Βασιλική Νίκα Οδηγός για νέους εκπαιδευτικούς

Οδηγός για νέους εκπαιδευτικούς – Πρακτικές συμβουλές και εμπειρίες από τη Βασιλική Νίκα

Η Βασιλική Νίκα αποφάσισε τι θα γινόταν όταν θα μεγάλωνε στα πέντε της. Έχει εργαστεί για είκοσι χρόνια ως δασκάλα και για άλλα δέκα ως διευθύντρια. Εδώ και έναν χρόνο, μετατάχθηκε στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου υπηρετεί ως μέλος Ε.ΔΙ.Π. και διδάσκει στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης ΕΚΠΑ.

Η πρώτη φορά που μπήκε στην τάξη ως δασκάλα ήταν σε μια πρώτη δημοτικού ενός ιδιωτικού σχολείου, μετά την έναρξη της χρονιάς. Από τη χαρά και την αγωνία της, δεν κοιμήθηκε την προηγούμενη. Το πρωί πήγε αχάραγα στο σχολείο, τελείωσε η προσευχή, της έδειξαν την τάξη και… έπεσε στα βαθιά!

Χρόνια αργότερα, η Βασιλική Νίκα βοηθάει ως μέντορας τους συναδέλφους της στα πρώτα τους βήματα, μέσα από τον Οδηγό για νέους εκπαιδευτικούς (Εκδόσεις Πατάκη). Με αυτή την αφορμή, κάναμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση, που δεν αφορά μόνο εκπαιδευτικούς, αλλά και γονείς.

Βάσω Νίκα Οδηγός για νέους εκπαιδευτικούς

Πώς είχες την ιδέα για τη συγγραφή αυτού του οδηγού;

Ως νεοδιόριστη, ήμουν τυχερή όταν δίδασκα κοντά σε εμπειρότερους συναδέλφους, που έλυναν τις απορίες μου. Πέρασαν αρκετά χρόνια και έκανα πάρα πολλά λάθη μέχρι να μπορώ να ανταποκριθώ, όχι τόσο στις διδακτικές μου υποχρεώσεις, όσο σε όλα τα υπόλοιπα. Όταν έγινα διευθύντρια, γνώρισα ένα άλλο σχολείο. Πολλοί νέοι συνάδελφοι έφταναν ως αναπληρωτές και δεν προλαβαίναμε να πούμε τα βασικά. Έπρεπε να μπουν αμέσως στην τάξη, να διδάξουν, να διαχειριστούν προβλήματα, να βρουν τα πατήματά τους. Σημείωνα πράγματα που εκτιμούσα ότι θα τους ήταν χρήσιμα, βρίσκαμε (δύσκολα) χρόνο και ηρεμία να τα συζητήσουμε. Ήθελα να νιώθουν ότι έχουν φροντίδα και να παίρνουν απαντήσεις στις ερωτήσεις που διαρκώς προέκυπταν. Όταν έφυγα από την πρωτοβάθμια, είπα μέσα μου «αφού δεν πρόλαβα να τα πω όπως ήθελα, ας τα γράψω». Κι έτσι προέκυψε το βιβλίο.

Θεωρείς ότι οι ώρες πρακτικής των φοιτητών παιδαγωγικής στα σχολεία είναι αρκετές για τον νέο δάσκαλο;

Οι ώρες πρακτικής αφορούν τη διδασκαλία. Όμως, το σχολείο είναι και πολλά άλλα: ισορροπίες με τους συναδέλφους, επικοινωνία με τους γονείς, διοικητική ιεραρχία… Αυτό είναι δύσκολο να διδαχθεί στα πανεπιστήμια ή να το βιώσουν οι φοιτητές στο σχολείο όπου κάνουν την πρακτική τους, έχοντας ταυτόχρονα το άγχος να πάνε καλά στις διδασκαλίες τους.

Για να λειτουργήσει ομαλά ένα σχολείο είναι απαραίτητες οι καλές σχέσεις μεταξύ των διδασκόντων και η στάση της διεύθυνσης. Θα ήθελα το σχόλιό σου για τις ισορροπίες που πρέπει να τηρούνται και για τυχόν λειτουργικά προβλήματα εξαιτίας κακών διαπροσωπικών σχέσεων.

