνι, σήμερα η γενικευμένη χρήση των οθονών βάζει εκατοντάδες. Influencers, streamers, vlogger γονείς, ειδικούς, life coaches, τραγουδιστές, gamers, ακόμη και απλούς ανθρώπους που γίνονται viral για λίγες ημέρες.
Το Cambridge συνδέει ευθέως την έκρηξη της λέξης parasocial με συγκεκριμένα επεισόδια της pop κουλτούρας. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα: η ανακοίνωση του αρραβώνα της Taylor Swift με τον Travis Kelce προκάλεσε τόσο έντονες αντιδράσεις στις διαδικτυακές κοινότητες των fans, ώστε τα διεθνή μέσα άρχισαν να αναλύουν το «parasocial σοκ» των θαυμαστών – ανθρώπων που ένιωθαν προσωπικά προδομένοι από μια απόφαση στη ζωή μιας γυναίκας που δεν έχουν συναντήσει ποτέ.
Η σχέση των εφήβων (και των ενηλίκων) με αγαπημένους καλλιτέχνες, αθλητές, YouTubers δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Είναι όμως ποιοτικά διαφορετικό όταν:
-
ο δημιουργός εμφανίζεται καθημερινά, σε stories, live, close friends,
-
απαντάει σε σχόλια και DMs, δημιουργώντας την εντύπωση άμεσης επαφής,
-
ζητάει ανοιχτά υποστήριξη, ψήφους, αγορές, συνδρομές,
-
μοιράζεται προσωπικές κρίσεις, χωρισμούς, ψυχική υγεία, με τρόπο που καλεί τους followers να πάρουν θέση.
Οι νέοι «φίλοι»: chatbots, AI companions, εφαρμογές ευεξίας
Το πραγματικό άλμα του 2025 είναι ότι το parasocial δεν αφορά πια μόνο ανθρώπους. Αφορά και συστήματα. Τα τελευταία χρόνια, εκατομμύρια άνθρωποι στρέφονται σε εφαρμογές AI companions. Αποκτούν ψηφιακούς συνοδοιπόρους/συνομιλητές, «φίλους», «συντρόφους» ή «coaches» που υπόσχονται συντροφιά, υποστήριξη, ακόμη και βοήθεια στην ψυχική υγεία.
Από γενικά εργαλεία που χρησιμοποιούνται άτυπα σαν «φίλοι για κουβέντα», μέχρι εξειδικευμένες εφαρμογές ευεξίας και ρομαντικούς chatbots, η αγορά έχει γεμίσει σενάρια όπου ο συνομιλητής δεν είναι άνθρωπος, αλλά αλγόριθμος. Μελέτες του 2025 καταγράφουν δύο παράλληλες κινήσεις:
-
άτομα με περιορισμένα offline δίκτυα υποστήριξης καταφεύγουν συχνότερα σε bots για συντροφιά,
-
η έντονη, συναισθηματικά φορτισμένη χρήση τέτοιων εφαρμογών, ειδικά όταν δεν υπάρχουν ανθρώπινα στηρίγματα, συνδέεται με επιδείνωση της ευεξίας και αίσθημα μεγαλύτερης απομόνωσης.
Το Cambridge, επιλέγοντας το parasocial ως λέξη της χρονιάς, τονίζει ακριβώς αυτή τη διάσταση: ότι η μονόπλευρη σχέση δεν αφορά μόνο διάσημους, αλλά και τεχνητές οντότητες, οι οποίες «μιλούν» και «ακούνε» με τρόπους που μιμούνται τη φιλία ή την ψυχοθεραπεία.
Παιδιά και έφηβοι: Από τα fan club στο 24/7 feed
Τα παιδιά πάντοτε αποκτούσαν τους δικούς τους αγαπημένους, τους δικούς τους μικρούς «θεούς» και «θεές», τις δικές τους ιστορίες για τις αγαπημένες τους διασημότητες.
