παιδικά βιβλία συμπεριφοράς

Παιδικά βιβλία συμπεριφοράς: όταν η λογοτεχνία δεν θεωρείται πια αρκετή

Highlights

  • Τα βιβλία συμπεριφοράς καλύπτουν υπαρκτές κοινωνικές και συναισθηματικές ανάγκες, τόσο από τη μεριά των γονιών όσο και από αυτή των παιδιών.  
  • Το πρόβλημα αρχίζει όταν εκτοπίζουν τη λογοτεχνία από την παιδική βιβλιοθήκη.
  • Οι γονείς επιλέγουν ολοένα συχνότερα βιβλία με κριτήριο τη χρησιμότητα και όχι την αναγνωστική εμπειρία.
  • Η λογοτεχνία λειτουργεί ενδυναμωτικά και παιδαγωγικά ακριβώς επειδή δεν δίνει έτοιμες οδηγίες.
  • Τα παιδιά χρειάζονται και «άχρηστα» βιβλία: αστεία, αλλόκοτα, απρόβλεπτα, ώστε να σκεφτούν ελεύθερα.

Τα παιδικά βιβλία συμπεριφοράς καταλαμβάνουν ολοένα και περισσότερο χώρο στις οικογενειακές βιβλιοθήκες και αυτό αρχίζει να προβληματίζει. Δεν πρόκειται, κατ’ ανάγκην, για κακά βιβλία. Ας το ξεκαθαρίσουμε από την αρχή. Στο παρόν κείμενο δεν μιλάμε ούτε για συγκεκριμένους τίτλους ούτε για συγκεκριμένους συγγραφείς, εικονογράφους ή εκδότες.

Ως υπόθεση εργασίας, μάλιστα, ας πούμε ότι μιλάμε για την crème de la crème του είδους: βιβλία καλογραμμένα, προσεγμένα, με ενσυναίσθηση, με θαυμάσια εικαστική προσέγγιση, συμπυκνωμένες συμβουλές και εκπαιδευτικές δράσεις, με πραγματική διάθεση να βοηθήσουν παιδιά και γονείς «να συνδεθούν» και να αντιμετωπίσουν από κοινού απλές, ή όχι και τόσο, καθημερινές προκλήσεις.

Σε τι χρησιμεύουν τα παιδικά βιβλία συμπεριφοράς;

Καταρχάς, τα παιδικά βιβλία συμπεριφοράς έχουν ουσιαστικό λόγο ύπαρξης. Η κοινωνία ωρίμασε, ξεκίνησε θεραπεία, εντόπισε τα τραύματά της και δήλωσε έτοιμη να βάλει στον δημόσιο διάλογο, έστω και μέσω της τέχνης, ορισμένα από τα ανείπωτα του παρελθόντος, τότε που κανένα βιβλίο δεν μας ξεναγούσε στα συναισθήματά μας ούτε μας εξηγούσε διεξοδικά τι είναι το bullying.

Φέρνω παράδειγμα τον εαυτό μου. Παρόλο που ανέκαθεν είχα ως ψυχοπαιδευτικό εργαλείο τη λογοτεχνία και τα ανατρεπτικά της μονοπάτια, κάθε φορά που βλέπω ένα καινούργιο καλό παιδικό βιβλίο συμπεριφοράς, το οποίο αγγίζει δική μου ευαίσθητη χορδή, πάντα κάνω τον συνειρμό σχετικά με το πώς θα με είχε βοηθήσει αν το είχα στη διάθεσή μου ως παιδί. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, με βοηθάει ως ενήλικη λειτουργώντας, μέσα από μια σύντομη αναδρομή και μια κουβεντούλα με το εσωτερικό μου παιδί, ανακουφιστικά και θεραπευτικά.

Με άλλα λόγια, τα παιδικά βιβλία συμπεριφοράς βοηθούν τα παιδιά να δώσουν όνομα σε σκέψεις και αγωνίες που τα μπλοκάρουν. Ταυτόχρονα, βοηθούν και τους γονείς, μια γενιά ενηλίκων που εν πολλοίς μεγάλωσε χωρίς να μάθει να εκφράζει τα συναισθήματά της, και τώρα ψάχνει εργαλεία για να μιλήσει στα παιδιά ανοιχτά, χωρίς αμηχανία ή φωνές, για δύσκολα ζητήματα.

Η παιδική λογοτεχνία για εμάς και τους γονείς μας…

Στο όχι και τόσο μακρινό παρελθόν, οι κοινωνίες δεν ήταν ιδιαίτερα παιδοκεντρικές, με αποτέλεσμα η ανατροφή μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα να διαφέρει ριζικά από τα σύγχρονα μοντέλα, που είναι πιο ολιστικά και ήπια, βάζοντας συχνά στο επίκεντρο το παιδί.

