Η Blue Monday του 2026 είναι στις 19 Ιανουαρίου, καθώς ορίζεται ως η τρίτη Δευτέρα του μήνα, στην καρδιά του χειμώνα. Το πρόβλημα είναι πως «η πιο θλιβερή μέρα του χρόνου» δεν τεκμαίρεται επιστημονικά. Η απόλυτη θλίψη είναι ένας μύθος που κατασκευάστηκε, αναπαράχθηκε στο πρώιμο διαδίκτυο και ρίζωσε στις συνειδήσεις στην εποχή της κοινωνικής δικτύωσης.
Δεν υπάρχει πρωτόκολλο μέτρησης που να μπορεί να «βγάλει» μία συγκεκριμένη ημερομηνία ως κορύφωση της θλίψης στον πληθυσμό. Για να σταθεί τέτοιος ισχυρισμός, θα χρειαζόταν μεγάλης κλίμακας δεδομένα διάθεσης, διαχρονική παρακολούθηση και σαφή ορισμό του τι μετράμε ως «θλίψη» ή «κατάθλιψη». Τίποτα από αυτά δεν έχει παρουσιαστεί.
Άλλωστε, οι καταθλιπτικές διαταραχές εμφανίζουν διακύμανση ανά άτομο, πολιτισμικό πλαίσιο και ιστορική στιγμή. Περιττό να αναφερθεί ότι η Μπλε Δευτέρα δεν υφίσταται ούτε στον DSM ούτε σε κάποια άλλη διεθνώς αναγνωρισμένη διαγνωστική κατηγορία ψυχικής υγείας.
Πώς μια άχρωμη Δευτέρα βάφτηκε ξαφνικά μπλε
Η ιστορία ξεκινά το 2005, όταν μια ταξιδιωτική εταιρεία, η Sky Travel, καταλαβαίνει ότι χρειάζεται μια καλή αφορμή για διαφημιστική προβολή των υπηρεσιών της σε μια περίοδο όπου ο κόσμος είναι σφιγμένος οικονομικά, ταλαιπωρημένος κοινωνικά και πεσμένος ψυχολογικά – αμέσως μετά τις γιορτές, σε συνθήκες χειμώνα. Έστησε, λοιπόν, ένα αφήγημα για την «πιο καταθλιπτική ημέρα του χρόνου», επιστρατεύοντας τον έμπειρο ψυχολόγο Cliff Arnall.
Εδώ φαίνεται ένας κλασικός επικοινωνιακός μηχανισμός, ότι δηλαδή δεν επιστρατεύεται ένας ειδικός για να στηρίξει τον ισχυρισμό με στοιχεία, αλλά για να τον κάνει να φαίνεται αξιόπιστος (argument from authority). Πρώτα ζητείται από τον αναγνώστη να εμπιστευτεί το συμπέρασμα και μετά, αν ποτέ, να ψάξει τα δεδομένα.
Το επικοινωνιακό κόλπο «ντύθηκε» με επιστημοσύνη χάρη σε μια «εξίσωση» που υποτίθεται ότι υπολογίζει τη χειρότερη μέρα, εξετάζοντας τον καιρό, την οικονομική κατάσταση, τον χρόνο που πέρασε από τα Χριστούγεννα, τις πρώτες αποτυχημένες αποφάσεις που οι άνθρωποι παίρνουν με παρορμητισμό την Πρωτοχρονιά, το χαμηλό κίνητρο και άλλους παράγοντες.
Το επικοινωνιακό τέχνασμα ήταν η «μετρησιμότητα». Ο Arnall πήρε σύνθετες ψυχοκοινωνικές μεταβλητές και τις παρουσίασε σαν να είχαν σαφή ορισμό, σταθερή κλίμακα και τρόπο υπολογισμού. Πολλά «λογικά» συστατικά, λίγη μαθηματική αισθητική, καθόλου πραγματική μεθοδολογία υπολογισμού.
Η εξίσωσή του γίνεται αποδεκτή επιφανειακά -και όχι ακαδημαϊκά- επειδή θυμίζει μαθηματικό τύπο και όχι επειδή πληροί επιστημονικά κριτήρια. Με άλλα λόγια, δεν αποδεικνύεται κανένας ισχυρισμός για τη συγκεκριμένη ημέρα και τη σχέση της με την θλίψη. Ακόμη κι όταν υπάρχει εποχική επίδραση, όπως συχνά συμβαίνει τον χειμώνα, δεν περιορίζεται σε μία κοινή ημερομηνία για όλους ούτε φυσικά σε ένα μόνο συγκεκριμένο εικοσιτετράωρο.