Οι σχέσεις μεταξύ των συναδέλφων έχουν αλλάξει. Πριν από τριάντα χρόνια στο δημοτικό υπηρετούσαν κατά βάση δάσκαλοι και ελάχιστοι εκπαιδευτικοί ειδικοτήτων, γυμναστές και αγγλικών στην αρχή. Μετά, μπήκαν άλλα αντικείμενα, με τους αντίστοιχους εκπαιδευτικούς. Όμως, οι περισσότεροι δεν υπηρετούν σε ένα, αλλά σε τέσσερα ή και πέντε σχολεία.
Πώς όλοι αυτοί οι άνθρωποι να δημιουργήσουν καλές διαπροσωπικές σχέσεις στη δουλειά όταν τρέχουν διαρκώς για να προλάβουν; Και πώς οι άλλοι, που είναι όλες τις μέρες και τις ώρες στο σχολείο, να μη θεωρήσουν ότι τους «ανήκει» λίγο περισσότερο; Πάνε περίπατο οι ισορροπίες, παρά την καλή διάθεση. Το σχολείο μοιάζει με ένα καράβι που πρέπει να φτάσει στον προορισμό του. Αν ο καθένας από το «πλήρωμα» κάνει ό,τι θέλει, το καράβι –αν δεν βουλιάξει– δεν θα πάει πουθενά. Είναι ανάγκη, ειδικά σε περιπτώσεις κρίσης, να αναγνωρίζουμε έναν «καπετάνιο» που θα πάρει αποφάσεις τις δύσκολες ώρες και να συνεργαζόμαστε με τους υπόλοιπους, ώστε να περάσουμε τους πολλούς «κάβους» που μας περιμένουν στο ταξίδι.

Δεν μπορούμε να αναλύσουμε εδώ, όπως κάνεις στο βιβλίο, πώς χτίζεται μια όμορφη σχέση με τους μαθητές, αλλά αν έπρεπε να δώσεις δυο συμβουλές…

Το ευτύχημα είναι ότι οι μαθητές μας θέλουν να μας ευχαριστήσουν και όχι να μας δυσκολεύουν τη ζωή! Αυτό είναι το πρώτο: να δεχθούμε ότι η πρόθεση είναι θετική. Μετά, να είμαστε ειλικρινείς απέναντί τους και να αγκαλιάζουμε τα λάθη (τα δικά μας και τα δικά τους). Αυτά αρκούν ως βάση. Τα άλλα θα έρθουν.

Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού σταδιακά και γοργά απαξιώνεται. Πολλοί νέοι γονείς εμφανίζονται αγενείς, απαιτητικοί, παρεμβατικοί. Δεν σέβονται τον εκπαιδευτικό, δεν διστάζουν μάλιστα να τον μειώσουν μπροστά στο παιδί τους. Θα ήθελα να απευθυνθείς αρχικά σε εκείνους… Κι αν έχουν δίκιο και ο δάσκαλος είναι πράγματι ανεπαρκής, ποια λύση τούς προτείνεις;

Ως διευθύντρια, συναντούσα πάντα τους νέους γονείς πριν φέρουν τα πρωτάκια τους στον Αγιασμό (εφαρμόζαμε ένα πρόγραμμα μετάβασης από το νηπιαγωγείο στο δημοτικό). Έλεγα πάντα: «Να θυμάστε ότι είμαστε εργαζόμενοι όπως κι εσείς. Αν κάτι δεν πήγε καλά θα θέλαμε να το μάθουμε πρώτοι. Ελάτε στον δάσκαλο ή στη δασκάλα της τάξης πριν τα πείτε στο γκρουπ των γονέων ή στο σχόλασμα. Πείτε ειλικρινά τι σας ενόχλησε και ακούστε τι θα σας πούμε κι εμείς. Αν αυτό δεν λύσει το πρόβλημα, υπάρχουν και άλλοι άνθρωποι που θα σας βοηθήσουν, πριν μιλήσετε στο παιδί σας απαξιωτικά για έναν άνθρωπο με τον οποίο περνάει τη μισή του μέρα. Άλλωστε, από αυτόν θα πρέπει να μάθει». Η μάθηση δεν συντελείται χωρίς επιθυμία και για να υπάρχει επιθυμία χρειάζεται θετικό συναίσθημα.
Φυσικά, αν ένας εκπαιδευτικός είναι ανεπαρκής, υπάρχουν τα εξής στάδια ενημέρωσης με στόχο την παρέμβαση: εκπαιδευτικός, διεύθυνση σχολείου, σύμβουλος εκπαίδευσης, διεύθυνση εκπαίδευσης. Δεν είναι η πρώτη επιλογή οι άλλοι γονείς ή το παιδί μας για να μοιραστούμε το πρόβλημά μας. Τις περισσότερες φορές έτσι το μεγεθύνουμε.

