Highlights
- Οι «Πέντε Φίλοι» επιστρέφουν σε νέες εκδόσεις που απευθύνονται και στα παιδιά που δεν γνωρίζουν ακόμη τον κόσμο της Enid Blyton.
- Η κλασική σειρά, τα graphic novels και οι σύντομες εικονογραφημένες ιστορίες δίνουν διαφορετικούς δρόμους εισόδου στην ίδια αναγνωστική περιπέτεια.
- Η δύναμη της Blyton παραμένει η πλοκή: μυστήριο, παρέα, εξοχή, ελευθερία και η αγωνία της επόμενης σελίδας.
- Τα βιβλία της χρειάζονται σήμερα κριτική ανάγνωση, γιατί κουβαλούν ταξικές, έμφυλες και ρατσιστικές αντιλήψεις της εποχής τους.
- Η επιστροφή τους έχει νόημα όταν δεν μένει στη νοσταλγία των ενηλίκων, αλλά βοηθά τα παιδιά να γνωρίσουν την περιπέτεια με καθαρή συνοδεία από τους μεγάλους.
Για όσους μεγαλώσαμε με τα βιβλία της Enid Blyton «Οι Πέντε Φίλοι», οι Εκδόσεις Gutenberg είναι κομμάτι της αναγνωστικής μας μνήμης. Από εκεί κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά στα ελληνικά και ανεβοκατέβαιναν καθημερινά στις παιδικές βιβλιοθήκες, ανταλλάσσονταν μεταξύ φίλων, διαβάζονταν τα Σαββατοκύριακα και ξαναδιαβάζονταν στις διακοπές. Ήταν μόνιμοι συνοδοί των παιδιών δημοτικού που γοητευόταν από απίστευτες ιστορίες με νησιά, ερειπωμένα σπίτια, κάστρα, απαγωγές, διαρρήξεις, θησαυρούς, παράξενα αντικείμενα, μυστικά περάσματα και φυσικά πολλούς υπόπτους!
Η πρώτη περιπέτεια της σειράς, το Five on a Treasure Island (Οι Πέντε Φίλοι στο Νησί των Θησαυρών) κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1942 και άνοιξε έναν κύκλο που έφτασε τα 21 βιβλία, με ένα νέο μυθιστόρημα να εκδίδεται σχεδόν κάθε χρόνο έως το 1963. Σήμερα, οι εκδόσεις Gutenberg επαναφέρουν τους «Πέντε Φίλους» στις παιδικές αναγνωστικές λίστες, με περισσότερους από έναν τρόπους.

Οι Πέντε Φίλοι και σε νέες μορφές
Η ολοκληρωμένη, κλασική σειρά των 21 τόμων παραμένει πάντα διαθέσιμη, με τις γνωστές περιπέτειες του Τζούλιαν, του Ντικ, της Άννας, της Τζορτζ και του Τίμι. Όμως, πλέον συνυπάρχει με δύο τίτλους σε μορφή graphic novel, Οι Πέντε Φίλοι στο Νησί των Θησαυρών και Οι Πέντε Φίλοι Πάλι σε Περιπέτεια, σε μετάφραση Άγγελου Αγγελίδη και Μαρίας Αγγελίδου, με προσαρμογή του Nataël και εικονογράφηση του Béja. Τα δύο graphic novels βασίζονται στα δύο πρώτα βιβλία της σειράς, σε διασκευή της Hachette/Hachette Comics και κυκλοφόρησαν ως επετειακές εκδόσεις, 80 χρόνια μετά την πρώτη δημοσίευση.
Αξίζει να σημειωθεί πως ο ιστορικός γαλλικός εκδοτικός οίκος έχει δημιουργήσει μια παράδοση στην ευρωπαϊκή αγορά, μεταφέροντας κλασικά έργα της αγγλοσαξονικής παιδικής λογοτεχνίας στη φόρμα των BD/Graphic Novels, ώστε να συστήσει ξανά ήρωες και ιστορίες μέσα από μια εικαστική αφηγηματική γλώσσα. Στη Γαλλία, παραδοσιακά η Bande Dessinée δεν αντιμετωπίζεται ως κατώτερη μορφή λογοτεχνίας, αλλά ως αυτόνομη αφηγηματική γλώσσα.
