The critical transition period that has been missed is matrescence, the time of mother-becoming,
Dana Raphael
Σχεδόν κάθε εγκυμονούσα ή νέα μητέρα έχει ζήσει σκηνές που μοιάζουν αστείες μόνο όταν τις αφηγείται εκ των υστέρων. Και μάλιστα όχι απαραίτητα. Σίγουρα, πάντως, την ώρα που της συμβαίνουν είναι πρωτόγνωρες και τρομακτικές. Ψάχνει τα γυαλιά της, ενώ τα φοράει. Κολλάει στη μέση μιας πρότασης. Ξεχνάει το φαγητό στη φωτιά. Κάθε σκέψη της διαλύεται στο άκουσμα ενός μικρού θορύβου που πριν περνούσε απαρατήρητος. Χάνει τη μνήμη της. Δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί. Αυτό που συχνά περιγράφεται ως mommy brain εντάσσεται, σε πιο ουσιαστικό πλαίσιο, στη matrescence.
Το mommy brain, που στα ελληνικά αποδίδεται απλουστευτικά ως αφηρημάδα ή ομίχλη ή νοητική κόπωση της εγκυμοσύνης και της μητρότητας, έγινε ακόμα μια ταμπέλα που φορτώνει τις νέες μητέρες με άγχος και ενοχές. Μοιάζει σαν να κλείνει γρήγορα τη συζήτηση με μια ελαφριά και χιουμοριστική διάγνωση, ενώ αυτό που συμβαίνει στις γυναίκες είναι κάτι πολύ πιο σύνθετο.
Η μετάβαση στη μητρότητα δεν είναι μια φυσική αλλαγή ρόλου, αλλά μια ταυτόχρονη βιολογική, ψυχική, νοητική, συναισθηματική και κοινωνική αναδιοργάνωση. Σαν οι μητέρες να ζουν μια δεύτερη εφηβεία με άλλη, όμως, κατεύθυνση. Ο όρος matrescence περιγράφει αυτήν ακριβώς τη διαδικασία.
Matrescence: μια λέξη που λείπει από τη γλώσσα μας
Ο όρος matrescence (μητρική εφηβεία) χρησιμοποιείται για να περιγράψει τη διαδικασία του “γίγνεσθαι μητέρα” ως μια ξεχωριστή αναπτυξιακή φάση και περίοδο μετασχηματισμού. Η λέξη δίνει πλαίσιο σε μια ανώνυμη γυναικεία εμπειρία, άρα μειώνει την ενοχή.
Όταν η εμπειρία δεν έχει όνομα, τείνει να ερμηνεύεται ως ατομική αποτυχία. Όταν μπαίνει στην καθημερινότητα μέσα από τη γλώσσα, μπορεί να αντιμετωπιστεί ως κοινό βίωμα και –επιτέλους– με ρεαλισμό. Το ότι χάνουμε το μυαλό μας εξηγείται επιστημονικά.
Ο όρος αποδίδεται στην Dana Raphael, ιατρική ανθρωπολόγο και μαθήτρια της Margaret Mead, και ανάγεται στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Εμφανίζεται για πρώτη φορά το 1973 στο βιβλίο της The Tender Gift: Breastfeeding και έπειτα ξανά το 1975, στο άρθρο «Matrescence, Becoming a Mother, A “New/Old” Rite de Passage», στον τόμο Being Female: Reproduction, Power, and Change. Στη Δύση, όπως παρατήρησε η Raphael, η απουσία στήριξης της νέας μητέρας μετατρέπει τη μητρική εφηβεία σε υπαρξιακή κρίση. Παρεμπιπτόντως, της χρωστάμε και τον όρο doula, ως τη γυναίκα που βοηθάει την εγκυμονούσα και τη λεχώνα να αντεπεξέλθει στη νέα πραγματικότητα.