Ο νέος εκπαιδευτικός, που βλέπει επιθετικούς γονείς (υπάρχει και προκατάληψη περί απειρίας των πρωτοδιόριστων), πώς μπορεί να τους αντιμετωπίσει; Είναι, άραγε, εύκολο να καταφέρει να μη στοχοποιήσει ασυνείδητα το παιδί ενός ιδιόρρυθμου γονέα;

Δεν είναι οξύμωρο αυτό; Αντί να θέλουμε νέους ανθρώπους με φρέσκες γνώσεις, με όρεξη και ενθουσιασμό να μπαίνουν στις τάξεις, να θεωρούμε ότι μόνο οι παλιοί ξέρουν να διδάξουν; Οι παλιοί είναι πολύτιμοι γιατί έχουν την εμπειρία, αλλά οι νεότεροι είναι (ή θα έπρεπε να είναι) πιο κοντά στις επιστήμες που θα κληθούν να διδάξουν. Δείτε τι γίνεται με την τεχνητή νοημοσύνη στην εκπαίδευση. Πιστεύουμε στ’ αλήθεια ότι θα μπορούμε για πολύ να κάνουμε ότι δεν υπάρχει, όταν τα φετινά πρωτάκια θα αναζητήσουν την πρώτη τους δουλειά μετά το 2040! Πώς θα είναι ο κόσμος το 2040; Σίγουρα πολύ διαφορετικός από τον σημερινό και υποτίθεται ότι το σχολείο προετοιμάζει παιδιά για την ενήλικη ζωή τους. Θα συμβούλευα, λοιπόν, τους γονείς να μην έχουν προκαταλήψεις (κακοί επαγγελματίες υπάρχουν σε όλες τις ηλικίες), να μη μένουν στις δικές τους μαθητικές πρακτικές (η παπαγαλία και οι εκατοντάδες φωτοτυπίες για το σπίτι) και τους δασκάλους να μην ταυτίζουν το παιδί με τους γονείς του. Η σχέση μας με τα παιδιά δεν πρέπει να διαμεσολαβείται από κανέναν.

«Δύσκολες τάξεις δεν υπάρχουν». Ένας αφορισμός σου, που δίνει τον τίτλο στο 8ο κεφάλαιο του βιβλίου. Αλήθεια το πιστεύεις;

Το πιστεύω! Όσο και να φαίνεται περίεργο. Υπάρχουν προκλήσεις τις οποίες ένας εκπαιδευτικός πρέπει να αντιμετωπίσει, αυτό ναι. Αν, όμως, σκεφτούμε «αυτή είναι μία δύσκολη τάξη» είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι δεν θα γίνει ποτέ όπως τη θέλουμε. Υπάρχουν κουραστικές τάξεις, αλλά αυτές είναι που μας πάνε πιο πέρα: θα μας κάνουν να διαβάσουμε κάτι πιο ειδικό και να επεκτείνουμε τις γνώσεις μας. Και για τον καθέναν, η πηγή της κούρασης είναι διαφορετική. Για παράδειγμα, σε μένα φαίνεται πολύ κουραστική μία τάξη στην οποία όλα τα παιδιά είναι «αγγελούδια», συμφωνούν με όσα λες, μαθαίνουν τα πάντα με την πρώτη και δεν κάνουν ζαβολιές.
Τέλος, για τους «καπετάν φασαρίες»: φασαρία κάνει ένα παιδί όταν δεν βρίσκει κανένα ενδιαφέρον ή όταν νιώθει ότι δεν αξίζει ή επιζητά την προσοχή μας ή δεν νιώθει ασφάλεια. Μπορεί να απαιτείται κούραση για να τα κερδίσεις αυτά τα παιδιά, αλλά σίγουρα έχουν περισσότερο ενδιαφέρον!

Οι εποχές αλλάζουν γρήγορα και παρατηρείται μεγάλο χάσμα στάσεων, απόψεων, ιδεών ανάμεσα σε νέους και παλιούς εκπαιδευτικούς. Θα σύστηνες το βιβλίο σου σε έναν παλαιότερο συνάδελφο; Επίσης, δεν θα ήταν βοηθητικό για τον γονέα που φέρνει το παιδί του στο δημοτικό, ώστε να δει τη λειτουργία του σχολείου και μέσα από τα μάτια του δασκάλου;

Όταν το έγραψα, δεν είχα κατά νου τους έμπειρους εκπαιδευτικούς. Αφότου κυκλοφόρησε, το διάβασαν συνάδελφοι με εμπειρία, τους οποίους εκτιμώ, και με «μάλωσαν» που έβαλα στον τίτλο τη λέξη «νέους». Ας πούμε, λοιπόν, ότι αφορά νέους εκπαιδευτικούς και όσους νιώθουν ακόμη νέοι και τους αρέσει να φεύγουν από την comfort zone τους!
Θα χαιρόμουν αν το διάβαζαν και γονείς (και μετά να το χάριζαν στον δάσκαλο του παιδιού τους), γιατί θα αποκτήσουν μια άλλη εικόνα του επαγγέλματος του εκπαιδευτικού και της σχολικής πραγματικότητας. Έτσι ίσως καταλάβουν τελικά ότι όλοι (σχολείο και οικογένεια) είμαστε στην ίδια «βάρκα». Και θέλουμε να πετύχουμε, βάζοντας ως προτεραιότητα το παιδί.