Σήμερα όμως, η παρακοινωνική σχέση ενός παιδιού με έναν streamer ή μια τραγουδίστρια ή έναν ηθοποιό ή μια αθλήτρια δεν περιορίζεται σε ένα περιοδικό και μια αφίσα στο δωμάτιο, σε ένα άλμπουμ ή στην αγορά ενός CD ή ενός εισιτηρίου. Το παιδί:
-
βλέπει καθημερινά βίντεο με τον αγαπημένο του creator,
-
ακούει εξομολογήσεις για κρίσεις άγχους, για σχέσεις, για χρήματα,
-
συμμετέχει σε συναυλίες–events που οργανώνονται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από social media,
-
καλείται να πάρει θέση όταν ο αγαπημένος του δημιουργός κατηγορείται για κάτι.
Παράλληλα, τα πρώτα ερευνητικά εργαλεία που μελετούσαν τις παιδικές parasocial σχέσεις με τηλεοπτικούς ήρωες δοκιμάζονται τώρα πάνω σε παιδιά που συνομιλούν με AI. Σε συνέδρια του 2025, τίθεται ευθέως το ερώτημα αν τα υπάρχοντα εργαλεία επαρκούν για να κατανοήσουμε τι σημαίνει «δένομαι» με ένα συνομιλητικό σύστημα, που απαντά σε πραγματικό χρόνο και προσαρμόζεται στο παιδί.
Με άλλα λόγια, δεν έχουμε μόνο «παιδιά που αγαπούν πολύ μια σειρά». Έχουμε παιδιά που νιώθουν ότι συνομιλούν με τους ήρωές τους ή με κάτι που στέκεται στη θέση φίλου.
Οι γονείς μέσα στο ίδιο πλέγμα
Εδώ η συζήτηση γίνεται πιο δύσκολη, γιατί αρκετοί γονείς δεν στέκονται απ’ έξω ως ουδέτεροι θεατές. Είναι και οι ίδιοι μέρος αυτής της πραγματικότητας.
-
Παρακοινωνικές σχέσεις ενηλίκων
Η μαμά που νιώθει ότι «γνωρίζει» τη διάσημη μαμά–influencer και εμπιστεύεται περισσότερο εκείνη παρά τον δικό της παιδίατρο.
Ο γονιός που περνά ώρες στο κανάλι ενός «ειδήμονα» της διατροφής, μέχρι να αναπαράγει σχεδόν λέξη προς λέξη τις συμβουλές του στο σπίτι. Ο φροντιστής που χρησιμοποιεί καθημερινά ένα chatbot για να αντέξει το βάρος φροντίδας, νιώθοντας ότι επιτέλους κάποιος τον ακούει χωρίς να τον κρίνει. Αυτές είναι επίσης parasocial σχέσεις. Με συναισθηματικό φορτίο, προσδοκίες και φυσικά ματαιώσεις και απογοητεύσεις. -
Γονείς ως μικροί influencers
Ταυτόχρονα, πολλοί γονείς, ακόμη κι αν δεν το επιδιώκουν, γίνονται κομμάτι του ίδιου μηχανισμού. Αναρτούν συνεχώς στιγμές της οικογένειας, μοιράζονται ιστορίες, ζητούν σχόλια, πλέκουν ένα δημόσιο αφήγημα για τη δική τους γονεϊκότητα, ανοιχτό είτε σε λίγους είτε σε περισσότερους. Έτσι, αρχίζουν και οι ίδιοι να βλέπουν τον εαυτό τους μέσα από το βλέμμα ενός αόρατου κοινού. Τα παιδιά συχνά μεγαλώνουν σε σπίτια όπου ο γονιός «παίζει» έναν ρόλο μπροστά στο κινητό. -
Το παιδί ανάμεσα σε δύο αόρατα ακροατήρια
Έτσι, το παιδί βρίσκεται ανάμεσα σε δύο ειδών παρακοινωνικές σχέσεις. Τις δικές του, με τους ανθρώπους και τα συστήματα της οθόνης, και τις σχέσεις των γονιών του με δικούς τους «αγαπημένους» δημιουργούς, θεραπευτές, bots, κοινότητες.
Η οικογένεια δεν ζει απομονωμένη. Κάθε μέλος γυρίζει στο σπίτι φορτωμένο με σκέψεις, συναισθήματα και ιδέες που έχει πάρει από οθόνες και ανθρώπους και αυτό επηρεάζει τις μεταξύ τους σχέσεις.