Παλαιότερα, τα περισσότερα παιδιά, οι γονείς μας και εμείς δηλαδή, επεξεργάζονταν τα αρνητικά συναισθήματα, τον φόβο, τη ζήλια, την απογοήτευση, τον θυμό, την αγωνία, χωρίς να τα συζητούν με τους γονείς τους. Ταυτόχρονα, διαχειρίζονταν την ένταση από τα θετικά συναισθήματα, τη χαρά, τον ενθουσιασμό, την προσμονή, πάλι χωρίς πολλές κουβέντες.

Βασικό τους εργαλείο ήταν το ελεύθερο παιχνίδι. Αλλά όχι μόνο αυτό. Με περιορισμένες εξωτερικές προσλαμβάνουσες στα μέτρα τους, πλην του επίσης αμήχανου σχολείου, όλα όσα χωρούσαν μέσα τους καθώς μεγάλωναν και δυσκολεύονταν περνούσαν μέσα από τα φίλτρα της παιδικής λογοτεχνίας, των κόμικς συμπεριλαμβανομένων.

Ιδιαίτερα τα κόμικς έφταναν στα χέρια σχεδόν όλων των παιδιών. Από τον ταπεινό Μίκυ Μάους και τα franchise του μέχρι τον Ποπάι και τον Μπλεκ, από τις πιο ψαγμένες επιλογές, όπως Αστερίξ ή Τεν Τεν ή κάποιο Κλασσικό Εικονογραφημένο της Ατλαντίδας, μέχρι τη manga Κάντι Κάντι και τις εικονογραφημένες ιστορίες σε συνέχειες στη Βαβούρα, στη Μανίνα, στην Κατερίνα ή στο Αγόρι… Μα και οι ενήλικοι γύρω μας διάβαζαν. Τουλάχιστον εφημερίδες και περιοδικά ποικίλης ύλης υπήρχαν σε κάθε σπίτι.

Παιδικά βιβλία υπήρχαν. Υπήρχαν και must read, σχεδόν κοινά για όλους μας. Διαβάζαμε ό,τι υπήρχε διαθέσιμο, με το περίπτερο να αποτελεί κύριο χώρο αναζήτησης. Γιατί η ανάγνωση έμοιαζε πιο δεδομένη, ήταν συνήθεια, ίσως και αυτοσκοπός, ενταγμένη αβίαστα και χωρίς διδακτισμούς στην κουλτούρα της εποχής. Γιατί ζούσαμε τη γλυκιά αναμονή μέχρι το επόμενο βιβλίο μιας σειράς ή το επόμενο τεύχος. Μετρούσαμε μέρες, ώρες και είχε πλάκα. Σήμερα, πάλι, τα παιδιά μας δεν έχουν καθόλου υπομονή, οπότε πρέπει να χρησιμοποιήσουμε ένα βιβλίο συμπεριφοράς, για να την καλλιεργήσουμε.

Πού βρίσκεται σήμερα η παιδική λογοτεχνία;

Το πρόβλημα αρχίζει όταν το παιδί έχει στη διάθεσή του προς ανάγνωση μόνο βιβλία-εργαλεία, ακόμα κι αν αυτά είναι ντυμένα με λογοτεχνικό μανδύα. Όταν, μέσα στη ραγδαία αύξηση των παιδικών τίτλων, η καθαρή παιδική λογοτεχνία μειώνεται σταθερά, γιατί δεν υπάρχει ζήτηση.

Μέσα στη σύγχρονη πολιτισμική βιομηχανία της συναισθηματικής διαχείρησης, οι γονείς ξεχνούν ή δεν μαθαίνουν ποτέ τη δύναμη της ατόφυας λογοτεχνίας, που ξεναγεί στην ανθρώπινη ψυχοσύνθεση και δίνει ανοιχτές ερμηνείες μέσα από την αφήγηση. Όταν οι οικογένειες αναζητούν βιβλία κομμένα και ραμμένα στα μέτρα τους για να «σωθούν».

Με άλλα λόγια, οι περισσότεροι γονείς δεν επιλέγουν παιδικά βιβλία με κριτήριο τη γλώσσα, την αφήγηση, την πλοκή, τη θεματολογία, την εικονογράφηση και τα ενδιαφέροντα του παιδιού τους, αλλά τίτλους που υπόσχονται διαχείριση οικογενειακών προβλημάτων

Σήμερα, όταν ένα παιδικό βιβλίο δεν δηλώνει ρητά, ήδη από το εξώφυλλο, τον τρόπο με τον οποίο θα «βοηθήσει» το παιδί, τι ακριβώς θα του μάθει, ποια συναισθήματα θα του γεννήσει και ποιες δυσκολίες θα του λύσει, απορρίπτεται από τους ενήλικους ως μη χρήσιμο, δηλαδή… άχρηστο..

