Μιλώ στα παιδιά μου για τη χούντα και το Πολυτεχνείο

Ολύμπιος Δαφέρμος: Μιλώντας στα παιδιά για τη χούντα και το Πολυτεχνείο

Ο Ολύμπιος Δαφέρμος, μηχανολόγος–ηλεκτρολόγος μηχανικός του ΕΜΠ και διδάκτωρ Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, μετείχε ενεργά στο αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα και διώχθηκε για τη δράση του από το στρατιωτικό καθεστώς. Λίγες ημέρες πριν από την 50ή επέτειο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Τόπος το βιβλίο του Μιλώ στα παιδιά μου για τη χούντα και το Πολυτεχνείο, ένα βιβλίο που επιχειρεί να απαντήσει σε ένα επίμονο ερώτημα: πώς μιλά κανείς στις νεότερες γενιές για μια τόσο σκοτεινή και ταυτόχρονα πολιτικά φορτισμένη περίοδο της Ιστορίας;

Μέσα από τον διάλογο ενός πατέρα με τα παιδιά του, ο συγγραφέας συνδέει την ιστορική γνώση με την οικογενειακή και συλλογική μνήμη. Δημιουργεί έτσι ένα μικρό, αλλά ουσιαστικό βιβλίο για αναγνώστες από περίπου 9 ετών, αλλά και για κάθε άνθρωπο που θέλει να μάθει ή να θυμηθεί τι σημαίνει χούντα και πώς φτάσαμε στα γεγονότα της 17ης Νοεμβρίου 1973, εντός και εκτός Πολυτεχνείου.

Το βιβλίο αναδεικνύει την εγκληµατική φύση της δικτατορίας 1967-1974, η οποία φυλάκιζε, έδερνε, βασάνιζε, εξόριζε και ενίοτε δολοφονούσε. Προβάλλει, επίσης, την ειρηνική αντίσταση των φοιτητών εναντίον του βίαιου και απάνθρωπου αυτού καθεστώτος και την κορύφωσή της, που ήταν η εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Η αντίσταση εναντίον ενός καταστροφικού και ολοκληρωτικού καθεστώτος, το οποίο καταργεί τη δηµοκρατία και στερεί την ελευθερία από τους πολίτες του, θέλει τόλµη, αξιοπρέπεια και ανιδιοτέλεια. Είναι µια ηθική στάση που απαιτεί κοινωνική ευαισθησία και διαπνέεται από αίσθηση ελευθερίας. Οι φοιτητές πάλεψαν για τα ανθρώπινα δικαιώµατα όλων των πολιτών της πατρίδας µας. Πάλεψαν για ένα καλύτερο µέλλον. Ανάµεσα σε αυτούς και ο συγγραφέας.

(Φωτ.: Αριστοτέλης Σαρρηκώστας/AP)

Απομάγευση και ειλικρίνεια

Αφετηρία του βιβλίου είναι η διαπίστωση ότι, επί δεκαετίες, η δημόσια ενασχόληση με τη δικτατορία περιορίστηκε σε μεγάλο βαθμό στην ίδια την εξέγερση του Πολυτεχνείου, αποκομμένη από την προηγούμενη και τη μεταγενέστερη ιστορική πραγματικότητα. Η έμφαση μόνο στις τρεις εκείνες ημέρες, χωρίς σύνδεση με την ίδια τη χούντα και το αντιστασιακό κίνημα, οδήγησε σε μια ιδιότυπη μυθοποίηση του γεγονότος.

Το Πολυτεχνείο, έτσι, κινδύνευσε να αντιμετωπίζεται σαν ένα σχεδόν μεταφυσικό επεισόδιο: προκαλεί θαυμασμό, αλλά εμφανίζεται ως κάτι έξω από τις δυνατότητες των «κοινών» ανθρώπων. Ο Δαφέρμος υπογραμμίζει, αντίθετα, ότι η εξέγερση ήταν «απολύτως ανθρώπινο δημιούργημα» – αποτέλεσμα συγκεκριμένων επιλογών, αγώνων, συγκρούσεων, συλλογικής δουλειάς και κινδύνων που κάποιοι δέχτηκαν να αναλάβουν.

Το βιβλίο επιχειρεί να αποκαταστήσει αυτή τη συνέχεια. Περιγράφει με απλή γλώσσα την αποτρόπαιη φύση του καθεστώτος 1967–1974, που φυλάκιζε, βασάνιζε, εξόριζε και κατά περίπτωση δολοφονούσε όσους διαφωνούσαν ή κρίνονταν ύποπτοι. Παρουσιάζει την ύπαρξη και τη δράση των παράνομων αντιστασιακών οργανώσεων, αλλά και τους αγώνες των φοιτητών, οι οποίοι κορυφώθηκαν με την κατάληψη και την εξέγερση του Νοεμβρίου.