Η κριτική δεν άργησε να έρθει. Πλείστοι φορείς ψυχικής υγείας ξεκαθαρίζουν ότι δεν υπάρχει μία «πιο δύσκολη μέρα» κοινή για όλους τους ανθρώπους. Ο πολύς Dean Burnett αποδόμησε την Μπλε Δευτέρα μέσω επιστημονικής αρθρογραφίας, μιλώντας καθαρά για ψευδοεπιστήμη.
Ο Ben Goldacre, με τη σειρά του, κατέδειξε γιατί τέτοιες αφηγηματικές κατασκευές είναι επιζήμιες. Η αγορά μεταφράζει ένα ακανθώδες, πολυπαραγοντικό θέμα σε εύπεπτο «εποχικό γεγονός», καθιστώντας τα άτομα πιο παθητικά απέναντι στη δική τους εμπειρία, αλλά και πιο ευάλωτα. Αν δεν υπάρχει κατανόηση, μπορεί πάρα πολύ εύκολα να υπάρξει κατανάλωση.
Αφού είναι έτσι, γιατί λειτουργεί ακόμα;
Αν το μοντέλο που όρισε την Blue Monday είναι τόσο σαθρό, γιατί ανακυκλώνεται κάθε χρόνο και γίνεται viral;
-
Επειδή δίνει μια απλή εξήγηση για κάτι δύσκολο.
Η κακή διάθεση, η κόπωση, η αγωνία, το burnout, η εργασιακή και οικονομική επισφάλεια είναι έντονα συναισθήματα και καταστάσεις που γεννήθηκαν και εγκαθιδρύθηκαν σταδιακά στην καθημερινότητά μας την τελευταία εικοσαετία. Η Blue Monday ονοματίζει το συχνό φαινόμενο της κοινωνικής δυσθυμίας και της συλλογικής εξάντλησης, που έχει βαθιές κοινωνικές ρίζες και δεν μπορεί να περιοριστεί σε μία ημέρα και μάλιστα συγκεκριμένη, και το καθιστά εμπορεύσιμο και κυρίως αναίμακτα διαχειρίσιμο εντός του καταναλωτικού μοντέλου. -
Επειδή συμπίπτει με μια πραγματική εποχική εμπειρία.
Ο Ιανουάριος, ειδικά στο βόρειο ημισφαίριο, έχει λιγότερο φως, κρύο, περισσότερη παραμονή σε κλειστούς χώρους, περισσότερες ιώσεις. Η ρουτίνα επιστρέφει απότομα μετά τις γιορτές, μαζί με οικονομική πίεση, σχολικές απαιτήσεις και εργασιακά deadlines. Το αφήγημα, λοιπόν, πατά γερά πάνω σε αληθινές, αναγνωρίσιμες συνθήκες χειμερίας δυσκολίας και επιτρέπει την ταύτιση. -
Επειδή επιτρέπει την παραδοχή των δυσκολιών μας.
Πολλοί άνθρωποι δεν παραδέχονται εύκολα ότι δεν είναι καλά, καθώς γύρω τους φτερουγίζουν μικρές τοξικές θετικότητες, που τους κελαηδούν αδιάκοπα πως η ζωή είναι ωραία, ντροπή που βαριέσαι, έλα, ρε, σιγά που ζορίζεσαι. Ξεκίνα γυμναστήριο/περπάτημα/πλέξιμο/σεξ. Ή να γίνεις η καλύτερη εκδοχή του εαυτού σου/να βρεις το ikigai σου. Και άλλα τέτοια αγχωτικά
Τους είναι πιο εύκολο να πουν ότι φταίει η μέρα. Ε, Blue Monday σήμερα, ας σκιπάρω πόδια, φιλαράκια μου, λόγω της ημέρας και μόνο. Ούτε για μια μπίρα, μέρα που είναι ας τη ζήσω. Έτσι, μια μέρα τον χρόνο, κάνουν μια κοινωνική εξομολόγηση και παραδέχονται τον ψυχικό πόνο τους χωρίς να εκτεθούν, επειδή το παρουσιάζουν ως συλλογική και όχι προσωπική εμπειρία. -
Επειδή είναι εξαιρετικό υλικό για τα ΜΜΕ και τα ΜΚΔ.