Παράλληλα, κυκλοφορούν και τρεις μικρότερες εικονογραφημένες ιστορίες, Τα μαλλιά της Τζορτζ έχουν παραμακρύνει, Ο γερο-Τίμι και Οι Πέντε και η Περιπέτεια του Σαββατοκύριακου, επίσης σε μετάφραση Άγγελου Αγγελίδη και Μαρίας Αγγελίδου. Αυτές δεν αποτελούν σύγχρονες διασκευές ούτε συμπτύξεις των αυθεντικών μυθιστορημάτων, αλλά αυθεντικά, αυτοτελή διηγήματα που είχε γράψει η ίδια η Blyton τη δεκαετία του ’40 και του ’50, για περιοδικά και ειδικές εκδόσεις της εποχής. Ο βρετανικός εκδοτικός οίκος Hodder Children’s Books τις επανέκδωσε στην αγγλική γλώσσα, επενδύοντάς τες με τη μοντέρνα, γεμάτη κίνηση εικονογράφηση του Jamie Littler.
Η εκδοτική αυτή κίνηση έχει ενδιαφέρον, γιατί δεν αντιμετωπίζει το έργο της Blyton ως παρωχημένο ανάγνωσμα, που απλώς κάνει τους γονείς να νοσταλγούν την παιδική τους ηλικία. Το συστήνει στις νέες γενιές παιδιών μέσα από διαφορετικές φόρμες και διαφορετικό βαθμό δυσκολίας. Αλλιώς λειτουργεί ένα κλασικό μυθιστόρημα, με την περιπέτεια στην πλήρη έκτασή της. Αλλιώς λειτουργεί ένα graphic novel, όπου η αφήγηση οργανώνεται εν πολλοίς γύρω από την εικόνα. Και τέλος, αλλιώς λειτουργεί η σύντομη εικονογραφημένη ιστορία, που απευθύνεται σε παιδιά τα οποία μπορούν να μπουν στον κόσμο των «Πέντε Φίλων» χωρίς να ξεκινήσουν αμέσως από ένα μεγαλύτερο βιβλίο.
Η ανάγκη για πολυτροπικές και μικρότερες φόρμες εγγράφεται οργανικά σε μια ευρύτερη εκδοτική τάση που παρατηρείται έντονα τα τελευταία χρόνια και προκρίνει την απλοποίηση της γλώσσας και τη μείωση της κειμενικής έκτασης. Η τάση αυτή συχνά αντιμετωπίζεται με σκεπτικισμό, ως μια εύκολη συνθηκολόγηση απέναντι στη φθίνουσα αναγνωστική ικανότητα των παιδιών της ψηφιακής εποχής. Ισχύει, αλλά όχι πάντα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, ας τα αντιμετωπίσουμε ως μια σύγχρονη εισαγωγή στον κόσμο των αυθεντικών βιβλίων. Ας τα αντιληφθούμε ως γέφυρα που διευκολύνει την πρόσβαση των παιδιών στην πλοκή, χωρίς να ακυρώνει ή να υποκαθιστά την αναγνωστική άσκηση και τη λογοτεχνική απόλαυση των πρωτότυπων αφηγήσεων σε μεταγενέστερο στάδιο.
Ποιοι είναι οι Πέντε Φίλοι;
Στον πυρήνα των ιστοριών, βέβαια, παραμένουν οι ίδιοι πρωταγωνιστές, μέσα από τις παλιές περιπέτειες. Τρία αδέλφια πηγαίνουν στο Κιρίν, συναντούν την ξαδέλφη τους, την Τζορτζ, και μαζί με τον σκύλο της, τον Τίμι, μπλέκουν σε ιστορίες όπου οι μεγάλοι είτε απουσιάζουν είτε δεν καταλαβαίνουν εγκαίρως τι συμβαίνει.
Τα παιδιά παρατηρούν, υποψιάζονται, ψάχνουν, κρύβονται, κάνουν λάθη, φοβούνται, δοκιμάζουν ξανά και πάντα φτάνουν στη λύση, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Η Blyton ήξερε καλά πώς να στήνει ένα μυστήριο και να δίνει στα παιδιά, χωρίς λογοτεχνική πολυπλοκότητα, εκείνο που συχνά (ξεχνάμε ότι) αποζητούν από τα βιβλία: την αίσθηση ότι μπορούν να κινηθούν μέσα στην ιστορία μόνα τους, να ταυτιστούν και να προχωρήσουν μαζί με τους ήρωες.