Η Aurélie M. Athan, κλινική ψυχολόγος και ερευνήτρια στο Columbia University, με εστίαση στη μητρική και αναπαραγωγική ψυχολογία, επανέφερε τον όρο matrescence στη δημόσια συζήτηση ως αναπτυξιακή μετάβαση στην αναπαραγωγική ταυτότητα, συγκρίσιμης σημασίας με το adolescence, ακολουθώντας τη γραμμή της Raphael.
Η μητρική εφηβεία ως αναπτυξιακή φάση
Μάλιστα, σε άρθρο της στο Frontiers in Psychiatry (2024), η Athan ζητά την αναγνώριση της μητρικής εφηβείας ως βασικού πλαισίου στην περιγεννητική ψυχιατρική, ώστε η μητρική εμπειρία να πάψει επιτέλους να διαβάζεται σχεδόν αποκλειστικά μέσα από την παθολογία και να γίνει αποδεκτή ως μια φυσιολογική αλλά ιδιαίτερα απαιτητική φάση ανάπτυξης.
Η σύγκριση με την εφηβεία αφορά την ένταση των νοητικών και συναισθηματικών αλλαγών. Η μητρότητα φέρνει με τη σειρά της μεγάλα ορμονικά κύματα, αλλαγές στο σώμα, αναδιάταξη των σχέσεων, μετατόπιση των προτεραιοτήτων και επαναπροσδιορισμό της ταυτότητας της γυναίκας. Τα ποια είμαι τώρα, πόσο άλλαξα και τι μου συμβαίνει είναι πρακτικά ερωτήματα επιβίωσης μέσα σε έναν νέο ρόλο, με νέες ευθύνες, συχνά με λιγότερη υποστήριξη από όση θα χρειαζόταν η νέα μητέρα.
Εν συντομία, η matrescence είναι η αναπτυξιακή μετάβαση στη μητρότητα, όπως η adolescence είναι η αναπτυξιακή μετάβαση στην ενηλικίωση. Η διαφορά είναι ότι η matrescence δεν έχει κοινωνική αναγνώριση, άρα συχνά βιώνεται σαν ατομικό πρόβλημα. Γιατί, όμως, τόσα χρόνια δεν μιλούσε κανένας για αυτόν τον όρο;
- Γεννήθηκε στο ακαδημαϊκό πλαίσιο της ανθρωπολογίας και όχι της κλινικής ιατρικής. Το αποτέλεσμα; Δεν έγινε ευρύτερα γνωστός σε ιατρεία, μαιευτήρια, οδηγίες, πρωτόκολλα, άρα ούτε στα μίντια. Πράγματι, στη δεκαετία του ’70 δεν υπήρχε ο σημερινός μηχανισμός διάχυσης ιδεών από την ακαδημαϊκή έρευνα στα media και στην καθημερινή γλώσσα.
- Το πεδίο προτίμησε την παθολογία από την ανάπτυξη. Ακόμη και σήμερα υπάρχει τάση προς την παθολογικοποίηση της μητρικής εμπειρίας. Όταν το σύστημα αναγνωρίζει μόνο συμπτώματα και διαταραχές, δεν επενδύει εύκολα σε λέξεις που περιγράφουν μια φυσιολογική αλλά απαιτητική μετάβαση.
- Η κουλτούρα βολεύεται με εύκολους όρους. Το mommy brain είναι σύντομο, αστείο (για κάποιους) και ρίχνει όλη την ευθύνη στη γυναίκα. Η matrescence, τεχνητή σύνθετη λέξη, απαιτεί την παραδοχή ότι κατά τη διάρκεια της κύησης και της λοχείας αλλάζουν η ταυτότητα και οι κοινωνικοί ρόλοι. Αυτό, μέσα στο υπάρχον πατριαρχικό πλαίσιο, έχει πολιτικό κόστος, οπότε συχνά αποσιωπάται.
