Highlights
- Η παιδική σεξουαλική κακοποίηση είναι συχνή, συχνά σιωπηλή και αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δημόσιας υγείας, όχι «οικογενειακή υπόθεση».
- Τα παιδιά αργούν συχνά να μιλήσουν· ο φόβος, η ντροπή και η σχέση με τον δράστη επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που αποκαλύπτουν την εμπειρία.
- Οι αντιδράσεις του σώματος σε κατάσταση απειλής (πάλη, φυγή, πάγωμα) εξηγούν γιατί το παιδί μπορεί να μην αντιστάθηκε.
- Ο τρόπος που θα αντιδράσουν οι γονείς μπορεί να καθορίσει την πορεία της ανάρρωσης.
- Η έγκαιρη αναζήτηση εξειδικευμένης βοήθειας, σε συνδυασμό με ένα σταθερό δίκτυο φροντίδας, ενισχύει ουσιαστικά την ανθεκτικότητα του παιδιού και της οικογένειας.
Η εμπειρία της σεξουαλικής κακοποίησης μπορεί να ανατρέψει βίαια την αίσθηση ασφάλειας ενός παιδιού και να κλονίσει συθέμελα μια οικογένεια. Για το παιδί, η κακοποίηση συνδέεται συχνά με ντροπή, φόβο, σύγχυση και ένα διαρκές αίσθημα ότι «δεν έχει πια τον έλεγχο». Για τους γονείς, η στιγμή που αντιλαμβάνονται ή ακούν από το ίδιο το παιδί ότι έχει κακοποιηθεί σεξουαλικά είναι συνήθως σοκαριστική.
Ο τρόπος που το παιδί θα μιλήσει, αλλά και ο τρόπος που οι γονείς θα ανταποκριθούν έχουν τεράστια σημασία. Η αρχική αποκάλυψη είναι συχνά η πρώτη προσπάθεια του παιδιού να ζητήσει βοήθεια και να ξαναπάρει στα χέρια του τον έλεγχο της ζωής του, ζητώντας βοήθεια. Η αναζήτηση βοήθειας σημαίνει πως το παιδί αναγνωρίζει ότι κάτι σοβαρό τού έχει συμβεί, συνειδητοποιώντας και ερμηνεύοντας την εμπειρία του. Οι γονείς οφείλουν να δεσμευτούν ότι θα το φροντίσουν και θα το υποστηρίξουν άνευ όρων.
Τι σημαίνει «παιδική σεξουαλική κακοποίηση»
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει την παιδική σεξουαλική κακοποίηση ως την εμπλοκή ενός παιδιού σε σεξουαλική δραστηριότητα την οποία δεν κατανοεί πλήρως, στην οποία δεν μπορεί να δώσει συναίνεση (είτε λόγω ηλικίας, είτε λόγω αναπτυξιακού/νοητικού σταδίου), και η οποία παραβιάζει το νομικό και κοινωνικό πλαίσιο. Στην πράξη, σεξουαλική κακοποίηση μπορεί να σημαίνει:
-
αγγίγματα στο σώμα του παιδιού που το κάνουν να νιώθει άβολα ή φοβισμένο,
-
πίεση ή εξαναγκασμό σε σεξουαλικές πράξεις,
-
«παιχνίδια» που περιλαμβάνουν σεξουαλικό περιεχόμενο,
-
έκθεση σε πορνογραφικό υλικό,
-
διαδικτυακή σεξουαλική κακοποίηση (π.χ. πίεση για αποστολή γυμνών φωτογραφιών, υποχρεωτική γυμνότητα στην κάμερα, απειλές για δημοσιοποίηση υλικού).
Ένα στα πέντε παιδιά στην Ευρώπη πέφτει θύμα σεξουαλικής βίας και σεξουαλικής κακοποίησης. Το ποσοστό αυτό καταδεικνύει γιατί η σεξουαλική κακοποίηση είναι ένα σοβαρό ζήτημα δημόσιας υγείας, ιδιαίτερα σε μία χώρα όπου δεν υπάρχει οργανωμένη και πλαισιωμένη σεξουαλική διαπαιδαγώγηση. Εξ ου και προτείνουμε στους γονείς να εντάξουν σταδιακά, αλλά από νωρίς, στην οικογενειακή κουλτούρα τη συζήτηση για το σώμα, τη συναίνεση και τα όρια ως προληπτική δράση κατά της σεξουαλικής κακοποίησης.