Παιδικά βιβλία συμπεριφοράς ή λογοτεχνία;

Τα παιδικά βιβλία συμπεριφοράς συχνά παρουσιάζονται με λογοτεχνικό περίβλημα. Έχουν ήρωες, εικόνες, σύντομες ιστορίες, τρυφερές φράσεις, ίσως και μια επίφαση λογοτεχνικότητας. Στο παιδί προτείνονται ως «παραμύθια», ενώ στην πραγματικότητα προορίζονται να ρυθμίσουν κάτι, το οποίο δεν μπορεί να διαχειριστεί ο ενήλικος με τα λόγια και τις πράξεις του. Αν τα παιδιά διαβάζουν κείμενα επιλεγμένα από γονείς ως λυσάρια των προβληματισμών τους, παρανοούν την ουσία του εξωσχολικού βιβλίου, την ελευθερία και την αισθητική απόλαυση.

Ας στρέψουμε το βλέμμα στα παιδιά που δεν τα πηγαίνουν οι γονείς στο βιβλιοπωλείο για να τα αφήσουν να χαζέψουν, να πιάσουν, να βαρεθούν, να γελάσουν, να διαλέξουν κάτι εντελώς απρόβλεπτο. Στα παιδιά που δεν τους αγοράζουν συχνά αστεία, παράξενα, ακατανόητα, «άχρηστα» βιβλία, χωρίς προφανές μήνυμα και χωρίς ειδικό σκοπό. Στα παιδιά που μαθαίνουν σταδιακά ότι τα παιδικά βιβλία μιλούν για τον θυμό τους, τη ζήλια τους, το μοίρασμα, τον ύπνο, την άρνηση, και εν γένει τη δυσκολία τους να συνεργαστούν.

Το βιβλίο, λοιπόν, παύει να σημαίνει απόλαυση, εκπλήξεις, ανατροπές, περιπλάνηση στη φαντασία, γλωσσικά παιχνίδια, ταξίδια στα πιο απίθανα μέρη. Από εμπειρία χαράς, δημιουργικότητας και ενδυνάμωσης, μετατρέπεται σε οδηγό συναισθημάτων και συμπεριφοράς. Μόνο που η συμπεριφορά χτίζεται μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις, την καθημερινότητα, τις αντοχές και τη συνύπαρξη με ουσία.

Ένα βιβλίο μπορεί να ανοίξει τον δρόμο ή να χρησιμοποιηθεί ως αφορμή για συζήτηση και εξέλιξη. Οι γονείς χρειάζεται να μπορούν να μιλήσουν, να ακούσουν, να συγκρουστούν, να ζητήσουν συγγνώμη, να αντέξουν τη δυσφορία του παιδιού, μέσα στις μοναδικές συνθήκες της δικής τους μοναδικής οικογένειας, και χωρίς βιβλία.

Έτοιμες λύσεις διά πάσαν νόσον…

Σήμερα, υπάρχουν φροντιστές που καταφεύγουν αποκλειστικά σε έτοιμες λύσεις, τύπου θέλω «ένα βιβλίο για το παιδί που δεν τρώει αγγούρι» ή «ένα βιβλίο όπου ψόφησε ο παπαγάλος του παιδιού, δεν μου κάνει αυτό όπου ψόφησε το χάμστερ» ή «ένα βιβλίο για το κόψιμο της πάνας, χωρίς να περάσουμε από γιογιό. Να έχει δηλαδή σκαλάκια όπου θα ανεβαίνει το παιδί στη λεκάνη των ενηλίκων». Επιλέγουν, λοιπόν, βιβλία με βάση τις δικές τους ανασφάλειες και ταυτίσεις, με βάση τις δικές τους πεποιθήσεις και τραύματα.

Με τον τρόπο αυτό, εντελώς άθελά τους, κανείς δεν αμφισβητεί ούτε κρίνει τις καλές προθέσεις τους, μειώνουν τις πιθανότητες να επέλθει η άμεση «βελτίωση της συμπεριφοράς» που αναμένουν μετά τη χρήση του βιβλίου, καθώς δεν θα είναι ενταγμένη φυσικά μέσα στην αφήγηση, αλλά θα είναι η βάση γύρω από την οποία χτίζεται επιτηδευμένα η αφήγηση.