- Δεν υπάρχει μια ικανοποιητική απόδοση-μετάφραση. Στα αγγλικά και στα γαλλικά, η matrescence στέκεται ως λέξη φτιαγμένη κατά το πρωτότυπο της adolescence. Στα ελληνικά, ο όρος μητρεφηβεία δύσκολα θα ενταχθεί στην καθημερινή γλώσσα, γιατί δεν είναι εύηχος. Ας ελπίσουμε ότι η μητρική εφηβεία θα λάβει τη δέουσα διάδοση και σημασία.
Μα, τι ακριβώς μου συμβαίνει;
Υπάρχουν απεικονιστικές μελέτες που δείχνουν ότι η εγκυμοσύνη συνδέεται με μετρήσιμες δομικές αλλαγές στον εγκέφαλο. Η πιο γνωστή είναι μια προοπτική μελέτη του 2017 (Hoekzema και συνεργάτες), που συνέκρινε μαγνητικές πριν και μετά την εγκυμοσύνη και εντόπισε μειώσεις σε όγκο φαιάς ουσίας σε συγκεκριμένα δίκτυα, ιδιαίτερα σε περιοχές που συνδέονται με την κοινωνική επεξεργασία και την κατανόηση των άλλων.
Μια μαγνητική τομογραφία δεν μετρά τους νευρώνες, αλλά περιγράφει μορφομετρικές και μικροδομικές παραμέτρους. Η φράση μείωση φαιάς ουσίας δεν ισοδυναμεί με απώλεια νοημοσύνης ή έκπτωση εγκεφαλικής λειτουργίας. Σημαίνει ότι αλλάζει η αρχιτεκτονική του μυαλού της γυναίκας. Ο εγκέφαλος δεν χαλάει. Αντιθέτως, κάνει ανακαίνιση. Πετάει ό,τι δεν χρειάζεται (synaptic pruning) για να κάνει χώρο σε μια υπερ-δύναμη. Nα καταλαβαίνεις τι νιώθει ένα πλάσμα που δεν μπορεί να μιλήσει και να το φροντίζεις διαρκώς και επαρκώς.
Το 2024, δημοσιεύτηκε μια λεπτομερέστατη μελέτη περίπτωσης, που παρακολούθησε μια γυναίκα με πολλαπλές μαγνητικές, ήδη πριν από τη σύλληψη μέχρι και δύο χρόνια μετά. Εκεί, φάνηκε ότι οι εγκεφαλικές αλλαγές ακολουθούν μια δυναμική πορεία: κάποιες μεταβολές εμφανίζονται έντονα στην εγκυμοσύνη, κάποιες υποχωρούν, κάποιες επιμένουν. Ένα case study δεν μπορεί να εφαρμοστεί αυθαίρετα στον γενικό πληθυσμό, όμως καταγράφει ότι η εγκυμοσύνη οδηγεί σε μεγάλη νευροβιολογική αναπροσαρμογή.
Νοητική ομίχλη: Μύθος ή πραγματικότητα;
Σε επίπεδο ακαδημαϊκών ερευνών, υπάρχουν αναλύσεις που δείχνουν μικρές, αλλά μετρήσιμες διαφοροποιήσεις στη μνήμη και στις εκτελεστικές λειτουργίες κατά την εγκυμοσύνη, με μεγαλύτερη ένταση κατά το τρίτο τρίμηνο. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι εγκυμονούσες δεν μπορούν να σκεφτούν, αλλά ότι ενδέχεται να εμφανίσουν νοητικές αλλαγές που, μέσα στην καθημερινότητα, μοιάζουν πιο τρομακτικές απ’ ό,τι είναι. Και αυτό υποδηλώνει ότι ο εγκέφαλος κρατάει δυνάμεις για μεγαλύτερη αποδοτικότητα εκεί ακριβώς όπου χρειάζεται.
