Στα σχολεία των προηγούμενων γενεών, ο γονιός συνήθως έσκυβε το κεφάλι μπροστά στον Δάσκαλο ή στη Δασκάλα (με Δ κεφαλαίο), στον Καθηγητή ή στην Καθηγήτρια (με Κ κεφαλαίο). Αναγνώριζε στα πρόσωπά τους μια αυθεντία που απέρρεε από τη μόρφωσή τους, το λειτούργημα που είχαν επιλέξει, την ίδια τη θέση τους στην κοινότητα. Δύσκολα θα αμφισβητούσε πατέρας ή μητέρα την κρίση τους, ακόμη δυσκολότερα θα ζητούσε εξηγήσεις για τη συμπεριφορά τους. Με άλλα λόγια, στην ιεραρχία της σχολικής μονάδας, η θέση που είχαν γονείς και εκπαιδευτικοί ήταν σαφής και μη αμφισβητήσιμη. Κάτω από αυτό το καθεστώς σεβασμού, συχνά και φόβου, χώρεσαν σπουδαίοι παιδαγωγοί, αλλά και άνθρωποι που πλήγωσαν παιδιά χωρίς ποτέ να λογοδοτήσουν. Η νοσταλγία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται προσοχή όταν αναφερόμαστε σε εποχές κατά τις οποίες ο ενήλικος είχε εξ ορισμού δίκιο.
Υπερεμπλοκή των γονέων στη διδακτική διαδικασία
Η υποχώρηση εκείνης της απόλυτης αυθεντίας υπήρξε αναγκαία. Η “απομυθοποίηση” έγινε σταδιακά, και μάλιστα ήταν επιθυμία και μεγάλης μερίδας (νεοτέρων κυρίως) εκπαιδευτικών, που είχαν αφουγκραστεί την ανάγκη για παιδαγωγικές μεθόδους πιο φιλικές προς τον μαθητή. Για κάποια χρόνια είχε επέλθει μια σχετική ισορροπία, με κερδισμένες και τις τρεις πλευρές (παιδιά, γονείς και εκπαιδευτικούς).
Από κάποια στιγμή και πέρα, όμως, η αυθεντία πήρε την κατρακύλα, παρασέρνοντας μαζί της και άλλες δεξιότητες, που εν πολλοίς έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση, δηλαδή στην υπερεμπλοκή των γονέων στη διδακτική διαδικασία. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι αποτύχαμε να διασώσουμε την εκτίμηση προς τη γνώση, την ακαδημαϊκή αυστηρότητα και –πάνω από όλα– την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό στον άνθρωπο που αναλαμβάνει τη μόρφωση των παιδιών μας.
Σε αρκετές περιπτώσεις οι θέσεις έχουν σχεδόν αντιστραφεί: ο εκπαιδευτικός προσέρχεται στη συνάντηση με τον γονέα έτοιμος να απολογηθεί, έχοντας ήδη υπολογίσει ποιες λέξεις μπορεί να παρεξηγηθούν και πόσες εξηγήσεις θα χρειαστεί να δώσει για μια απόφαση που ανήκει αποκλειστικά στην αρμοδιότητά του.
Οι αποφάσεις για τη βαθμολογία, τις εργασίες, τις παρατηρήσεις, η επιλογή ενός κειμένου, η συμμετοχή σε κάποιο εκπαιδευτικό πρόγραμμα, η διαχείριση μιας διαφωνίας μεταξύ μαθητών μπορούν να θέσουν τον εκπαιδευτικό και τη δουλειά του υπό διαρκή αμφισβήτηση. Αρκετά συχνά αρκεί η δυσαρέσκεια του παιδιού και μόνο για να θεωρήσουμε ότι έχει συντελεστεί αδικία εις βάρος του. Και προτού ακούσουμε τι πραγματικά συνέβη στην τάξη, έχουμε καταλήξει σε ετυμηγορία για την παιδαγωγική (αν)επάρκεια του ανθρώπου που διδάσκει στην τάξη αυτή.
Άλλο στο σπίτι, άλλο στο σχολείο
Ως γονείς διαθέτουμε μια βαθιά, αναντικατάστατη γνώση του παιδιού μας. Η γνώση αυτή, ωστόσο, έχει και τα όριά της. Το παιδί στο σχολείο αναπτύσσει σχέσεις, δοκιμάζει συμπεριφορές και αναλαμβάνει ρόλους που δεν εκδηλώνονται απαραιτήτως στο σπίτι. Ο/η εκπαιδευτικός το παρατηρεί ανάμεσα σε συνομηλίκους, μέσα σε συνθήκες κοινής εργασίας, διεκδίκησης, ανταγωνισμού, φιλίας. Βλέπει πλευρές του που μας διαφεύγουν και καλείται να τις κατανοήσει με τα εργαλεία της επιστήμης και της εμπειρίας του. Η μαρτυρία του/της αξίζει να ακουστεί και να τη λάβουμε σοβαρά υπόψη ακόμη κι όταν διαταράσσει την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για το παιδί μας.