Γιατί τα παιδιά δυσκολεύονται να μιλήσουν
Πολλά παιδιά δεν αποκαλύπτουν αμέσως την κακοποίηση. Άλλα μιλούν αποσπασματικά, άλλα «δοκιμάζουν» τον ενήλικο με υπαινιγμούς και βλέπουν πώς θα αντιδράσει. Οι πιο συχνοί λόγοι που ένα παιδί δυσκολεύεται να μιλήσει είναι κυρίως συναισθηματικοί, αλλά και γνωστικοί:
-
φόβος (απειλές από τον δράστη, φόβος ότι δεν θα το πιστέψουν, φόβος ότι θα «διαλυθεί» η οικογένεια),
-
ντροπή (αίσθηση ότι «μολύνθηκε», ότι στιγματίστηκε, ότι φταίει, ότι «έδωσε αφορμή»),
-
σχέση με τον δράστη (όταν πρόκειται για πρόσωπο οικείο, μέλος της οικογένειας, άνθρωπο που κατά τα άλλα το φροντίζει),
-
σύγχυση (δεν ξέρει πώς να ονομάσει αυτό που συνέβη, ιδίως όταν έχουν χρησιμοποιηθεί χειρισμοί, δώρα, εκβιασμοί),
-
έλλειψη γλώσσας και πληροφόρησης (δεν έχει διδαχθεί λέξεις για τα μέρη του σώματος, για συναίνεση, για όρια).
Η καθυστέρηση στην αποκάλυψη της κακοποίησης δεν είναι ένδειξη ότι το παιδί «λέει ψέματα» ή «υπερβάλλει». Αντιθέτως, η επιστημονική βιβλιογραφία δείχνει ότι η καθυστερημένη αποκάλυψη είναι συχνό φαινόμενο σε επιζώντες σεξουαλικής κακοποίησης, κυρίως επειδή ο θύτης είναι συχνά πρόσωπο εμπιστοσύνης (μέλος οικογένειας, δάσκαλος κ.λπ.), άρα το παιδί ζει μια διπλή σύγκρουση: «με φροντίζει και με πληγώνει».
Τα αρνητικά συναισθήματα, η έλλειψη γνώσης για το τι είναι σεξουαλική βία, αλλά και οι μηχανισμοί άμυνας της μνήμης, το κρατούν για χρόνια στη σιωπή. Συχνά φοβάται ότι, αν μιλήσει, θα «διαλυθεί» η οικογένεια ή θα στιγματιστεί το ίδιο. Όταν τελικά αποκαλύπτει την κακοποίηση, αυτό συνήθως σημαίνει ότι βρέθηκε για πρώτη φορά σε επαρκώς ασφαλές πλαίσιο – εσωτερικά και εξωτερικά – ώστε να αντέξει να πει την αλήθεια. Η καθυστέρηση της αποκάλυψης δεν σημαίνει αναξιοπιστία. Είναι ένδειξη τού πόσο επώδυνη και επικίνδυνη ήταν για το παιδί η μακρά σιωπή και, ταυτόχρονα, η απόφασή του να τη σπάσει.
Τι συμβαίνει σε συνθήκες απειλής
Σε συνθήκες έντονης απειλής ο άνθρωπος δεν λειτουργεί με βάση τη λογική, αλλά με βάση μηχανισμούς επιβίωσης. Ενεργοποιούνται τα γνωστά συστήματα απάντησης στο στρες, η πάλη (προσπάθεια αντίστασης), η φυγή (προσπάθεια απόδρασης) και το πάγωμα (ακινησία, αδυναμία αντίδρασης).