Ένας τίτλος, μια ημερομηνία, μια έτοιμη εντυπωσιακή ιστορία, λίγες «συμβουλές». Στήνεται στο πόδι, γεμίζει εύκολα τη ροή και έχει μεγάλη ανταπόκριση. Και όσο το ξαναβλέπουμε, τόσο παύουμε να το αμφισβητούμε, μέχρι που το παίρνουμε για δεδομένο. Η δυσκολία γίνεται προϊόν και η συζήτηση για την ψυχική υγεία βγαίνει εκτός πλαισίου.Επειδή εξυπηρετεί εμπορικά.
Ταξίδια, αγορές «για να αλλάξει η διάθεση», υπηρεσίες ευεξίας. Από την αρχή, η Blue Monday παρουσιάστηκε ως αφορμή για κατανάλωση, εξυπηρετώντας το αφήγημα ότι η «διέξοδος» βρίσκεται σε κάτι που αγοράζεται. Είσαι πεσμένος; Σου λείπει κάτι. Και το «κάτι» παρουσιάζεται ως προϊόν ή υπηρεσία. Το σύστημα πρώτα μας εξουθενώνει και μετά εφευρίσκει «μέρες φουλ ακραίας θλίψης», που θα έλεγε η κόρη μου, για να μας πουλήσει θεραπείες.
Υψηλή θέση στη σύγχρονη μαζική κουλτούρα; Τσεκ!
Φυσικά, η Blue Monday δεν χρειάζεται κανένα επιστημονικό υπόβαθρο για να πείθει και να επηρεάζει, καθώς πλέον υπάρχει ως εγκαθιδρυθέν πολιτισμικό σήμα, που αναπαράχθηκε και υιοθετήθηκε κυρίως την τελευταία δεκαπενταετία, μέσω των πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης. Στην ουσία, Στην ουσία, έχει εξελιχθεί σε πολιτισμική ρουτίνα, που λειτουργεί κάθε χρόνο μάλλον ως παγίδα, παρά ως αντικείμενο προβληματισμού.
Η τάση που ξεκίνησε από τη μαρκετινίστικη ονοματοδοσία μιας κινητής ημερομηνίας, για να κινηθεί η (νεκρή συνήθως) αγορά μετά τα μέσα Ιανουαρίου, εξελίχθηκε ιδιαίτερα εύκολα μέσα σε έναν αποτελεσματικό μιντιακό μηχανισμό, που ωθεί στην κατανάλωση, δημιουργώντας ψευδείς ανάγκες, με την επίφαση της αυτοφροντίδας. Πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η ευαλωτότητα μετατρέπεται σε στόχο marketing, ως «ευκαιρία για ευεξία».
Με όρους επικοινωνίας, η Blue Monday λειτουργεί ως επαναλαμβανόμενο μοτίβο: τίτλος, ημερομηνία, συγκίνηση, εύκολη αναδημοσίευση. Η ετήσια επανάληψη παράγει αίσθηση κανονικότητας και αποδοχής. Δείτε τα feed και τα newsletters σας για προσφορές που υπόσχονται ότι θα βάψουν κάποιο άλλο χρώμα, red, yellow, green, whatever, τη «θλιβερή» μπλε Δευτέρα που μας ξημερώνει.
Κλασική περίπτωση seasonal storytelling, δηλαδή δημιουργίας ψευδών αφηγημάτων που συνδέονται με την εποχική ψυχολογία και εμπειρία του κοινού, ώστε να προκαλέσουν συναισθηματική ταύτιση και να ενισχύσουν την κατανάλωση.
Παρεμπιπτόντως, αν σας ξενίζει η λέξη blue (of a person or mood) αποδίδεται στα αγγλικά ως feeling or showing sadness. Γι’ αυτό ίσως μας ξενίζει. Το μπλε στα ελληνικά δεν ταυτίζεται παραδοσιακά με την κακή διάθεση ή τη θλίψη, αλλά σε αυτή την έκφραση, όπως και στα blues, έχει ενσωματωθεί στην κουλτούρα μας. Στην Ελλάδα, θα φτιάχναμε την γκρίζα ή τη μαύρη Δευτέρα, παίζουμε σε αυτήν την παλέτα.