Επιπλέον, ο/ η εκπαιδευτικός εργάζεται συνολικά με μια ολόκληρη τάξη. Οφείλει να μοιράσει τον χρόνο ισότιμα: να ενθαρρύνει το παιδί που δυσκολεύεται να μιλήσει, να συγκρατήσει εκείνο που μονοπωλεί τη συζήτηση, να επιμείνει στην ανάγκη προσπάθειας, γιατί η μάθηση δεν επιτυγχάνεται χωρίς κόπο. Η ευθύνη του περιλαμβάνει και το δικό μας παιδί, μαζί με όλα τα υπόλοιπα. Όσο αυτονόητο κι αν ακούγεται, αυτή η συνύπαρξη δοκιμάζει τη γονεϊκή μας αντοχή: χρειάζεται να αποδεχτούμε ότι το ενδιαφέρον για τον γιο ή την κόρη μας δεν αρκεί ως κριτήριο για την οργάνωση της σχολικής ζωής.
Δάσκαλε που δίδασκες, εγώ είμαι ο νόμος
Όλο και περισσότεροι/ες εκπαιδευτικοί έρχονται αντιμέτωποι με γονείς που επιθυμούν, συχνά και απαιτούν, να ρυθμίζεται η εκπαιδευτική διαδικασία σύμφωνα με τις πεποιθήσεις, τις ανησυχίες και τις επιθυμίες της οικογένειάς τους. Να μη δυσκολευτεί το παιδί περισσότερο απ’ όσο εμείς θεωρούμε ανεκτό, να μη συναντήσει μια άποψη που αποδοκιμάζουμε, να μη δεχτεί μια επίκριση που μας στενοχωρεί. Η επιθυμία να το προστατεύσουμε μπορεί έτσι να περιορίσει ασφυκτικά τις δυνατότητές του να μάθει, να σχετιστεί και να αποκτήσει δική του κρίση.
Δεν υποτιμώ τη γονεϊκή αγωνία. Τη γνωρίζω, όπως γνωρίζω και τη ματαίωση που ενδέχεται να αισθανθεί ο γονιός όταν το παιδί του επιστρέφει πληγωμένο ή απογοητευμένο από το σχολείο. Ακριβώς γι’ αυτό έχει σημασία το πώς διαχειριζόμαστε τα αρνητικά μας συναισθήματα. Δεν πρέπει να τα αφήσουμε να εξελιχθούν σε οργή. Ούτε πρέπει να προϋποθέτουμε ότι πάντα φταίνε οι Άλλοι. Οφείλουμε να αναζητήσουμε τα γεγονότα, να ακούσουμε και να ζητήσουμε τεκμηριωμένες εξηγήσεις. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα κι αν εμείς το πιστεύουμε, απαγορεύεται ρητά να μεταφέρουμε στο παιδί τη βεβαιότητα ότι ο δάσκαλός του είναι άδικος, αδιάφορος, ανίκανος. Την επόμενη ημέρα εκείνο θα πρέπει να επιστρέψει στην τάξη και να συνεργαστεί με έναν άνθρωπο του οποίου την ισχύ και τη θέση έχουμε ακυρώσει στο σπίτι.
Αποφεύγω, άρα είμαι ασφαλής
Με απασχολεί ιδιαίτερα η επίδραση αυτής της καχυποψίας, που συχνά εξελίσσεται σε επιθετικότητα, στους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Η παιδαγωγική εργασία είναι μια χαοτική διαδικασία, που απαιτεί πρωτοβουλίες, αυτοσχεδιασμούς και έκθεση από τη μεριά του διδάσκοντα ή της διδάσκουσας. Ένα παιδί θα ρωτήσει κάτι απρόβλεπτο, μια είδηση θα προκαλέσει αναστάτωση, ένα βιβλίο θα προσφέρει αφορμή να συζητηθούν η φτώχεια, ο πόλεμος, ο ρατσισμός, οι κοινωνικές ανισότητες, οι ποικίλες μορφές οικογένειας, η συναίνεση, το σεξ, η μετανάστευση, η δυσβάσταχτη καθημερινότητα στην Ελλάδα του 2026.
Ο/η εκπαιδευτικός χρειάζεται ελευθερία, ώστε να ανταποκριθεί σε κάθε πρόκληση, με επιστημονική ευθύνη και επίγνωση της ηλικίας των μαθητών του. Δεν την έχει. Συχνά, τα διευθυντικά στελέχη υποχωρούν πρώτα στις γονεϊκές απαιτήσεις, για να μη χαλάσει το κλίμα στο σχολείο, αφήνοντας ακάλυπτους τους εκπαιδευτικούς του. Αν κάθε συζήτηση συνοδεύεται από τον φόβο μιας αντίδρασης ή καταγγελίας, η αποφυγή ενδέχεται να αποτελέσει την ασφαλέστερη επιλογή. Και έτσι, την πληρώνει όλο το τμήμα.