Είναι κακό το parasocial; Λάθος ερώτηση.
Αν το δούμε με τη λογική του «καλό/κακό», θα χάσουμε την ουσία. Οι παρακοινωνικές σχέσεις:
-
Μπορούν να λειτουργήσουν ως χώρος εξάσκησης συναισθήματος. Ένα παιδί, ένας έφηβος, ακόμη και ένας ενήλικος, μαθαίνει να προβάλλει, να ταυτίζεται, να δοκιμάζει τα όριά του μέσα από μια ιστορία, έναν ήρωα, έναν δημιουργό.
-
Μπορούν να δίνουν αίσθηση κοινότητας. Τα fandoms, οι online κοινότητες, οι αναγνώστες ενός συγγραφέα, οι ακροατές ενός podcast, συχνά αποτελούν πηγή υποστήριξης και νοήματος.
-
Μπορούν, όμως, να γίνουν και εργαλεία χειραγώγησης: όταν ο δημιουργός ή η πλατφόρμα χτίζει ακριβώς πάνω σε αυτή την αίσθηση κοντινότητας για να πουλήσει προϊόντα, να κανονικοποιήσει καταχρήσεις, να αποσπάσει χρόνο και προσοχή χωρίς όριο.
Στην περίπτωση των AI companions, το διακύβευμα είναι πιο σύνθετο. Οι σχέσεις αυτές σχεδιάζονται εξαρχής ώστε να είναι εθιστικές: το σύστημα μαθαίνει τι θέλει να ακούσει ο χρήστης και του το προσφέρει. Η παρακοινωνική σύνδεση είναι ουσιαστικά ο ίδιος ο πυρήνας του προϊόντος.
Άρα, το ζήτημα δεν είναι αν κάνει λάθος να δένεται κανείς με κάποιον στην οθόνη. Είναι πόσο χώρο καταλαμβάνει αυτή η σχέση στη ζωή του, τι αφήνει απ’ έξω ή τι αντικαθιστά, ποιος ορίζει τους όρους της και πόσο καθαρά φαίνεται –ή κρύβεται– η εμπορική σχέση μεταξύ των εμπλεκομένων.
Στη βιβλιογραφία, οι παρακοινωνικές σχέσεις δεν αντιμετωπίζονται ως ένα ενιαίο φαινόμενο, αλλά ως φάσμα. Στη μία άκρη βρίσκονται οι «συνηθισμένες» σχέσεις θαυμασμού – αυτό που πολλοί ερευνητές ονομάζουν celebrity admiration: Ο άνθρωπος συγκινείται, ταυτίζεται, βρίσκει παρηγοριά σε έναν καλλιτέχνη ή δημόσιο πρόσωπο, χωρίς αυτό να θεωρείται παθολογικό.
Πιο πάνω στην κλίμακα, εμφανίζονται οι εκδηλώσεις λατρείας, αυτό που ονομάζουμε celebrity worship: μια πολύ πιο απορροφητική και εξαρτητική μορφή δέσμευσης, που έχει συνδεθεί με άγχος, καταθλιπτικό συναίσθημα, χαμηλή αυτοεκτίμηση και προβληματική χρήση του διαδικτύου και των social media, ιδίως στους εφήβους και στους νεαρούς ενήλικους.
Στο άκρο, βρίσκονται πια τα καθαρά ψυχιατρικά περιστατικά, όπως η ερωτομανία, όπου το άτομο είναι πεπεισμένο ότι ο σταρ έχει μαζί του μια «μυστική σχέση» και συχνά περνά σε καταδιωκτικές συμπεριφορές. Δεν υπάρχουν ακόμη αρκετά ερευνητικά δεδομένα για να υποστηρίξουμε ότι τα ψυχωτικά αυτά περιστατικά έχουν πολλαπλασιαστεί στην εποχή των οθονών, είναι όμως σαφές πως η ψηφιακή καθημερινότητα διευκολύνει τον επιπολασμό και την ορατότητά τους.
