Ομαλή επιστροφή στο σχολείο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων

Επιστροφή στο σχολείο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων

Η επιστροφή στο σχολείο μετά τις διακοπές των Χριστουγέννων, όπως άλλωστε κάθε προσαρμογή, δεν είναι εύκολη για όλα τα παιδιά ούτε για όλους τους ενήλικους. Η φετινή ημερολογιακή συγκυρία, πάντως, προσφέρει σε μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς μια «κολοβή» εβδομάδα, που αποτελείται μόλις από δύο εργάσιμες πριν από το Σαββατοκύριακο.

Αυτό ίσως ευνοήσει ένα ομαλότερο πέρασμα στη μεθεορταστική καθημερινότητα. Ωστόσο, ας μη γελιόμαστε. Πλέον γνωρίζουμε ότι η δυσκολία αυτή είναι μια σύνθετη ψυχική διεργασία που απαιτεί καταρχάς από το παιδί, μα και από το οικογενειακό και το εκπαιδευτικό σύστημα, να διαχειριστεί την απώλεια, τη ματαίωση και την κοινωνική επανατοποθέτηση.

1. Η ψυχοδυναμική της μετάβασης: Πενθώντας την ελευθερία των διακοπών

Στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας βρίσκεται η έννοια της μετάβασης. Το παιδί καλείται να μετακινηθεί από ένα καθεστώς ευχαρίστησης, δηλαδή άμεσης ικανοποίησης των αναγκών του, ελεύθερου χρόνου, απουσίας αυστηρού προγράμματος και οικιακής θαλπωρής, στη ρουτίνα.

Η σχολική πραγματικότητα προϋποθέτει τη λήξη της ξενοιασιάς, τη συμμόρφωση σε κανόνες, τη μελέτη, τη συνεχή αξιολόγηση, το βεβαρυμένο πρόγραμμα και – ας μην τον υποτιμάμε–  τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Όλα τα παραπάνω βιώνονται ως απώλεια. Το παιδί πενθεί τη χαμένη ελευθερία του. Συνεπώς, η γκρίνια, η άρνηση ή η θλίψη που μπορεί να παρατηρήσουμε αυτές τις μέρες δεν υποδεικνύουν ότι το παιδί μας είναι κακομαθημένο. Αντιθέτως, ακολουθεί τα φυσιολογικά στάδια μιας διαδικασίας προσαρμογής. Κάντε μια αναδρομή στο δικό σας παρελθόν. Δεν δυσανασχετούσατε, έστω και λίγο, σε κάθε επιστροφή στην τάξη;

Το λάθος που κάνουμε συχνά ως γονείς, μάλλον στην προσπάθειά μας να διαχειριστούμε το δικό μας άγχος, είναι η προσπάθεια να πείσουμε το παιδί ότι έχει άδικο, με χρήση τοξικής θετικότητας – δηλαδή μιας υπερβολικής εστίασης στο θετικό, σε τέτοιο βαθμό που καταντάει κουραστική και μη λειτουργική. Φράσεις όπως «Μην κάνεις έτσι, θα περάσεις τέλεια, χαμογέλα λίγο!» λειτουργούν ακυρωτικά και όχι ενθαρρυντικά, ιδιαίτερα αν επαναλαμβάνονται ως αντίβαρα στο παιδικό παράπονο.

Το παιδί νιώθει ότι το συναίσθημά του δεν αναγνωρίζεται. Η σύγχρονη παιδαγωγική προσέγγιση επιτάσσει να το επικυρώσουμε αντί να το ακυρώσουμε: «Καταλαβαίνω ότι είναι δύσκολο να αφήσεις το πολύ παιχνίδι και τον ύπνο ως αργά το πρωί. Είναι μια μεγάλη αλλαγή. Είναι λογικό να νιώθεις λίγη δυσφορία. Σε καταλαβαίνω». Η αναγνώριση του συναισθήματος είναι το πρώτο βήμα για τη ρύθμισή του.