Αν οι γονείς επιλέγουν, χωρίς ισορροπία ανάμεσα στα είδη, σχεδόν αποκλειστικά παιδικά βιβλία συμπεριφοράς, διώχνουν το παιδί μακριά από το εξωσχολικό βιβλίο, ιδιαίτερα κατά την πρώτη σχολική ηλικία, όταν αρχίζει η αυτονόμηση της πορείας του ως αναγνώστη.

Ένα παιδί που έχει αντιληφθεί το βιβλίο πρώτα ως εργαλείο ενός δυσκολεμένου γονέα να αντιμετωπίσει την ανατροφή, δεν μπορεί να το εκμεταλλευτεί ούτε ως μέσο διασκέδασης, χαλάρωσης, γνώσης και ωρίμασης ούτε ως ανακουφιστικό καταφύγιο από την πραγματικότητα. Για τα μικρά παιδιά, η αποκλειστική ενασχόληση με βιβλία συμπεριφοράς μπορεί να έχει αντίθετα από τα αναμενόμενα ή μάλλον από τα ευκταία αποτελέσματα, διαλύοντας τις υγιείς αναγνωστικές συνήθειες πριν καν προλάβουν να σχηματιστούν.

Η λογοτεχνία ως ελευθερία

Η καλή λογοτεχνία έχει βαθιά ψυχική και πνευματική επίδραση στον άνθρωπο, ακριβώς επειδή δεν χωράει σε κουτάκια ούτε συνοδεύεται από οδηγίες χρήσης. Δεν απαιτεί να συμμορφωθούμε σε κοινωνικούς κανόνες ούτε να αναγνωρίσουμε υποχρεωτικά μέσα της τον εαυτό και τις προσωπικές ανησυχίες.

Οι ταυτίσεις δεν είναι επιβεβλημένες ούτε κατευθυνόμενες. Προκύπτουν με φυσικότητα και διαφέρουν ανάλογα με τον αναγνώστη, τη στιγμή, το περιβάλλον του, τις εμπειρίες του, τις ασυνείδητες ανάγκες του και κάμποσους άλλους αστάθμητους παράγοντες.

Η καλή λογοτεχνία ανοίγει άκοπα και διάπλατα, χωρίς διαμεσολαβήσεις και κατευθυντήριες οδηγίες, την πόρτα σε φανταστικά σύμπαντα, από τα οποία ο αναγνώστης επιστρέφει κάθε φορά διαφορετικός, χωρίς κανείς να του έχει υποδείξει όσα χρειάζεται να κερδίσει μέσα από την ανάγνωση. Αυτή η ελευθερία είναι εκ των ων ουκ άνευ για την ίδια την αναγνωστική εμπειρία και δεν έχει ηλικιακό πρόσημο.

Να καταργήσουμε τα βιβλία συμπεριφοράς;

Όχι βέβαια. Κανείς δεν θέλει να πάψουν να γράφονται ή να εκδίδονται προσεγμένα παιδικά βιβλία συμπεριφοράς. Πολλά είναι αριστουργήματα, ενώ πλέον αποτελούν τον κινητήριο μοχλό της συγκεκριμένης αγοράς. Οι γονείς τα ζητούν, οι εκπαιδευτικοί τα χρειάζονται, τα παιδιά βοηθιούνται.

Όμως, υπάρχουν περιορισμοί. Τα τελευταία χρόνια συχνά συναντάμε βιβλία που ανακυκλώνουν τα ίδια ζητήματα, χωρίς κάποια καινούργια εκπαιδευτική, κειμενική ή εικαστική πρόταση. Τα ράφια και οι προθήκες έχουν γεμίσει από βιβλία-συνταγές που υπερκαλύπτουν την ανάγκη της αγοράς. Υπάρχει ήδη μεγάλη ποικιλία. Η υπερπαραγωγή τους κουράζει και ίσως βλάπτει.

Ταυτόχρονα, τα παραμύθια και η παιδική λογοτεχνία με την πιο κλασική τους έννοια έχουν λιγότερη ζήτηση, επομένως σε αυτά η παραγωγή περιορίζεται. Είναι δύσκολο σήμερα να εντοπίσεις αμιγώς παραμυθένια βιβλία μέσα στις εκδόσεις για μικρά παιδιά.

Αντίστοιχα, οι δημιουργοί δεν βασίζονται πάντα σε πηγαία έμπνευση, αλλά αποφασίζουν να γράψουν για κάτι, είτε επειδή τους απασχολεί προσωπικά είτε επειδή υπάρχει ζήτηση από το κοινό είτε επειδή τους το ζητά κάποιος εκδότης. Σε λίγο, ίσως δεν θα γράφει σχεδόν κανείς παραμύθια και λογοτεχνικές ιστορίες.