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για τους γονείς
Για τους γονείς, το ζητούμενο είναι να σταθούν λίγο στο πώς όλα αυτά μπλέκονται με τη δική τους καθημερινότητα με τα παιδιά. Πριν ανησυχήσει κανείς για το «δέσιμο» του παιδιού με έναν YouTuber, χρειάζεται να δει τις δικές του παρακοινωνικές σχέσεις: με ποιους ταυτίζεται στο διαδίκτυο, ποιων τις συμβουλές ακολουθεί χωρίς δεύτερη σκέψη, ποιους υπερασπίζεται λες και τους ξέρει προσωπικά.
Από εκεί και πέρα, αντί για γενικές απαγορεύσεις τύπου «μην κολλάς με influencers», έχει νόημα μια πραγματική συζήτηση: τι του αρέσει σε έναν δημιουργό, πότε νιώθει ότι «του χρωστάει» κάτι, πώς θα ήταν αν αύριο εξαφανιζόταν το κανάλι, τι κρατά για τον εαυτό του από αυτά που ακούει και τι αφήνει απέξω.
Οι ίδιες ερωτήσεις χρειάζονται και όταν μιλάμε για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης. Για το παιδί η εμπειρία είναι αληθινή, επομένως δεν ακυρώνεται με ένα απλό «δεν είναι κανονικός φίλος». Χρειάζεται κουβέντα για το πώς αισθάνεται το παιδί μετά τις συνομιλίες, τι λέει εκεί που δεν τολμά να πει αλλού, πώς θα αντιδρούσε αν η εφαρμογή έκλεινε, μαζί με ένα καθαρό πλαίσιο ότι αυτά τα εργαλεία δεν είναι ψυχοθεραπεία, δεν είναι ουδέτερα και υπηρετούν συγκεκριμένους στόχους.
Και, πάνω από όλα, χρειάζεται να μείνει χώρος για τις σχέσεις που δεν είναι «παρά» αλλά αμοιβαίες. Όσο περισσότερη ενέργεια αφιερώνεται σε ανθρώπους που δεν μας γνωρίζουν ή ή σε ψηφιακά συστήματα/σε εφαρμογές και πλατφόρμες, τόσο πιο εύκολα στενεύει ο ψυχικός χώρος για τους πραγματικά κοντινούς μας ανθρώπους.
Από την τηλεόραση του 1956 στο chatbot του 2025: τι μένει ίδιο;
Το 1956, οι Horton και Wohl παρατηρούσαν τηλεθεατές που ένιωθαν ότι ο παρουσιαστής τούς μιλά προσωπικά, μέσα από την ασπρόμαυρη οθόνη. Σήμερα, ένας έφηβος μπορεί να νιώθει ότι ο streamer τού μιλά από το Discord και ένας ενήλικος, εξουθενωμένος φροντιστής μπορεί να διαβάζει σε ένα chatbot ότι «δεν θα τον αφήσει ποτέ».
Ο πυρήνας είναι ο ίδιος: άνθρωποι που αναζητούν σχέση. Κάποιον να τους δει, να τους ακούσει, να τους πει ότι δεν είναι μόνοι. Η διαφορά είναι ότι τώρα οι τεχνολογίες που υπόσχονται αυτή τη σχέση είναι πολύ περισσότερες, πολύ πιο κοντινές, πολύ πιο έξυπνες και, συχνά, πολύ πιο ενδιαφερόμενες για την αποκλειστική προσοχή μας απ’ όσο εμείς για τη δική τους.
Ίδιο είναι και το βίωμα. «Ξέρω» κάποιον – τι κι αν αυτός δεν με ξέρει. Γι’ αυτό ο όρος parasocial ξαναβρέθηκε στο προσκήνιο. Υπήρχε εδώ και δεκαετίες, μα τώρα άλλαξε μορφή και βάρος. Από εδώ και πέρα έχει σημασία πώς θα σταθούμε απέναντί του: θα τον αντιμετωπίσουμε σαν μια λέξη-περαστική μόδα ή θα τον κρατήσουμε ως αφορμή για να σκεφτούμε πώς ζούμε και πώς σχετιζόμαστε; Αυτή η επιλογή ανήκει στους ενήλικους και κυρίως σε εκείνους που μεγαλώνουν παιδιά μέσα σε αυτή την πραγματικότητα.



