Τις πρώτες πρωινές ώρες της Πρωτοχρονιάς, το κλαμπ “Le Constellation” στο Κραν Μοντανά των Ελβετικών Άλπεων μετατράπηκε κυριολεκτικά σε διασκέδαση μέχρι θανάτου. Η πυρκαγιά, σύμφωνα με τα πρώτα στοιχεία της έρευνας, προκλήθηκε από τη χρήση πυροτεχνημάτων πάνω σε φιάλες ποτών, τα οποία ανέφλεξαν την ηχομονωτική επένδυση της οροφής και παγίδευσαν πολλούς θαμώνες.
Ο τραγικός απολογισμός καταγράφει 40 νεκρούς και περισσότερους από 100 τραυματίες, από 14 έως 39 ετών. Οι περισσότεροι από 18 έως 25 ετών. Οι αναφορές για εγκλωβισμό λόγω ανεπαρκών εξόδων διαφυγής και για παράθυρα που χρειάστηκε να θρυμματιστούν για να εισέλθει οξυγόνο, ολοκληρώνουν το σκηνικό της φρίκης, που σημάδεψε ανεξίτηλα την είσοδο του 2026.
Ως μητέρα εφήβων, η ανάγνωση τέτοιων ειδήσεων μου προκαλεί πάγωμα. Στην εφηβεία, τα παιδιά ανοίγουν τα φτερά τους, με οδηγό τους τη φυσική αίσθηση αθανασίας που χαρακτηρίζει τη νεότητα. Εμείς δεν πρέπει να τα εμποδίζουμε. Κι όμως, ακριβώς αυτή η αθωότητα έγινε στάχτη, μαζί με τη γονεϊκή υπόσχεση πως δεν θα αγχωνόμαστε χωρίς λόγο – αυτή για μένα έγινε στάχτη μετά τα Τέμπη.
Η κατάρρευση του στερεότυπου
Το γεγονός σοκάρει διπλά διότι συνέβη στην Ελβετία. Σε μια χώρα όπου η θεσμική οργάνωση και η τήρηση των κανόνων αποτελούν δομικά στοιχεία της ταυτότητάς της. Λανθασμένα θεωρούμε πως σε τέτοιους προορισμούς-σύμβολα ευμάρειας, η ασφάλεια είναι εγγυημένη, για να μην πω αυτονόητη, λες και το υψηλό ΑΕΠ λειτουργεί ως πυροσβεστήρας
Η τραγωδία στο Κραν Μοντανά αποδεικνύει ότι η αμέλεια και η ανθρώπινη ανοησία δεν γνωρίζουν ούτε σύνορα ούτε πορτοφόλια. Η πεποίθηση πως ένα περιβάλλον υψηλής αισθητικής και υψηλού κόστους παρέχει αυτομάτως και προστασία αποδείχθηκε μια επικίνδυνη πλάνη. Το ακριβό δεν είναι απαραίτητα και ασφαλές. Συχνά, η πολυτέλεια λειτουργεί ως αναισθητικό της κριτικής μας ικανότητας.
Χαλαρώνουμε τις άμυνές μας, πιστεύοντας πως κάποιος έχει φροντίσει για όλα, ενώ στην πραγματικότητα κανείς δεν έχει φροντίσει για τίποτα. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να θυμόμαστε, πρώτα οι μεγάλοι και έπειτα, ως μάθημα μέσω παραδειγμάτων, οι μικροί. Πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να μην το διαχειριστούμε ως αγκάθι άγχους σε ό,τι κι αν κάνουμε, αλλά ταυτόχρονα να έχουμε στο πίσω μέρος του μυαλού μας ότι υπάρχει μια απειροελάχιστη πιθανότητα να χρειαστεί να αντιδράσουμε. Ας ρίχνουμε, πού και πού, δηλαδή το βλέμμα μας στην πόρτα και στον χώρο, και όχι μόνο στους καθρέφτες και στα κινητά.