2. Το σώμα ως πεδίο μάχης: Η σωματοποίηση του άγχους

Δεν είναι σπάνιο φαινόμενο, λίγο πριν από την επιστροφή στο σχολείο μετά τις διακοπές, τα παιδιά να εκδηλώνουν σωματικά συμπτώματα ασθένειας, όπως κοιλιακά άλγη, κεφαλαλγίες και ναυτία. Πριν σπεύσουμε να υποθέσουμε ότι πρόκειται για κάποια ίωση της εποχής, καλό είναι να εξετάσουμε την πιθανότητα της σωματοποίησης αρνητικών συναισθημάτων.

Το άγχος αποχωρισμού και ο φόβος της επίδοσης συχνά μεταφράζονται σε σωματικό πόνο, ειδικά σε μικρότερες ηλικίες που δεν διαθέτουν ακόμα το λεξιλόγιο για να εκφράσουν πιο σύνθετα συναισθήματα. Η διαχείριση εδώ απαιτεί λεπτούς χειρισμούς. Από τη μια, δεν πρέπει να αδιαφορήσουμε για τον πονοκέφαλο, τον πονόκοιλο ή τη ζαλάδα του παιδιού – το πιθανότερο είναι πως πράγματι τα αισθάνεται. Δεν μας λέει ψέματα και μας χρειάζεται δίπλα του.

Από την άλλη, η παραμονή στο σπίτι κάθε φορά που παρουσιάζονται ψυχοσωματικά προβλήματα μπορεί να εγκαθιδρύσει έναν μηχανισμό αποφυγής, ο οποίος θα εντείνει τη σχολική άρνηση. Η στάση μας πρέπει να είναι ενσυναισθητική, αλλά σταθερή. Αναγνωρίζουμε τον πόνο, τον συνδέουμε με το άγχος («Μήπως η κοιλιά σου πονάει επειδή έχεις αγωνία για το σχολείο;») και προχωράμε στην προετοιμασία, προσφέροντας ταυτόχρονα ασφάλεια, μέσα από αγκαλιές και καθησυχαστικά λόγια.

Εδώ, ωστόσο, ελλοχεύει ο κίνδυνος της παρερμηνείας. Πώς διακρίνουμε πού πραγματικά οφείλονται τα συμπτώματα; Τα ψυχοσωματικά έχουν συνήθως συγκεκριμένα χαρακτηριστικά:

  • Απουσία αντικειμενικών ενδείξεων: Δεν υπάρχει πυρετός, έμετος ή διάρροια, αλλά μόνο η μαρτυρία του παιδιού.

  • Συγκεκριμένες στιγμές εμφάνισης: Παρουσιάζονται αποκλειστικά τις ώρες πριν από την αναχώρηση για το σχολείο και υποχωρούν θεαματικά τα Σαββατοκύριακα ή τις αργίες.

  • Λειτουργικότητα: Αν επιτρέψουμε στο παιδί να μείνει στο σπίτι, τα συμπτώματα θα εξαφανιστούν αν όχι αμέσως, μέσα σε ελάχιστη ώρα. Ένα παιδί που νοσεί οργανικά παραμένει νωθρό και ανόρεχτο, ακόμη και όταν του προσφερθεί η απουσία από το σχολείο και μια ευχάριστη δραστηριότητα.

Σε περίπτωση αμφιβολίας, η ιατρική εκτίμηση προηγείται της ψυχολογικής ερμηνείας. Ωστόσο, αν ο παιδίατρος αποκλείσει την παθολογία, οφείλουμε να στρέψουμε το βλέμμα στα συναισθήματα αγωνίας του παιδιού, συζητώντας ήρεμα μαζί του.