Πολλά παιδιά περιγράφουν ότι «πάγωσαν», «δεν μπορούσαν να κουνηθούν» ή «έκαναν ό,τι τους ζητήθηκε» για να τελειώσει γρήγορα όλο αυτό. Κλασική αντίδραση σε ακραία απειλή. Ο γονιός που γνωρίζει το παραπάνω βοηθά να μην αποδοθεί στο παιδί ευθύνη για το τι έκανε ή δεν έκανε τη στιγμή της κακοποίησης. Η ερώτηση «γιατί δεν αντέδρασες;», έστω και αν προκύπτει από αγωνία, μπορεί να γίνει αντιληπτή από το παιδί ως κατηγορία.
Όταν το παιδί μιλήσει
Η στιγμή που ένα παιδί αποκαλύπτει κάτι τόσο σοβαρό είναι φορτισμένη και για το ίδιο και για τους γονείς. Κανείς δεν είναι προετοιμασμένος. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν μερικές βασικές αρχές που μπορούν να καθορίσουν την πορεία από εδώ και πέρα.
-
Ακρόαση χωρίς ανάκριση
Το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι το ακούνε, όχι ότι το εξετάζουν. Αφήνουμε να μιλήσει με τον ρυθμό του, αποφεύγουμε καταιγισμό ερωτήσεων, δεν ζητάμε λεπτομέρειες για «το πώς ακριβώς» έγιναν τα πράγματα. Αυτές οι λεπτομέρειες θα εξεταστούν, εφόσον χρειάζεται, από ειδικούς. -
Ρητή επιβεβαίωση ότι έγινε πιστευτό
Φράσεις όπως «σε πιστεύουμε», «καλά κάνεις που μιλάς», «δεν είναι δικό σου φταίξιμο» είναι απολύτως απαραίτητες. Αν υπάρξει αμφισβήτηση, το παιδί πολύ εύκολα θα κλειστεί ξανά στη σιωπή. -
Καθαρό μήνυμα αποποίησης ευθύνης
Χρειάζεται να ακουστεί καθαρά ότι δεν ευθύνεται το παιδί ούτε για το τι συνέβη ούτε για το πώς αντέδρασε ούτε για το ότι άργησε να μιλήσει. Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά στον δράστη. -
Προτεραιότητα στην ασφάλεια
Πρώτο βήμα δεν είναι το «τι θα πούμε στους άλλους», αλλά πώς θα διασφαλιστεί η σωματική και ψυχική ασφάλεια του παιδιού. Απαιτείται άμεση απομάκρυνση από τον δράστη, αποφυγή κάθε υποχρεωτικής επαφής και ενημέρωση των αρμόδιων αρχών.
-
Ιατρική φροντίδα όταν χρειάζεται
Ακόμη και αν το παιδί δεν θέλει να μιλήσει σε βάθος, το σώμα του χρειάζεται έλεγχο για τυχόν τραυματισμούς, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, εγκυμοσύνη. Η προσέγγιση πρέπει να είναι ήπια, χωρίς πίεση, με σεβασμό στην αξιοπρέπεια του παιδιού. -
Σύνδεση με εξειδικευμένους επαγγελματίες ψυχικής υγείας
Η συστηματική ψυχολογική υποστήριξη από άτομα με εμπειρία στην παιδική κακοποίηση βοηθά το παιδί να επεξεργαστεί το τραύμα, ώστε να μην καθορίσει αυτό την υπόλοιπη ζωή του. Η εμπειρία της κακοποίησης είναι ένα γεγονός. Δεν πρέπει να γίνει όλη η ζωή του.
Και οι γονείς;
Οι γονείς συχνά νιώθουν συντριβή, ενοχή, θυμό, ντροπή. Μπορεί να αναρωτιούνται:
-
«πώς δεν το κατάλαβα;»,
-
«μήπως φταίω;»,
-
«αν είχα αντιδράσει αλλιώς, θα το είχα αποτρέψει;».
Τα συναισθήματα αυτά είναι αναμενόμενα. Όμως η εστίαση αποκλειστικά στην αυτο-ενοχοποίηση δεν βοηθά ούτε το παιδί ούτε τους ίδιους. Οι γονείς χρειάζονται και εκείνοι χώρο για να επεξεργαστούν όσα συνέβησαν, συχνά με τη βοήθεια ειδικού. Δεν μπορούν να σταθούν δίπλα στο παιδί τους αν δεν έχουν και εκείνοι την απαραίτητη στήριξη.