Εδώ χρειάζεται να κρούσουμε τον κώδωνα του κινδύνου. Μάλλον έχουμε υποεκτιμήσει προς τα πού κινούμαστε – και μάλιστα εντελώς ακυβέρνητοι. Έχουμε οδηγήσει μια μεγάλη μερίδα εκπαιδευτικών σε σχολαστική προσήλωση στα απολύτως προβλεπόμενα, στη στεγνή, αδιάφορη κάλυψη της ύλης χωρίς καμία παρέκκλιση, στην παραίτηση από όσα θα μπορούσαν να προσδώσουν στο μάθημα βάθος και ενδιαφέρον, να τραβήξουν την προσοχή των παιδιών, να καλλιεργήσουν το μυαλό και την ψυχή τους. Το δίχως άλλο, ακούγεται ειρωνικό να απαιτούμε φαντασία, τόλμη και προσωπική δουλειά εκ μέρους τους, διατηρώντας συγχρόνως το δικαίωμα να τους/τις εγκαλούμε για κάθε επιλογή που δεν συμπίπτει με τα γούστα μας.
Το κόστος της απαξίωσης των εκπαιδευτικών στη μάθηση
Υπάρχει βεβαίως και η εξάντληση. Σε ένα επάγγελμα επιβαρυμένο από ελλείψεις, χαμηλές αποδοχές, διοικητικές απαιτήσεις και συχνά δύσκολες συνθήκες ζωής, η διαρκής αμφισβήτηση προσθέτει στις πλάτες τους ένα επιπλέον βάρος, γεγονός με καταστροφικές συνέπειες. Κινδυνεύουμε να αποθαρρύνουμε ακριβώς τους ανθρώπους που θα θέλαμε να παραμείνουν στο σχολείο: όσους νοιάζονται αρκετά ώστε να αναζητούν, να δοκιμάζουν, να αφιερώνουν χρόνο, να κερδίσουν τους μαθητές τους και να τους οδηγήσουν στη φιλοπεριέργεια – μια δεξιότητα που σταδιακά χάνεται, με τεράστιο κόστος. Κάποιοι εκπαιδευτικοί ενδέχεται να παραιτηθούν και φύγουν. Κάποιοι άλλοι να περιορίσουν σταδιακά την προσφορά τους στο απολύτως απαραίτητο. Κάποιοι άλλοι να τα παρατήσουν και να αδιαφορούν. Κάποιοι να ματαιωθούν τόσο ώστε να κλονιστεί η ψυχική τους υγεία.
Η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στον εκπαιδευτικό προϋποθέτει μια σχολική μονάδα με προσωπικό που ακούει, εξηγεί και αντιμετωπίζει με σοβαρότητα τα παράπονα γονέων και εκπαιδευτικών και να έχει τη δυνατότητα να κρατά ισορροπίες. Προϋποθέτει μια διοίκηση που στηρίζει τους ανθρώπους της και ελέγχει δίκαια τους χειρισμούς τους. Παιδαγωγικά αρμόδιοι είναι οι εκπαιδευτικοί, αλλά οι προσβολές, οι διακρίσεις και η κακομεταχείριση απαιτούν παρέμβαση, ανεξάρτητα από το κύρος εκείνου που τις ασκεί.
Συνοψίζοντας, είμαστε υποχρεωμένοι να αποδεχτούμε ότι η γονεϊκή μας ιδιότητα δεν μας καθιστά αρμόδιους για κάθε πτυχή της εκπαίδευσης του παιδιού μας. Σαφώς ο λόγος μας μετράει και είναι ευθύνη μας να διεκδικούμε βελτιώσεις στη σχολική καθημερινότητα. Όμως, χρειάζεται συγχρόνως να μπορούμε να εμπιστευτούμε τη δουλειά κάποιου άλλου ανθρώπου, με ειδημοσύνη, χωρίς να απαιτούμε τη διαρκή συμμόρφωσή του προς τις δικές μας υποδείξεις. Για το καλό του παιδιού μας, οφείλουμε σεβασμό, εμπιστοσύνη και πολιτισμένες συζητήσεις. Ειδεμή, αν συνεχίζουμε να βρισκόμαστε σε άρνηση, η διδασκαλία θα καταλήξει μια επιτηρούμενη, μονόπλευρη διαδικασία, ο εκπαιδευτικός θα χάσει κάθε διάθεση για πρωτοβουλίες και οι μαθητές θα στερηθούν την ευκαιρία να μάθουν κάτι πέρα από όσα γνωρίζουν ή εγκρίνουν οι γονείς τους.