3. Η πολιτική οικονομία του σχολείου: Η πάλη των τάξεων 

Η σχολική τάξη είναι ο πρώτος και σκληρότερος στίβος κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Η επιστροφή στο σχολείο μετά τις διακοπές συνοδεύεται παραδοσιακά από αφηγήσεις γιορτινών πεπραγμένων. Ερωτήσεις όπως «Τι δώρα πήρες;», «Πού πήγες ταξίδι;», «Τι καινούργια ρούχα φόρεσες;» κυριαρχούν στα παιδικά πηγαδάκια, ενώ είναι πιθανόν να ζητηθεί από τον/την εκπαιδευτικό η συγγραφή έκθεσης ή το μεγαλόφωνο μοίρασμα εμπειριών με τους συμμαθητές και τις συμμαθήτριες.

Σε μια κοινωνία που μαστίζεται από ανισότητες, η επίδειξη μπορεί να χρησιμοποιηθεί εύκολα ως εργαλείο αποκλεισμού και bullying. Ως γονείς, οφείλουμε να προετοιμάσουμε τα παιδιά μας για το γεγονός ότι δεν βιώνουν όλες οι οικογένειες τις γιορτές με τον ίδιο τρόπο, για δεκάδες διαφορετικούς λόγους.  Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια συμπεριληπτική προσέγγιση.

Αν είμαστε οι «προνομιούχοι», οφείλουμε να καλλιεργήσουμε στο παιδί μας την ταπεινότητα. Του μαθαίνουμε να «διαβάζει» το κλίμα, να δείχνει αλληλεγγύη και να μην εργαλειοποιεί τα προνόμιά του (ταξίδια, ακριβά δώρα, εμπειρίες) ως μέσα εντυπωσιασμού και επιβολής. Η ενσυναίσθηση είναι δεξιότητα που διδάσκεται. Δεν είναι έμφυτη. Χρησιμοποιούμε απλά λόγια: «Αν ένας φίλος σου δεν πήγε πουθενά, ρώτα τον τι παιχνίδι έπαιξε σπίτι του, μην του απαριθμείς τα δικά σου» ή «Προτίμησε να μοιραστείς το θετικό κλίμα και όχι τα υλικά αγαθά».

Αν είμαστε αυτοί που «δεν» (δεν πήγαμε, δεν πήραμε, δεν γιορτάσαμε), ευθύνη μας είναι η απενοχοποίηση και η αναπλαισίωση. Το παιδί καθρεφτίζει τη δική μας αμηχανία. Αν εμείς νιώθουμε ενοχές/ντροπή για όσα δεν μπορέσαμε να προσφέρουμε (λόγω οικονομικής στενότητας, ασθένειας, πένθους ή οποιουδήποτε άλλου λόγου), το παιδί θα εισπράξει ότι υστερεί. Εξηγούμε, λοιπόν, με τα κατάλληλα λόγια για την ηλικία του τι είναι διαφορετικό σε εμάς φέτος.

Δεν χρειάζεται να πει ψέματα, μα να νιώθει περήφανο για την αλήθεια του: «Εμείς δεν πήγαμε ταξίδι, αλλά κάναμε μαραθώνιο ταινιών και φτιάξαμε την καλύτερη πίτσα». Του δίνουμε να καταλάβει πως η αξία του δεν μετριέται με την ποσότητα, αλλά με την ποιότητα της σύνδεσης που βίωσε, την εμπειρία του θετικού συναισθήματος. Η αυτοπεποίθηση απέναντι στον καταναλωτισμό είναι το ισχυρότερο εφόδιο που μπορούμε να του δώσουμε – όπως φυσικά και στον εαυτό μας, ανεξαρτήτως οικονομικής κατάστασης.

4. Η νευροβιολογία της ψηφιακής αποτοξίνωσης: Οθόνες, συγκέντρωση, ύπνος

Κατά τη διάρκεια των διακοπών, μάλλον οι κανόνες για τις οθόνες χαλάρωσαν. Έτσι, η επιστροφή στη μαθησιακή διαδικασία απαιτεί μια μεγαλύτερη νευροβιολογική προσαρμογή. Ο εγκέφαλος του παιδιού, εθισμένος στην εύκολη και γρήγορη παραγωγή ντοπαμίνης που προσφέρουν τα νέα ψηφιακά περιβάλλοντα, καλείται να προσαρμοστεί στους πιο αργούς, αναλογικούς και ανθρώπινους ρυθμούς της τάξης. Η δυσφορία που θα νιώσουν τα παιδιά την Πέμπτη είναι αποτέλεσμα και χημείας.