Αυτό εξηγεί και τη διάρκεια της επιτυχίας της σειράς. Οι «Πέντε Φίλοι» στηρίζονται στη δράση, στην παρέα, στην εξοχή ως τόπο δράσης, στην ελευθερία των διακοπών και στην ιδέα ότι η παιδική περιέργεια μπορεί να αποδειχθεί πιο εύστοχη από κάθε ενήλικη βεβαιότητα. Για τα παιδιά δημοτικού, τα προηγούμενα προσφέρουν ένα ισχυρό αναγνωστικό δέλεαρ.
Τα προβλήματα των κειμένων της Enid Blyton
Από την άλλη, το πρωτότυπο έργο της Blyton δεν μπορεί να διαβαστεί σήμερα χωρίς να προηγηθεί μια σύντομη εισαγωγή στο παιδί. Από την πλευρά των ενηλίκων απαιτείται επίγνωση για όσα μπορεί να χρειαστεί να εξηγηθούν. Τα βιβλία δέχονται κριτική για τις ταξικές, ρατσιστικές και έμφυλες αντιλήψεις που φέρουν, ενώ η δημόσια συζήτηση γύρω από το όνομά της περιστρέφεται γύρω από αυτή τη διπλή της εικόνα: μια ικανότατη στο σκάρωμα πλοκής αφηγήτρια, που οδήγησε αναρίθμητα παιδιά να γίνουν αναγνώστες, αλλά και μια συγγραφέας της οποίας το έργο φέρει στερεοτυπικές αντιλήψεις και εν γένει στρεβλές πεποιθήσεις, που σήμερα δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητες.
Αξίζει να υπενθυμίσουμε ότι οι αντιδράσεις απέναντι στο έργο της Blyton δεν αποτελούν όψιμο φαινόμενο της σύγχρονης πολιτικής ορθότητας. Ήδη από τις δεκαετίες του ’50 και ’60, το BBC είχε επιβάλει ένα άτυπο εμπάργκο στα βιβλία της λόγω «λογοτεχνικής ισχνότητας», ενώ υπάρχουν αναφορές για βιβλιοθήκες που απέφευγαν να αγοράζουν ή να προβάλλουν τα βιβλία της.
Η σύγχρονη κριτική εστιάζει στον έντονο ταξικό ελιτισμό της, όπου οι εργάτες, οι οικονομικά αδύναμοι, οι άποροι ή άλλοι χαρακτήρες με ιδιαιτερότητες παρουσιάζονται στερεοτυπικά ως ύποπτοι ή γραφικοί, καθώς και στις προβληματικές έμφυλες ισορροπίες, με την Άννα να εγκλωβίζεται στη φροντίδα και στο νοικοκυριό και την Τζορτζ να κερδίζει ελευθερία και σεβασμό καθώς απομακρύνεται από ό,τι αναγνωρίζεται ως συμβατικά κοριτσίστικο.
Κι όμως, η Τζορτζ της συντηρητικής Blyton μπορεί σήμερα να διαβαστεί ως παιδί που αρνείται τον στενό έμφυλο ρόλο του. Εδώ υπάρχει ένα συναρπαστικό λογοτεχνικό παράδοξο, καθώς μια βαθιά συντηρητική συγγραφέας δημιούργησε μια ριζοσπαστική φιγούρα παιδιού. Η Τζορτζ ίσως υπερβαίνει τελικά τις προθέσεις της δημιουργού της, προσφέροντας στα σύγχρονα παιδιά ένα πρώιμο, αναπάντεχο πρότυπο έμφυλης ανεξαρτησίας.
Το 2010, όταν ο Hodder επιχείρησε μια εκτενή γλωσσική «εξομάλυνση» των κειμένων, αντικαθιστώντας απαρχαιωμένες εκφράσεις, βρέθηκε αντιμέτωπος με σφοδρή αντίδραση από μερίδα του κοινού που υπεραμύνθηκε της ιστορικής αυθεντικότητας, με αποτέλεσμα να αποσύρει κάποιες από τις αλλαγές. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι σημερινοί κάτοχοι των δικαιωμάτων της αναγνωρίζουν την ανάγκη εκδοτικού ελέγχου: τα βιβλία διατηρούν το σύμπαν της εποχής τους, αλλά αποφεύγονται όροι που πλέον θεωρούνται προσβλητικοί ή ακατάλληλοι.