Μολονότι δεν μου αρέσουν ούτε οι γενικεύσεις ούτε τα τσουβαλιάσματα, μια σημαντική πλειονότητα των νέων δασκάλων έχει έλλειψη γνώσεων, κυρίως δε στις θετικές επιστήμες. Για παράδειγμα, υπάρχει δεδομένη αδυναμία να διδάξουν το νέο βιβλίο μαθηματικών της Ε’ δημοτικού. Τούτο οφείλεται στη γενικότερη υποβάθμιση της παιδείας στην Ελλάδα και πρέπει να το αποδεχτούμε; Αν έρθει στα σχολεία η πολυπόθητη για κάποιους ή η απευκταία για κάποιους άλλους αξιολόγηση, θεωρείς ότι θα δούμε διαφορά; Πέραν των όσων λες στο βιβλίο σου, που σίγουρα θα βοηθήσουν όλους όσοι έχουν θέληση να γίνουν καλοί δάσκαλοι, μπορεί το ελληνικό σχολείο να σωθεί κάποτε από τους κακούς δασκάλους;

Η ερώτηση του ενός εκατομμυρίου! Να αρχίσω από το τέλος: αν υπάρχουν κακοί δάσκαλοι θα πρέπει κάπως να τους εντοπίσουμε και να τους βοηθήσουμε να γίνουν καλοί ή καλύτεροι. Ο καθένας αξίζει μία δεύτερη ευκαιρία. Για να τους εντοπίσουμε, θα πρέπει η Πολιτεία να θελήσει να ασχοληθεί σοβαρά με το θέμα, θεσπίζοντας ένα σύστημα αξιολόγησης εκπαιδευτικών στην Ελλάδα που να δίνει κίνητρα για να γίνουν καλύτεροι οι άνθρωποι στους οποίους εμπιστευόμαστε το μέλλον της χώρας. Παράλληλα, να ληφθεί μέριμνα και για τις συνθήκες στις οποίες δουλεύουν πολλοί εκπαιδευτικοί, τους μισθούς τους (οι περισσότεροι κάνουν δεύτερη δουλειά και αυτό δείχνει κάτι) και την υποχρεωτική δια βίου εκπαίδευσή τους.
Σχετικά με τις θετικές επιστήμες και το βιβλίο των μαθηματικών της Ε’ τάξης. Έχω διδάξει τα σημερινά βιβλία της Ε’ τάξης και θεωρώ ότι όσοι εκπαιδευτικοί δεν παρασύρονται από τις φωνές που τους συμβουλεύουν να μην ακολουθούν το βιβλίο, αλλά να δίνουν τα δικά τους υλικά, δεν έχουν κανένα ή σχεδόν κανένα πρόβλημα (το βιβλίο δασκάλου είναι πολύ κατατοπιστικό). Η φυσική στο δημοτικό είναι λίγο παρεξηγημένη. Δεν έχει ορισμούς και τύπους. Έχει απλά υλικά για τα πειράματα που πρέπει να εκτελούν τα παιδιά και σύνδεση με την καθημερινή ζωή. Συχνά εκπαιδευτικοί και γονείς πέφτουν στην «παγίδα των πανελληνίων»: θεωρούν το δημοτικό ως προπαρασκευαστικό στάδιο για το γυμνάσιο ή το λύκειο και αυτό καλλιεργείται και από τους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας. Πιέζουν τους δασκάλους να κάνουν και θεωρία, απαξιώνουν όσους δεν το κάνουν και κάπως έτσι χάνεται η μπάλα! Στο βιβλίο μου υπάρχουν τα διδακτικά υλικά και οι τρόποι αντιμετώπισης της πίεσης από τους γονείς. Το ευκταίο θα ήταν κάθε βαθμίδα να κάνει με συνέπεια τη δουλειά της. Εκεί θα τελείωναν όλα τα προβλήματα.

Διαβάστε: Βασιλική Νίκα, «Οδηγός για νέους εκπαιδευτικούς», Εκδόσεις Πατάκη, εικονογράφηση Τέτη Σώλου

Scroll to Top