Μετά τον τοκετό, οι συνθήκες από μόνες τους είναι ιδιαίτερα απαιτητικές. Ο διακεκομμένος ύπνος, η συνεχής επιφυλακή και η διαρκής εναλλαγή εργασιών δεν φθείρουν μόνο τη διάθεση, μα ρίχνουν και τα επίπεδα της προσοχής. Όταν αυτή διαταράσσεται, διαταράσσεται και η κωδικοποίηση της μνήμης. Οι νέες μητέρες δεν ξεχνούν απαραίτητα επειδή κάτι δεν καταγράφηκε σωστά. Ίσως αυτό που (θεωρητικά) ξέχασαν να μην καταγράφηκε ποτέ, γιατί το μυαλό τους είχε ταυτόχρονα χίλια πράγματα να αντιμετωπίσει, μέσα σε εξαντλητικές συνθήκες.
Λιγότερη βοήθεια, περισσότερη νοητική κόπωση
Η νοητική κόπωση της μητρότητας δεν εξαρτάται μόνο από τη βιολογία, αλλά και από τον τρόπο που οργανώνεται η φροντίδα το πρώτο διάστημα μετά τον τοκετό. Όταν το βάρος πέφτει σχεδόν εξ ολοκλήρου στην ταλαιπωρημένη λεχώνα, είναι εύλογο να υπάρχει γνωστικό και ψυχικό κόστος, πέραν της σωματικής κούρασης.
Συμπερασματικά, οι αλλαγές στον γυναικείο εγκέφαλο από τη στιγμή της σύλληψης έως και τα πρώτα χρόνια του μωρού υπάρχουν και έχουν βιολογικό υπόβαθρο. Η καθημερινότητα της λοχείας κάνει τα πάντα εντονότερα, ιδιαίτερα όταν συνδυάζεται με στέρηση ύπνου και άγχος. Σε κάθε περίπτωση, κάποιες γυναίκες βιώνουν έντονα τη μητρική εφηβεία και άλλες όχι – όπως ακριβώς συμβαίνει και με την αυθεντική εφηβική ηλικία.
Ο όρος matrescence έρχεται να περιγράψει σωστά μια νέα φάση στη ζωή της γυναίκας – το πέρασμα στη μητρότητα. Η σωστή περιγραφή της μητρικής εφηβείας είναι το πρώτο βήμα για λιγότερη ντροπή, περισσότερη στήριξη και καλύτερη φροντίδα, ιδιαίτερα για τις μητέρες εκείνες που σηκώνουν τα οικογενειακά βάρη σχεδόν ή εντελώς μόνες.
Όσο βαφτίζουμε χαριτωμένη αφηρημάδα τις επιλογές του εγκεφάλου, αφήνουμε τις γυναίκες να πιστεύουν ότι “χάλασαν”, αντί να απαιτήσουμε δομές και ενημέρωση που θα στηρίζουν αυτή την τεράστια εσωτερική μεταμόρφωση. Η matrescence δεν είναι ούτε μόδα ούτε διάγνωση. Είναι ένας όρος για να περιγραφεί η μετάβαση στη μητρότητα ως αναπτυξιακή φάση, με βιολογικές, ψυχικές και κοινωνικές αλλαγές, ώστε να πάψει η εμπειρία να ερμηνεύεται ως προσωπική αποτυχία.
Προσοχή: Αν η γυναίκα αντιμετωπίζει επίμονη θλίψη, έντονο άγχος, κρίσεις πανικού, ιδεοληψίες, αϋπνία που δεν υποχωρεί ή αίσθηση κατάρρευσης, επισκεπτόμαστε άμεσα έναν ειδικό, καθώς υπάρχει ο κίνδυνος να έχει αναπτύξει επιλόχειο κατάθλιψη, που είναι δυσλειτουργία/ασθένεια. Η μητρική εφηβεία είναι η νόρμα, ακόμα και όταν περιλαμβάνει θλίψη ή άγχος.