Από τη σιωπή στην αφήγηση της οικογενειακής ιστορίας

Η επιλογή της μορφής –ένας πατέρας που μιλά στα παιδιά του– προέκυψε μέσα από μια πολύ συγκεκριμένη εμπειρία. Για χρόνια, ο Δαφέρμος είχε επιλέξει να μη μιλά στα παιδιά του για όσα έζησε. Φοβόταν, όπως σημείωσε σε παλαιότερη συζήτησή μας, ότι η «υποχρεωτική ιδεολογική εκπαίδευση» θύμιζε άλλου τύπου καθεστώτα και δεν ταίριαζε σε μια δημοκρατική οικογένεια. Η σιωπή αυτή έσπασε όταν η κόρη του του είπε, επιστρέφοντας κάποια μέρα στο σπίτι: «Δεν μου αρέσει να μαθαίνω για σένα από τους άλλους και εσύ να μη μου λες τίποτα».

Η φράση αυτή συμπυκνώνει το χάσμα ανάμεσα στη γενιά που έζησε τη χούντα και τη γενιά που μεγάλωσε θεωρητικά σε μια δημοκρατική χώρα, αλλά έχει ελάχιστα εργαλεία να κατανοήσει τι ακριβώς προηγήθηκε. Το βιβλίο είναι μία απάντηση σε αυτό το χάσμα: μια απόπειρα να ειπωθούν τα γεγονότα χωρίς ρητορείες, χωρίς συνθήματα, χωρίς αυτοηρωοποίηση.

Η εποχή της εικόνας και τα τεκμήρια της μνήμης

Το κείμενο συνοδεύεται από φωτογραφίες του Αριστοτέλη Σαρρηκώστα, φωτογραφίες από προσωπικά αρχεία, αποκόμματα εφημερίδων και γελοιογραφίες. Σε μια εποχή όπου τα παιδιά (και όχι μόνο) είναι εξοικειωμένα με την εικόνα πολύ περισσότερο από ό,τι με το συνεχές κείμενο, η παρουσία τεκμηρίων της εποχής αποτελεί ουσιαστικό μέρος της αφήγησης.

Στις φωτογραφίες και στα αποκόμματα αποτυπώνεται το κλίμα του τότε – η ένταση στους δρόμους, το πλήθος στην αυλή του Πολυτεχνείου, η παρουσία του στρατού, αλλά και οι στιγμές ανάμεσα στις συγκρούσεις. Σε μία από τις φωτογραφίες της δίκης της Δημοκρατικής Άμυνας που φιλοξενεί το βιβλίο, βρίσκεται και ο Παναγιώτης Τσαγκαράκης, αδελφός της γιαγιάς μου – σημειώνεται με το βελάκι. Η λεπτομέρεια αυτή είναι μικρή για τον αναγνώστη, αλλά δείχνει πώς ένα τέτοιο βιβλίο μπορεί να λειτουργήσει ως γέφυρα ανάμεσα στη «μεγάλη» Ιστορία και τις οικογενειακές μνήμες που κρύβονται στα άλμπουμ ή στις αφηγήσεις των παππούδων και των γονέων μας.

Φόβος, αλληλεγγύη και το «εμείς» πάνω από το «εγώ»

Η περιγραφή της ζωής μέσα στην κατάληψη δεν εξιδανικεύει ούτε ρομαντικοποιεί. Ο φόβος ήταν παρών καθ’ όλη τη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος –περίπου 22 μήνες–, όπως παρούσες ήταν και οι κακοποιήσεις από τις δυνάμεις της χούντας. Ο φόβος, όμως, δεν ακύρωσε τη δράση. Αυτό που επέτρεψε στους φοιτητές να συνεχίσουν, σημειώνει ο Δαφέρμος, ήταν η βαθιά πεποίθηση ότι το δίκιο βρισκόταν με το μέρος τους, και όχι με μια παράνομη, αυθαίρετη κυβέρνηση.

Μέσα στο κατειλημμένο Πολυτεχνείο, το κλίμα καθοριζόταν από την αλληλεγγύη, τη συντροφικότητα, την αυτοργάνωση, την αυτοθυσία, τις πρωτοβουλίες των φοιτητών. Το «εμείς» έμπαινε πάνω από το «εγώ», σε μια στιγμή όπου κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει πού θα οδηγούσε η σύγκρουση με το καθεστώς. Όλοι διαισθάνονταν ότι κάτι μεγάλο διακυβεύεται.