Εκτός από τις οθόνες, καταχρώμαστε και τα παιδικά βιβλία συμπεριφοράς. Αν μπουκώνουμε εξ απαλών ονύχων τα παιδιά με βιβλία που ανακουφίζουν ή βοηθούν πρακτικά, χωρίς να τους προσφέρουμε τουλάχιστον ισόποσα και άλλα είδη, τότε κινδυνεύουν να συνδέσουν την ανάγνωση με το γονεϊκό άγχος, τις δικές τους μη περαιτέρω «ανεκτές» συμπεριφορές και με κάθε ενδοοικογενειακή αναστάτωση. Σαν να είναι ένα εργαλείο «διόρθωσης» των κακώς κειμένων με όμορφο αμπαλάζ, το οποίο επιλέγουν και προσφέρουν οι γονείς ως δώρο στο οποίο προβάλλονται οι δικές τους ανησυχίες.

Ανάγνωση=ελευθερία

Τα παιδιά σήμερα δυσκολεύονται να χτίσουν αναγνωστικές δεξιότητες, ενώ οι ήδη κεκτημένες παρουσιάζουν ραγδαία επιδείνωση. Οι αιτίες είναι πολλές, αρκετές ακόμα διερευνώνται, και οι συνθήκες δεν ευνοούν ακόμα κάποια ριζοσπαστική κοινωνική και εκπαιδευτική μεταβολή που θα φρενάρει αυτή την ανησυχητική πραγματικότητα.

Αν το εξωσχολικό βιβλίο ταυτίζεται υποσυνείδητα με μια προσπάθεια ελέγχου διαχείρισης του εαυτού τους από τους γονείς, σύντομα κουράζονται και αντιδρούν. Συνήθως, αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο και το λογοτεχνικό βιβλίο. Το απορρίπτουν, πριν καν το γνωρίσουν. Χωρίς καμία απολύτως περιέργεια.

Πώς θα μπορέσουν, λοιπόν, να βιώσουν τη δύναμη της αυθεντικής λογοτεχνίας, που πρώτα συνεπαίρνει και έπειτα, εντελώς αθόρυβα, εκπαιδεύει τη σκέψη, γαληνεύει τα πάθη και καθαίρει την ψυχή; Δεν πρέπει να στερηθούν τις ευεργετικές της ιδιότητες, γνωστικές και συναισθηματικές.

Ούτε τον αυθορμητισμό και την περιέργεια που γεννά μια συνταρακτική ιστορία που μοιράζεται με το κοινό ένας δεινός αφηγητής με τρόπο αναπάντεχο και συναρπαστικό. Γιατί, αν σε μια εποχή όπου το βιβλίο δοκιμάζεται ήδη από τις οθόνες, τα παιδιά το εισπράττουν κατά κύριο λόγο ως εργαλείο μάθησης και διόρθωσής τους, χάνει την παιδαγωγική ουσία του ως τόπου απόλυτης ελευθερίας.

Ας μη γίνουν, λοιπόν, τα παιδικά βιβλία συμπεριφοράς τα μόνα βιβλία που μπαίνουν στο σπίτι. Ας μη θεωρηθούν πανάκεια για κάθε μικρή ή μεγαλύτερη δυσκολία που βιώνει η οικογένεια. Είναι χρήσιμα, αλλά όχι πάντα, όχι για όλους, όχι με τον ίδιο τρόπο. Ας φέρουμε ξανά στη μόδα τις αυθόρμητες λογοτεχνικές αφηγήσεις. Λείπουν.

Υ.Γ. Βιβλία γνώσεων

Στο κείμενο αυτό εξετάζω τα βιβλία γνώσεων, που πάντα υπήρχαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν. Ένα παιδί που αγαπά τα ζώα, τους δεινόσαυρους, το διάστημα, τα ηφαίστεια, τα αεροπλάνα, το ανθρώπινο σώμα ή την ιστορία έχει κάθε λόγο να στραφεί σε βιβλία γνώσεων και να μάθει μέσα από αυτά. Η λειτουργία τους, όμως, είναι ξεκάθαρη. Δεν εμφανίζονται ως λογοτεχνία ούτε υπόσχονται ότι θα διορθώσουν συμπεριφορές μέσα από αφηγήσεις. Προσφέρουν πληροφορίες, εξηγήσεις και, πολύ συχνά, ουσιαστική γνώση με ρηξικέλευθους τρόπους.