Όταν ο θύτης είναι μέλος της άμεσης οικογένειας –γονέας, παππούς/γιαγιά, αδελφός/αδελφή ή άλλο πρόσωπο που μέχρι χθες θεωρούνταν δικός σας άνθρωπος– το τραύμα για το παιδί και για την οικογένεια γίνεται πιο σύνθετο. Το παιδί αισθάνεται διπλή προδοσία: από τον άνθρωπο που όφειλε να το φροντίζει και να το προστατεύει, και από το ίδιο το πλαίσιο ασφάλειας που υποτίθεται του παρέχει το σπίτι του.
Για τον μη κακοποιητικό γονέα, η αποκάλυψη ανοίγει μια σκληρή σύγκρουση ανάμεσα στην αγάπη ή τη μακροχρόνια σχέση με τον θύτη και στην υποχρέωση να προστατεύσει το παιδί του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η προτεραιότητα δεν μπορεί παρά να είναι η ασφάλεια του παιδιού: άμεση απομάκρυνση από τον δράστη, διακοπή επαφής, ενεργοποίηση των αρμόδιων αρχών και αναζήτηση εξειδικευμένης ψυχολογικής και νομικής υποστήριξης.
Η πίεση από το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον για «να το κρατήσουμε μυστικό», για συγκαλύψεις ή δεύτερες ευκαιρίες είναι συχνή, όμως είναι λάθος. Η ευθύνη ανήκει αποκλειστικά σε εκείνον που άσκησε τη βία και η Δικαιοσύνη καλείται να πάρει τον λόγο. Το παιδί χρειάζεται να δει στην πράξη ότι η υπόλοιπη οικογένειά του βρίσκεται στο πλευρό του.
Όταν ο γονιός γνωρίζει ότι το παιδί κακοποιείται και δεν μιλά, η βία επεκτείνεται. Για το παιδί, η επίγνωση ότι «η μαμά» ή «ο μπαμπάς» ήξερε και δεν έκανε τίποτα είναι τραύμα εξίσου ή και περισσότερο βαρύ από την ίδια την κακοποίηση, γιατί θεωρεί ότι δεν αξίζει προστασία. Οι λόγοι της σιωπής είναι πολύπλοκοι: φόβος, οικονομική εξάρτηση, συναισθηματική εξάρτηση, απειλές, κοινωνική πίεση, ενοχές, άρνηση.
Σε καμία, όμως, περίπτωση δεν αναιρούν την ευθύνη ενός ενήλικου που επιλέγει να «μην ξέρει» ενώ ξέρει και που τοποθετεί το παιδί του κάτω από τον δράστη στην προσωπική του ιεραρχία. Η ηθική και νομική υποχρέωση είναι ξεκάθαρη: προστατεύω το παιδί, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ευθεία σύγκρουση με τον σύντροφο, τον γονέα, την οικογένεια, τη ζωή μου.
Αν ένας γονιός αναγνωρίζει σήμερα ότι κάποτε σιώπησε, το μόνο έντιμο βήμα είναι να το αντιμετωπίσει, ζητώντας βοήθεια, ζητώντας συγγνώμη από το παιδί και αναλαμβάνοντας την ευθύνη για τις επιλογές του παρελθόντος.
Πού μπορούν να απευθυνθούν γονείς και παιδιά
Για γονείς, εφήβους και παιδιά που χρειάζονται να μιλήσουν με ειδικό, υπάρχει η Ευρωπαϊκή Γραμμή Υποστήριξης Παιδιών 116111. Στη γραμμή αυτή μπορεί κανείς να μιλήσει με ψυχολόγο, να θέσει ερωτήματα, να εκφράσει ανησυχίες, να ζητήσει καθοδήγηση για τα επόμενα βήματα.
Κανείς δεν μπορεί, και ούτε χρειάζεται, να διαχειριστεί ένα τόσο σοβαρό τραύμα μόνος του. Όσο δύσκολη και αν είναι η διαδρομή, η ύπαρξη ενός δικτύου ανθρώπων και υπηρεσιών που ακούν, πιστεύουν και προστατεύουν, μπορεί να κάνει τη διαφορά για το παιδί και για ολόκληρη την οικογένεια.

