Μια φορά κι έναν καιρό, ψηλά πάνω σε ένα όμορφο βουνό, ήταν ένα μικρό χωριό. Το Μικρό Πάπιγκο. Είχε μόνο λίγα σπίτια, λίγους ανθρώπους και λίγα αυτοκίνητα. Αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Δεν ήθελε να είναι μικρό. Ήθελε να γίνει μια μεγάλη πόλη, με πολλά σπίτια, πάρα πολλούς ανθρώπους και πάρα πολλά αυτοκίνητα. Ήθελε να γίνει σαν… τη Νέα Υόρκη. Έτσι, άρχισε να αναζητά τρόπους να μεταμορφωθεί.
Έχει ένα όνειρο
Ίσως δεν το γνωρίζετε, αλλά τα χωριά και οι πόλεις επικοινωνούν μεταξύ τους. Οι άνθρωποι δεν το καταλαβαίνουν. Αντιλαμβάνονται τους μυστικούς διαλόγους των οικισμών ως φύσημα του ανέμου. Όσο πιο μακρινοί μεταξύ τους οι τόποι, τόσο μεγαλύτερη η ανεμοθύελλα που σηκώνουν όταν συζητούν. Το λοιπόν, το Μικρό Πάπιγκο δήλωσε την πρόθεσή του αρχικά στον μεγαλύτερο αδελφό του, το Πάπιγκο. Εκείνο, έκπληκτο, απαξίωσε το όνειρο, κυρίως γιατί θα έσβηνε τη γραφικότητα του μεγέθους του, που προκαλεί συμπάθειες. Έπειτα, απευθύνθηκε στην Αρίστη, λίγο μεγαλύτερο χωριό, που το αντιμετώπισε με, την αντίστοιχη, λίγο μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.
Τέλος, φώναξε στα Ιωάννινα, στην πρωτεύουσα της Ηπείρου και ό,τι πιο κοντινό στη Νέα Υόρκη γνώριζε σε πόλη. Μα ούτε αυτά το ικανοποίησαν με τον αρνητισμό τους και με όσα του μήνυσαν. Μάλιστα, προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, καταθέτοντας βιωματική μαρτυρία. Απαριθμούν στο Μικρό Πάπιγκο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν ως μεγάλη πόλη –σκουπίδια, φασαρία, ελάχιστα δέντρα–, αποδομώντας μία παλαιότερη μα ξεπερασμένη πεποίθηση ότι η αστικοποίηση φέρνει την ευτυχία. Έχουν, όμως, δίκιο; Υπάρχει μια μόνο ευτυχία ή ο καθένας μας την ορίζει με βάση τον εαυτό του και τις ανάγκες του;
Στα αυτιά του Μικρού Πάπιγκου, τα Γιάννενα έχουν άδικο. Μα τι είναι αυτά που ακούει εναντίον των γοητευτικών, πολύβουων και ολοζώντανων πόλεων; Πόση αχαριστία από μια τόσο όμορφη, αν και μικρή για τα γούστα του, μεγάλη πόλη. Άδικο έχουν και τα μεγαλύτερα χωριά, που το ορίζουν –επειδή είναι μικρό– ως τρυφερό, χαριτωμένο και αγαπησιάρικο.
Ο καιρός στην περιοχή επιδεινώνεται εξαιτίας των έντονων διαλόγων μεταξύ των τεσσάρων τόπων. Το Μικρό Πάπιγκο είναι έξαλλο. Έξαλλο. Κανείς δεν συμφωνεί με την απόφασή του να μεταμορφωθεί σε Νέα Υόρκη. Κανείς δεν στηρίζει το όνειρό του. Γιατί να παραμείνει μικρούλι και γλυκούλι; Γιατί να μην αλλάξει; Άλλωστε, αποκλείεται κάτι μεγάλο να είναι αξιαγάπητο και γλυκό; Πόση προκατάληψη και συντηρητισμό κουβαλάνε οι γείτονές του; Γιατί φοβούνται μια ενδεχόμενη αλλαγή;
SOS! Μικρό Πάπιγκο καλεί Νέα Υόρκη – ή το αντίστροφο
Μόνο μια λύση διαφαίνεται στον ομιχλώδη ορίζοντά του Μικρού Πάπιγκου. Η απευθείας συζήτηση με τη Νέα Υόρκη, για να μάθει από πρώτο χέρι πώς μπορεί να πραγματοποιήσει το όνειρό του. Ποτέ δεν έχει επιχειρήσει επικοινωνία με τόπο τόσο μακρινό και υπάρχει λόγος γι’ αυτό. Δεν τη σηκώνει η φύση την πολυλογία μεταξύ των οικισμών, ιδιαίτερα αν οι μεταξύ τους αποστάσεις είναι μεγάλες.