Η υπόθεση αυτή δείχνει και το όριο της εκδοτικής εξομάλυνσης: άλλο η απομάκρυνση λέξεων που προσβάλλουν και πλέον δεν είναι αποδεκτές, και άλλο η γενικευμένη απλούστευση μιας παλιάς γλώσσας – λες και τα παιδιά δεν μπορούν να διαβάσουν κάτι που δεν μοιάζει απολύτως με το σήμερα.

Τι έχει να πει η Blyton στα παιδιά σήμερα;
Φυσικά, η έκδοση των νέων βιβλίων των «Πέντε Φίλων» έχει νόημα πέραν της νοσταλγίας ημών των ενηλίκων. Τα πιο μικρά παιδιά θα χαρούν το μυστήριο, το νησί, την παρέα, τον σκύλο, τις κρυψώνες, τους χάρτες, το πολύ και καλό φαγητό – τα συγκεκριμένα βιβλία, χωρίς καμία πλάκα, ανοίγουν την όρεξη– και κάθε άλλη ένδειξη μυστηρίου και περιπέτειας, και μπορούν να περάσουν στο μεγάλο κείμενο με λαχτάρα, γνωρίζοντας ήδη ορισμένους από τους κώδικές του. Όσοι, πάλι, μεγαλώσαμε με τα βιβλία της Blyton, μπορούμε να θυμηθούμε πόσο αγαπήσαμε κάποτε το έργο της, αναγνωρίζοντας φυσικά και το ακανθώδες ζήτημα των ιδεολογικών και κοινωνικών διαφορών.
Χωρίς αυτό να αναιρεί την κριτική, να σημειώσω εδώ πως, μολονότι ήμουν φανατική αναγνώστρια της Blyton – μέσα από τους «Πέντε Φίλους», τους «Μυστικούς Επτά» και «Τα Πέντε Λαγωνικά», που κυκλοφορούσαν επίσης από τον Gutenberg, και το εξάτομο «Κολλέγιο του Σαιντ Κλαιρ», από τις Εκδόσεις Γεμεντζόπουλος –, οι συντηρητικές θέσεις της ίσως με ξένιζαν, μα δεν με ακουμπούσαν.
Είχα αναπτύξει μια αναγνωστική άμυνα, γιατί με ενδιέφερε κάτι εντελώς διαφορετικό από την ιδεολογία που έκρυβαν: να προχωρήσω τις ιστορίες και να φτάσω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα στην εκάστοτε λύση που έδινε η συγγραφέας στο τέλος. Αυτό που αγαπούσα ήταν η αίσθηση ελευθερίας που έφεραν οι μικροί ήρωες και ηρωίδες, και ο τρόπος με τον οποίον σχετίζονταν, καθώς ζούσαν συναρπαστικές καταστάσεις. Δεν τα χόρταινα. Νομίζω ότι αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος να επιστρέφουμε σήμερα στην Blyton: έχουν αλλάξει πολλά από τότε που γράφτηκαν τα βιβλία της, αλλά όχι η επιθυμία να μάθουμε τι μας περιμένει στην επόμενη σελίδα.
Οι νέες εκδόσεις του Gutenberg δίνουν στα παιδιά την ευκαιρία να γνωρίσουν τη συγγραφέα, χωρίς προσκρούσεις στις πιο παρωχημένες πλευρές του πρωτογενούς υλικού. Η Blyton δεν πρέπει να απορριφθεί μηχανικά ως ξεπερασμένη, γιατί είναι εκπληκτική στην αφήγησή της. Η αναγνωστική δύναμη του storytelling κρύβεται στις γεμάτες περιπέτεια και φαντασία ιστορίες της, στις παρέες των παιδιών και στην επιθυμία τους να λύσουν κάθε μυστήριο πριν προλάβουν οι μεγάλοι να το καταλάβουν. Η απλότητα που κουβαλούν λόγω εποχής λείπει από τα σύγχρονα παιδιά. Χρειάζεται να τη γνωρίσουν, μήπως τη διεκδικήσουν. Χρειάζεται να τη θυμηθούμε, μήπως αναπλαισιώσουμε επί το βέλτιον την παιδική ηλικία.