Διασκέδαση μέχρι θανάτου: Η προφητεία του Πόστμαν
Στο κλασικό σύγγραμα του 1985 Amusing ourselves to death, ο Νιλ Πόστμαν έκανε μια διάκριση μεταξύ του κόσμου του Όργουελ, όπου η αλήθεια αποκρύπτεται από κάποιον «Μεγάλο Αδελφό» και του κόσμου του Χάξλεϊ, όπου η αλήθεια πνίγεται σε έναν ωκεανό ασήμαντων συγκινήσεων. Με λίγα λόγια, ο Όργουελ φοβόταν ότι θα μας καταστρέφουν αυτά που μισούμε. Ο Χάξλεϊ φοβόταν ότι θα μας καταστρέφουν αυτά που αγαπάμε. Το βιβλίο δίνει δίκιο στον Χάξλεϊ. Ο Πόστμαν προειδοποιούσε ότι ο πολιτισμός μας κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα απέραντο burlesque, όπου τα πάντα, ακόμα και ο κίνδυνος, γίνονται αντικείμενο ψυχαγωγίας.
Στο Κραν Μοντανά, η προφητική θεωρία του αποδείχθηκε εκ νέου, σκληρή, ωμή, αμείλικτη. Τα θύματα δεν παγιδεύτηκαν από κάποιον δυνάστη, που τους παρακολουθούσε κρυφά. Πήγαν οικειοθελώς, γοητευμένα από την τεχνολογία της διασκέδασης, από τη λάμψη, από το «φαίνεσθαι», με συγκεκριμένο στόχο να προβάλουν την ιδιωτική τους ζωή (οικογενειακή εκδρομή, έξοδος με φίλους, γιορτή της Πρωτοχρονιάς) σε δημόσια θέα, μέσα από live μεταδόσεις, reels και stories – έτσι αποκτάει σήμερα κάποιος εγκυρότητα στον ψηφιακό κόσμο. Ο αναλογικός πια δεν αρκεί. O Πόστμαν είχε δίκιο. Οι άνθρωποι υποδουλώθηκαν από το θέαμα, αγάπησαν την καταδυνάστευσή τους, λάτρεψαν τις τεχνολογίες, που ακυρώνουν την ικανότητά τους να σκέφτονται. Και σκέφτονται όλο και λιγότερο, συχνά με καθοδική πορεία μέχρι θανάτου.
Αυτή είναι η ανησυχητική παράμετρος που συνδέει το Κραν Μοντανά με περιστατικά εντός των τειχών μας, όπως η πυρκαγιά σε μπαρ του Παγκρατίου τον Νοέμβριο του 2024. Και στις δύο περιπτώσεις, ο κοινός παρονομαστής ήταν η ανάγκη για εντυπωσιασμό, βιντεοσκόπηση και παραγωγή περιεχομένου, από άτομα αφελή και ανενημέρωτα. Χρησιμοποίησαν εύφλεκτα υλικά σε κλειστούς χώρους χάριν του θεάματος. Αντίστοιχα δυστυχήματα έχουν συμβεί σε εορταστικές βραδιές σε πολλά μέρη παγκοσμίως. Οι ανήλικοι και οι νέοι ενήλικοι, ειδικά, δεν διαθέτουν το φίλτρο κινδύνου των μεγαλύτερων. Κανείς δεν τους προειδοποίησε τι πρέπει να προσέχουν (δες τις εξόδους, μην στέκεσαι σε στενά, αν γίνει κάτι φεύγεις χωρίς να γυρίσεις πίσω κ.ά.) Οι ενήλικοι που συμμετείχαν ή συνόδευαν φέρουν ευθύνη κρίσης. Η πρωταρχική ευθύνη παραμένει του χώρου.