Μα, διόλου δεν φαίνεται να ενδιαφέρει το ρομαντικό και φιλόδοξο Μικρό Πάπιγκο η ένταση της κακοκαιρίας που θα προκαλέσει καλώντας τη Νέα Υόρκη. Δεν νομίζω πως θυσιάζει το περιβάλλον στον βωμό της προσωπικής του εξέλιξης, τουλάχιστον όχι συνειδητά. Ούτε ότι αδιαφορεί. Μάλλον λειτουργεί ως ρεαλιστής που, ζητώντας το αδύνατο, επαναστατεί απέναντι στο κατεστημένο. Πάντοτε υπήρχαν φυσικά φαινόμενα και οι άνθρωποι τα αντιμετώπιζαν. Τίποτα δεν θα το εμποδίσει να πραγματοποιήσει το πιο τρελό όνειρό του και να γίνει Νέα Υόρκη. Κανείς δεν θα του κόψει τα φτερά – κι ας χάσει τις ρίζες του, ίσως και τα δέντρα του. Είναι ένα τίμημα που μοιάζει έτοιμο να πληρώσει για να ευτυχήσει.
Καθώς ετοιμάζεται κάνοντας γαργάρες και παίρνοντας βαθιές ανάσες, λαμβάνει μια απροσδόκητη κλήση, με αντάρα στο κατόπι της, που αναγκάζει το Μικρό Πάπιγκο να αμφισβητήσει για λίγο το όνειρό του. Αξίζει, τελικά, να μεταμορφωθεί στο Μεγάλο Μήλο, στην πόλη που ποτέ δεν κοιμάται ή, προτιμότερα, να παραμείνει ένα μικρό ορεινό Ζαγοροχώρι, παραδεισένιο και γραφικό, μα βαρετό για τα γούστα του; Κι αν τελικά το Μικρό Πάπιγκο ξυπνήσει ένα πρωινό με κεντρική πλατεία την Times Square, χωρίς κανένα πλατάνι για σκιά, δεν θα υπάρχει ένα χωροταξικό παράδοξο; Σε τι θα μεταμορφωθεί, εφόσον συναινέσει, η ίδια η αμερικανική υπερ-Πόλη, η πεμπτουσία της μαζικής κουλτούρας, η λεγόμενη Πρωτεύουσα του Κόσμου;
Σιγά μην καταδεχτεί να πάρει τα βουνά της Πίνδου και να φιλοξενεί ετησίως λίγους ντόπιους επιχειρηματίες, γραφικούς φυσιολάτρες και ζωηρούς εκδρομείς. Όμως, στα παραμύθια όλα γίνονται. Γι’ αυτό και κανείς δεν μπορεί να είναι απόλυτα σίγουρος για το πού ακριβώς κατοικεί. Αν η πόλη ή το χωριό του περνούν υπαρξιακή κρίση, σαν το Μικρό Πάπιγκο – και όχι μόνο σαν αυτό–, και βρουν τρόπο να μεταμορφωθούν σε κάποιο άλλο μέρος, ποιος θα τα εμποδίσει; Οι άνθρωποι απλώς θα μιλάμε για κλιματική αλλαγή, κομπάρσοι στις διαθέσεις των τόπων που μας φιλοξενούν εδώ και αιώνες, ενόσω εκείνοι θα σουλατσάρουν επί χάρτου εν αγνοία μας. Αλλά, ξέχασα, αυτά γίνονται μόνο στα παραμύθια.
Η αλήθεια πίσω από Το Μικρό Πάπιγκο;
Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Θοδωρής Γεωργακόπουλος βίωσε πριν από χρόνια μια οικογενειακή περιπέτεια με αίσιο τέλος στο Πάπιγκο. Κατά τη διάρκειά της, ενόσω οδηγούσε αποπροσανατολισμένος, έφτιαξε in situ μια αστεία ιστορία του φανταστικού, με πρωταγωνιστές τα γύρω χωριά, για να μην τρομάξουν οι μικρές κόρες του, απασχολημένες με την αφήγησή του. Είχαν χαθεί στα βουνά, χωρίς χάρτη ούτε κινητό και βρισκόταν σε απόγνωση. Ευτυχώς, είχε ένα άλλο σπουδαίο εργαλείο, τη φαντασία του, σε αφθονία. Και έτσι, γέμισε με αυτή τις ρωγμές μιας δύσκολης πραγματικότητας.