Αισθάνεστε πιεσμένοι; Λογικό, αφού έχουμε χειμώνα
Αν κάτι αξίζει να θυμόμαστε από την Blue Monday είναι ότι ο Ιανουάριος είναι ένας μήνας που θέλει σίγουρα αυτοφροντίδα, όμως χαμηλής έντασης. Με πιο ακριβείς όρους, αυτό σημαίνει χρόνο για επαναρρύθμιση: ύπνου, φωτός, κίνησης, επαφής και ορίων στην πληροφορία. Αυτά επηρεάζουν άμεσα την αντοχή, την προσοχή και τη διάθεση και αν οργανωθείτε σωστά θα δυναμώσετε καθώς ετοιμάζεστε για την άνοιξη.
Όχι υποσχέσεις. Όχι μεγάλα σχέδια. Όχι παρορμητικές αγορές. Ηρεμία. Ζέστη. Καλό χειμωνιάτικο φαγητό. Μια στροφή προς την εποχική σοφία – την παραδοχή ότι το σώμα και ο νους έχουν ρυθμούς που ακολουθούν τον κύκλο της φύσης και η διατάραξή τους δημιουργεί αναστάτωση στον οργανισμό.
Εδώ κολλάει γάντι αυτό που η Katherine May ονομάζει Wintering στο ομώνυμο βιβλίο της: ο χειμώνας δεν είναι απλώς εποχή, είναι μια ψυχική κατάσταση απόσυρσης και αναγκαίας ξεκούρασης, που όμως η σύγχρονη ζωή δεν μας επιτρέπει να βιώσουμε. Η έννοια αυτή λειτουργεί ως ήπια αντίσταση στον σύγχρονο υπερενεργοποιημένο τρόπο ζωής – ένα κάλεσμα για να τιμήσουμε την αδράνεια ως ζωτική φάση.
Αυτό, άλλωστε, συνέβαινε ανέκαθεν. Δεν πρωτοτυπούμε. Προσαρμοζόμαστε ξανά σε μια τυπική συνήθεια των προγόνων μας και των ελάχιστων ακόμα κατοίκων ορεινών χωριών. Οι άνθρωποι τον χειμώνα δεν «άνοιγαν» τη ζωή τους. Τη μάζευαν. Έκοβαν τις άσκοπες μετακινήσεις, κρατούσαν δυνάμεις, έδιναν προτεραιότητα στο σπίτι, στη ζεστασιά, στα σπιτικά μερεμέτια.
Στο τραπέζι τους είχαν θρεπτικό φαγητό (σούπες με τα βραστά τους, ρίζες, παστά κρέατα, μέλι, φυτικά ροφήματα που έβραζαν, μαρμελάδες, χειμωνιάτικα φρούτα και λαχανικά, χόρτα, ζεστά όσπρια, μοναδικές πίτες). Μπαλώματα, νοικοκύρεμα, απόσυρση, προετοιμασία για την Άνοιξη. Έλεγαν «Άιντε να περάσει ο χειμώνας». Και ίσως κάτι τέτοιο χρειαζόμαστε ορισμένοι και σήμερα, για να γεμίσουμε μπαταρίες.
Μικρές κινήσεις που διώχνουν την Blue Monday και σας ξεκουράζουν βαθιά
-
Φως: Λίγη έκθεση σε φυσικό φως νωρίς μέσα στη μέρα, έστω και με σύντομη έξοδο. Ακόμα και η συννεφιά έχει θετική επίδραση στον κιρκάδιο ρυθμό και στην παραγωγή σεροτονίνης.
-
Κίνηση: 20 λεπτά ήρεμο περπάτημα, ακόμα και μέσα στο σπίτι. Η ρυθμική κίνηση διευκολύνει τη ροή ενδορφινών και μειώνει τη σωματική ένταση.
-
Ύπνος: Σταθερή ώρα ύπνου και ξυπνήματος. Άνετες πιτζάμες, ζεστές κάλτσες, σωστή θερμοκρασία. Μικρές τελετουργίες πριν τον ύπνο βοηθούν το σώμα να μπει σε λειτουργία χαλάρωσης.