Η βίαιη καταστολή που ακολούθησε, η εισβολή του τανκ και η διάλυση της κατάληψης, δεν έκλεισε την υπόθεση. Αντίθετα, άνοιξε –όπως περιγράφεται– ένα βαθύ ρήγμα ανάμεσα στη δικτατορία και την κοινωνία. Πολλοί φοιτητές πέρασαν αναγκαστικά στην παρανομία. Άνοιξαν σπίτια για να φιλοξενήσουν τους καταζητούμενους, διαμορφώθηκε ένα δίκτυο προστασίας και αλληλεγγύης. Από εκείνη τη στιγμή, το καθεστώς «πορευόταν μετέωρο».

Δεν ήταν ήρωες, αλλά άνθρωποι

Ένα από τα πιο κρίσιμα σημεία του βιβλίου είναι η επίμονη άρνηση της ηρωοποίησης. Οι φοιτητές του Πολυτεχνείου δεν παρουσιάζονται ως σχεδόν μεταφυσικές μορφές. Αλίμονο σε έναν λαό που έχει ανάγκη από ήρωες… Η θέση αυτή, στον δημόσιο διάλογο μιας χώρας που αφηγείται την ιστορία της με στρεβλωμένα ηρωικά αφηγήματα, σπανίζει.

Ο Δαφέρμος υπενθυμίζει ότι μέσα σε κάθε άνθρωπο «υπάρχουν τα πάντα»: από το πιο ποταπό μέχρι το πιο μεγαλειώδες. Το ποιο στοιχείο θα επικρατήσει κάθε φορά έχει να κάνει με τη συγκυρία, τα βιώματα, την παιδεία, τις αξίες. Υπάρχουν άνθρωποι που σε μια στιγμή στέκονται με τρόπο υποδειγματικό και στη συνέχεια αναιρούν οι ίδιοι, με τη ζωή τους, εκείνη τη στάση. Γι’ αυτό και η ηρωοποίηση, ως μόνιμη ταυτότητα, είναι παραπλανητική.

Η επιλογή αυτή έχει και παιδαγωγική σημασία. Αν οι νέοι ακούνε μόνο για «ήρωες», κινδυνεύουν να νιώσουν ότι τέτοια πράγματα δεν τους αφορούν, ότι ανήκουν σε σπάνιες, εξαιρετικές υπάρξεις. Αν, αντίθετα, καταλάβουν ότι η εξέγερση ήταν υπόθεση συνηθισμένων ανθρώπων σε μια ασυνήθιστη συγκυρία, η Ιστορία παύει να είναι μακρινό θέαμα και γίνεται πεδίο ευθύνης.

(Φωτ.: Αριστοτέλης Σαρρηκώστας/AP)

Η γενιά του Πολυτεχνείου στο στόχαστρο

Σήμερα, η γενιά του Πολυτεχνείου βρίσκεται συχνά στο στόχαστρο. Η απαξίωσή της συνδέεται τόσο με την πορεία ορισμένων προσώπων που πρωταγωνίστησαν τότε και στη συνέχεια εντάχθηκαν στο πολιτικό σύστημα όσο και με την οργή για τη χρεοκοπία της χώρας και την κρίση. Σύμφωνα με τον Δαφέρμο, η γενίκευση αυτή είναι άδικη και εξυπηρετεί συγκεκριμένες σκοπιμότητες.

Ελάχιστα πρόσωπα, λέει, εκτέθηκαν πραγματικά με τρόπο ανεπανόρθωτο. Το ότι δαιμονοποιήθηκε συλλήβδην η «γενιά του Πολυτεχνείου» συνδέεται με την ανάγκη της οικονομικής και πολιτικής ελίτ να βρει έναν αποδιοπομπαίο τράγο, για να αποσείσει τις ευθύνες της για τη χρεοκοπία και τα μνημόνια. Παράλληλα, υπήρχε ο φόβος ότι η μνήμη του Πολυτεχνείου μπορεί να λειτουργήσει ως πηγή έμπνευσης για νέες μορφές αντίστασης. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει σήμερα και με τον Μάη του ’68 στη Γαλλία.

Από τις ελπίδες της Μεταπολίτευσης στη σημερινή θλίψη

Στο δοκίμιό του Από την ελπίδα στην απόγνωση. 1973–2013 (Εκδόσεις Γαβριηλίδης, εξαντλημένο)ο Δαφέρμος επιχείρησε να συνοψίσει την πορεία από την εξέγερση μέχρι τις πρώτες δεκαετίες του 21ου αιώνα. Οι προσδοκίες της περιόδου μετά τη χούντα ήταν μεγάλες. Η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα πενήντα+ χρόνια αργότερα βρίσκεται, όπως σημειώνεται, στον αντίποδα: τρία ακροδεξιά κόμματα στη Βουλή, διευρυνόμενες ανισότητες, αυταρχικοποίηση του δημόσιου βίου. Θλίψη.