Η προετοιμασία για την επιστροφή στο σχολείο, λοιπόν, περιλαμβάνει τη σταδιακή μείωση της έκθεσης σε οθόνες τις ημέρες που προηγούνται του ανοίγματος, λειτουργώντας ρυθμιστικά. Χρειάζεται να εξηγήσουμε στα παιδιά, ανάλογα με την ηλικία τους, πώς λειτουργεί η προσοχή και γιατί χρειάζεται να καθαρίσει το μυαλό για να μπορέσει να αποδώσει. Σε κάθε περίπτωση, μειώστε στο ελάχιστο τη χρήση οθόνης εντός της σχολικής χρονιάς.

Η επαναφορά του ωραρίου ύπνου είναι αδιαπραγμάτευτη, καθώς η έλλειψη επαρκούς ξεκούρασης σε συνδυασμό με την ψηφιακή υπερδιέγερση οδηγούν όχι μόνο σε αδυναμία συγκέντρωσης, αλλά και σε εκρηκτικές συμπεριφορές. Μην περιμένετε το βράδυ πριν από το σχολείο για να επιβάλετε στρατιωτικό νόμο. Θα φέρει μόνο εντάσεις. Η προσαρμογή ξεκινάει 3-4 ημέρες πριν, σταδιακά.

5. Αποδομώντας τον μύθο της τέλειας οργάνωσης

Τέλος, ας μιλήσουμε για εμάς, τους γονείς – και κυρίως για τις μητέρες, που στατιστικά επωμίζονται το μεγαλύτερο μέρος του περίφημου mental load, του νοητικού φορτίου της επιστροφής. Η πίεση να είναι όλα τέλεια την πρώτη μέρα (σιδερωμένα ρούχα, υγιεινά σνακ, τακτοποιημένες τσάντες, διαβασμένα παιδιά) είναι συντριπτική και μη ρεαλιστική.

Ας θυμηθούμε και εδώ την προσέγγιση του D.W. Winnicott περί της «αρκετά καλής μητέρας». Η Πέμπτη είναι απλώς άλλη μια μέρα. Αν κάτι πάει στραβά, αν ξεχαστεί ένα τετράδιο, αν το πρωινό είναι βιαστικό, δεν καταστρέφεται η ακαδημαϊκή πορεία του παιδιού. Αυτό που έχει σημασία είναι η συναισθηματική διαθεσιμότητα του γονέα. Ένα παιδί με μια ήρεμη (έστω και λίγο ακατάστατη) οικογένεια είναι πιο έτοιμο να μάθει από ένα παιδί που πηγαίνει στο σχολείο στην εντέλεια, αλλά φορτωμένο από ένταση και φωνές.

Συμπερασματικά, η ρουτίνα, εφόσον κάθε τόσο σπάει ελεγχόμενα, λειτουργεί λυτρωτικά για τον παιδικό ψυχισμό, καθώς η δομή μπορεί φαινομενικά να περιορίζει, αλλά ουσιαστικά απελευθερώνει. Περισσότερο από τους ενήλικους, τα παιδιά χρειάζονται ασφάλεια προκειμένου να μάθουν να διαχειρίζονται την καθημερινότητά τους και κάθε νέο ερέθισμα που λαμβάνουν. Η επιστροφή στο σχολείο μετά τις διακοπές θα αποκαταστήσει την εσωτερική τους ασφάλεια, ιδιαίτερα αν έχουν τον γονέα ως ψύχραιμο και διαθέσιμο πάροχο σταθερότητας κατά τη διάρκεια της επαναπροσαρμογής τους.

Image by asier_relampagoestudio on Freepik

Scroll to Top