-
Επαφή: Όχι κοινωνική εξάντληση, ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός. Μπορεί να είναι μία τηλεφωνική συνομιλία, μια βόλτα ή απλώς παρουσία κοντά σε ανθρώπους που προσφέρουν ασφάλεια.
-
Μείωση απαιτήσεων: Ένα πράγμα τη φορά. Ένα πρακτικό βήμα, εφικτό. Και έπειτα το επόμενο.
Αυτή είναι άλλωστε η ουσία της «χαμηλής έντασης φροντίδας» – βιώσιμη και σταθερή. -
Οθόνες: Μία συγκεκριμένη ώρα οθόνης μέσα στην ημέρα, χωρίς συνεχή ενημέρωση. Η απουσία έντονων ερεθισμάτων είναι προϋπόθεση ανασυγκρότησης. UNPLUGGED.
-
Απραξία: Να κοιτάμε το ταβάνι χωρίς ενοχές, dolce far niente, γιατί στην ουσία κάτι κάνουμε. Στρεφόμαστε στον εαυτό μας, χαλαρώνουμε, κάνουμε ελεύθερες σκέψεις, που πλέον έχουν καταργηθεί, γιατί το μυαλό μας απασχολείται από τα κινητά… Σαν να απαγορεύεται η απραξία και η ονειροπόληση σε έναν κόσμο διαρκούς συνδεσιμότητας. Επίσης, προσωπικά το αντιλαμβάνομαι ως μια πράξη αντίστασης απέναντι στην πολιτισμική φρενίτιδα της απόδοσης.
Γιατί το σκρολάρισμα τον χειμώνα είναι πιο κουραστικό:
-
Λιγότερο φως, περισσότερη κούραση
Ο εγκέφαλος παλεύει ήδη με τη νύστα και τη χαμηλή ενέργεια. Το ατελείωτο σκρόλαρισμα ρίχνει ακόμα περισσότερο την ικανότητα συγκέντρωσης και ρύθμισης της διάθεσης. -
Περισσότερος χρόνος μέσα, λιγότερη αναλογική ζωή.
Κρύο, βροχές, λιγότερες έξοδοι. Χάνουμε τα φυσικά «διαλείμματα», όπως την κίνηση, τον ήλιο, την άμεση κοινωνική επαφή, την αλλαγή περιβάλλοντος. Με τον τρόπο αυτό, η ροή ειδήσεων και αρνητικού περιεχομένου γίνεται η κυρίαρχη εμπειρία της μέρας και ο εσωτερικός κόσμος αντικαθίσταται από εξωτερικά ερεθίσματα, που εντείνουν την αίσθηση ματαιότητας. -
Ο Ιανουάριος φορτώνει πίεση και ενοχές.
Οικονομική στενότητα μετά τις γιορτές, επιστροφή σε υποχρεώσεις, άγχος να πάει καλά η χρονιά και πόσα άλλα. Σε κατάσταση στρες, το σκρολάρισμα σου δίνει περισσότερους λόγους να ανησυχείς, παρά να χαλαρώσεις βλέποντας τις αψεγάδιαστες ζωές των άλλων να «ανθούν» ενώ εσύ προσπαθείς απλά να ζεσταθείς και να μην τσακωθείς με τη μάνα/τη γυναίκα/τον άντρα/το παιδί/ τον προϊστάμενο. Η σύγκριση με την «ψηφιακά φτιασιδωμένη» ζωή των άλλων είναι η τέλεια αφορμή για αυτοϋποτίμηση.
Η Blue Monday πουλάει μια ψεύτικη ιστορία. Ο Ιανουάριος, όμως, είναι γεμάτος αλήθειες που θεραπεύονται με μικρές πράξεις φροντίδας και τρυφερότητας προς εμάς και τους/τις αγαπημένους/-νες μας.
Μπορεί να μην υπάρχει μια πιο θλιβερή μέρα του χρόνου, αλλά κάθε μέρα υπάρχει χώρος για λίγη φροντίδα του εαυτού και της οικογένειάς μας, για μια ζεστή κολοκυθόσουπα και για χουχουλιαστές αγκαλιές. Ας μας επιτρέψουμε, για λίγο, να ησυχάσουμε. Η άνοιξη θα έρθει, έτσι κι αλλιώς.