Η νέα γενιά, μέσα σε αυτά τα συμφραζόμενα, μεγαλώνει με ακυρωμένες τις μεγάλες αφηγήσεις και τα συλλογικά νοήματα. Το αξιακό πλαίσιο που κυριαρχεί –ατομισμός, ευδαιμονισμός, χυδαίος ηδονισμός– συνδυάζεται με εργασιακή ανασφάλεια, αβεβαιότητα, συνεχείς κρίσεις. Δεν της επιτρέπεται, στην ουσία, να ονειρευτεί. «Δράση δίχως ελπίδα δεν υπάρχει», είναι η διαπίστωση. Και γι’ αυτό, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, η νέα γενιά δεν εξεγείρεται – όχι επειδή της λείπουν αξίες, αλλά γιατί λείπουν οι όροι για να τις μετατρέψει σε συλλογική πράξη, υποστηρίζει ο Ολύμπιος Δαφέρμος.

Για μένα, πάλι, το ερώτημα σήμερα είναι αν τα παιδιά που μεγαλώνουν μέσα σε μια καθημερινότητα κορεσμένη από οθόνες, φτηνό περιεχόμενο, ταχύτητα και περιορισμένη κριτική σκέψη μπορούν να ξεχωρίσουν τη βία από την ασφάλεια, τον αυταρχισμό από την κανονικότητα, την προπαγάνδα από την ενημέρωση. Η χούντα επιστρέφει ως ρητορική μίσους, ως ανοχή στην αστυνομική αυθαιρεσία, ως κυνικός σχετικισμός του τύπου «όλοι ίδιοι είναι». Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ένα βιβλίο που παίρνει στα σοβαρά τα παιδιά και τους μιλά καθαρά για την αξία της δημοκρατίας είναι, εκτός από καλογραμμένο εκπαιδευτικό εγχειρίδιο, εργαλείο αυτοάμυνας απέναντι στον κυνισμό και την προσπάθεια παραχάραξης της ιστορικής πραγματικότητας.

Γελοιογραφία του Σπύρου Ορνεράκη

Το μέλλον δεν γράφεται με συμβουλές

Σε αυτό το πλαίσιο, έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η στάση του Δαφέρμου απέναντι στους σημερινούς νέους. Δεν διεκδικεί τον ρόλο του μέντορα που μοιράζει συνταγές. Σε ό,τι αφορά τις βασικές του επιλογές στη δικτατορία, σημειώνει ότι δεν θα συμβούλευε τον εικοσιπεντάχρονο εαυτό του να πράξει διαφορετικά. Όμως δεν αισθάνεται ότι μπορεί να δώσει «συμβουλές» στη σημερινή νεολαία. Η απόσταση ανάμεσα στις εμπειρίες και στις ματιές των δύο γενεών είναι μεγάλη.

Αντί για συμβουλές, προτάσσει μια άλλη στάση: να ακούει προσεκτικά όταν μιλούν οι νέοι, να αφουγκράζεται τις ανησυχίες και τα αιτήματά τους, γνωρίζοντας ότι «το νέο θα έρθει από αυτούς» – κι αυτό συχνά πριν ακόμη το καταλάβουν οι ίδιοι.

Ένα βιβλίο-γέφυρα

Το Μιλώ στα παιδιά μου για τη χούντα και το Πολυτεχνείο είναι ένα ιστορικό βιβλίο–γέφυρα ανάμεσα στη γενιά που έζησε τη δικτατορία και στις γενιές που ήρθαν αργότερα. Για τα παιδιά λειτουργεί ως εισαγωγή σε μια αναγκαία συζήτηση: τι σημαίνει δικτατορία, τι σημαίνει αντίσταση, τι σημαίνει συλλογική δράση. Για τους ενήλικους, είναι ταυτόχρονα μια υπενθύμιση και μια πρόκληση: να μιλήσουν για το παρελθόν χωρίς να κρύβονται πίσω από μύθους και ταυτόχρονα χωρίς να βυθίζονται στον κυνισμό. Να πουν «μιλώ στα παιδιά μου» και να το εννοούν.

Εξώφυλλο του βιβλίου «Μιλώ στα παιδιά μου για τη χούντα και το Πολυτεχνείο» του Ολύμπιου Δαφέρμου από τις Εκδόσεις Τόπος.

Ολύμπιος Δαφέρμος, Μιλώ στα παιδιά μου για τη χούντα και το Πολυτεχνείο, Εκδόσεις Τόπος

Scroll to Top