Χρόνια μετά, ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος συνεργάστηκε με την Πορτογαλίδα εικονογράφο Mariana Rio, που με τη μαγική, σαν χειροποίητη, αισθητική της έδωσε πνοή στο ορεινό και στο αστικό τοπίο. Δημιούργησε, όμως, και μια σουρεαλιστική, εντυπωσιακή ώσμωσή τους – μια υβριδική κατάσταση ισορροπίας και ελευθερίας επιλογών, που –νομίζω– αρκετοί άνθρωποι θα επιθυμούσαν να βιώνουν.
Οι δυο δημιουργοί μάς προσφέρουν ένα απολαυστικό πολυεπίπεδο βιβλίο, για παιδιά που θέλουν να μεγαλώσουν και για μεγάλους που θέλουν να γίνουν ξανά παιδιά – αυτή την αρχέτυπη φαντασιακή συνθήκη, που εκπληρώνεται μόνο στα παραμύθια. Ευτυχώς, λοιπόν, που τα έχουμε ακόμα, ώστε να αντέχουμε τις συνεχείς ματαιώσεις μιας όχι και τόσο ιδανικής πραγματικότητας.
Και ζήσαν όλοι εξίσου καλά…
Το Μικρό Πάπιγκο έχει δομή και πλοκή κλασικού κλιμακωτού παραμυθιού, κοφτερό χιούμορ και γλώσσα που αποδομεί, έντεχνα και παιχνιδιάρικα, περιοριστικά στερεότυπα, όπως τι σημαίνει μεγαλώνω ή πετυχαίνω ή ευτυχώ – έννοιες που στη σύγχρονη κουλτούρα κινούνται σχεδόν υποχρεωτικά γραμμικά. Ή την πεποίθηση πως καθετί μικρό είναι υποχρεωτικά ελλιπές, ενώ αντίστοιχα καθετί μεγάλο υποχρεωτικά πετυχημένο. Μα και πως καθετί μικρό δεν δικαιούται να προσπαθήσει να μεγαλώσει και καθετί μεγάλο να μικρύνει – εφόσον αυτή η επιθυμία είναι φυσική και ιδιοσυγκρασιακή. Όχι το αποτέλεσμα ζήλιας για το μη οικείο, το ύπουλα φυτεμένο από μια κοινωνία παραγωγής ατέλειωτων άδικων, παρωχημένων και καταστροφικών συγκρίσεων, ως καύσιμο της Αγοράς.
Η φύση εμφανίζεται προσωποποιημένη, όπως συμβαίνει συχνά στις παραδοσιακές αφηγήσεις. Προσωποποιημένο εμφανίζεται και το αστικό περιβάλλον. Και οι δυο αντίρροπες δυνάμεις κινούνται σε ένα φάσμα μεταξύ απόλυτης φυσικής ηρεμίας και απόλυτης τεχνητής ζωντάνιας, έχουν τα προτερήματα και τα ελαττώματά τους, τα συναισθήματα και τις ανάγκες τους, ενώ συνδιαλέγονται εν αγνοία των απρόσωπων ανθρώπων, που έχουν διακοσμητικό ρόλο και δεν αντιλαμβάνονται τα αλλόκοτα αυτά αλισβερίσια.
Συγγραφέας και εικονογράφος δημιουργούν έναν εν δυνάμει ολοκαίνουργιο πλανήτη, όπου κανένα μέρος δεν είναι απαραίτητα αυτό που φαίνεται. Μα και ένα σύμπαν όπου κάθε ταυτοτικό όνειρο, λογικό ή παράλογο – άραγε με ποια κριτήρια να ορίζεται ως τέτοιο και από ποιους;–, μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς κρίσεις, επικρίσεις και εγκρίσεις, με την ελευθερία του αυτοπροσδιορισμού να ξεπερνά την ανάγκη για κοινωνική ομοιομορφία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, γίνεται εύκολα αποδεκτή ακόμα και μια νέα ανατροπή ενός στερεότυπου που έχει προ-ανατραπεί, όμως ως συνειδητοποιημένη πρόθεση και όχι ως στρεβλή πεποίθηση επιβεβλημένη άνωθεν.
Και κάπως έτσι, οι τόποι συνεχίζουν να κουβεντιάζουν πάνω από τα κεφάλια μας και τα λόγια τους να χάνονται στη βουή του ανέμου που δημιουργούν. Μόνο που, πότε πότε, οι συζητήσεις δεν μένουν στα λόγια: Μικρά Πάπιγκα μεταμορφώνονται σε Νέες Υόρκες και τούμπαλιν. Ερήμην μας, χωρίς κανείς να ορκίζεται πότε ακριβώς έγινε η κάθε ανταλλαγή. Εμείς ακούμε απλώς τον αέρα να δυναμώνει επικίνδυνα.
Το Μικρό Πάπιγκο, Εκδόσεις Καστανιώτη
Κείμενο: Θοδωρής Γεωργακόπουλος, εικονογράφηση: Mariana Rio