Ζούμε σε μια εποχή που η διασκέδαση οφείλει να έχει φωτογένεια και ποζάρισμα μέχρι θανάτου – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Σε διαφορετική περίπτωση, απλώς δεν συνέβη. Δεν αναγνωρίζεται. Δεν είναι αποδεκτή. Το σερβίρισμα στο κοινό πρέπει να συνοδεύεται από γκλαμουριά και λάμψη, από φωτιές, φωνές, τραγούδια και εφέ που θα τροφοδοτήσουν τα social media. Σε αυτό το πλαίσιο, τα μέτρα πυροπροστασίας, οι έξοδοι κινδύνου και τα ασφαλή υλικά περνούν σε δεύτερη μοίρα, καθώς είναι αθέατα, αδιάφορα εμπορικά και κοστοβόρα. Ο ορθολογισμός – στο πρόσωπο έστω ενός ατόμου που θα γνώριζε ή θα κοίταζε την οροφή, θα αντιλαμβανόταν ότι είναι εύφλεκτη και θα φώναζε εγκαίρως, αλλά και στο πλαίσιο μέτρων ασφάλειας– έχει υποχωρήσει μπροστά στην επιθυμία για άμεση, οπτική ικανοποίηση και αδιαφορία για τα υπόλοιπα.

Η εμπιστοσύνη που χάνεται
Στην Ελλάδα, η ευαισθησία μας απέναντι σε ζητήματα ασφάλειας των νέων είναι πλέον, δικαίως, οξυμένη. Κάθε είδηση για μαζικά δυστυχήματα με απώλειες παιδιά, εφήβους και νεαρά άτομα, χτυπάει σε χαίνουσα πληγή. Χωρίς να επιχειρείται η παραμικρή εξίσωση με το έγκλημα των Τεμπών –καθώς εκεί μιλάμε για συστημική κατάρρευση δημόσιων υποδομών και όχι για ιδιωτική αμέλεια– υπάρχει ένας συνδετικός κρίκος, η απώλεια της εμπιστοσύνης και της αίσθησης μιας, έστω και στοιχειώδους, ασφάλειας.
Είτε πρόκειται για ένα τρένο στην Ελλάδα είτε για ένα κλαμπ στις Άλπεις, ο πολίτης θεωρεί ότι ισχύει ένα άτυπο συμβόλαιο που εξασφαλίζει ότι δεν κινδυνεύει. Εμπιστεύεται τη ζωή του και τη ζωή των παιδιών του σε τρίτους. Όταν αυτό το συμβόλαιο παραβιάζεται, κυριαρχεί η ανασφάλεια, που με τη σειρά της αυξάνει τα επίπεδα στρες σε μια ήδη στρεσαρισμένη πολύ κοινωνία. Η βεβαιότητα ότι είμαστε μόνοι μας απέναντι στο τυχαίο χτίζει γερά θεμέλια στους ψυχισμούς μας.
Η τραγωδία στο Κραν Μοντανά είναι μια υπενθύμιση ότι ο κίνδυνος δεν κάνει πάντοτε ταξικές διακρίσεις. Συνειδητοποιούμε πως είμαστε, τελικά, πολύ πιο μόνοι από όσο νομίζουμε απέναντι στο ενδεχόμενο του κακού – και η οικονομική μας κατάσταση δεν εγγυάται προστασία. Χρειάζεται να θυμίσω τι έγινε στο FIR Αθηνών πριν από ελάχιστα εικοσιτετράωρα; Αλλά και σε μικρότερη κλίμακα, τις καταρρεύσεις σοβάδων, μα και τοίχων ή ταβανιών, στα σχολεία, τις συνθήκες στα νοσοκομεία, τα διαλυμένα μέσα μαζικής μεταφοράς, την ανικανότητα προστασίας μας από τα φυσικά φαινόμενα και πόσα άλλα που σίγουρα ξεχνάω…

Δεν μπορούμε, και δεν πρέπει, να μεγαλώσουμε τα παιδιά μας σε γυάλα. Η ζωή εμπεριέχει ρίσκο και η νεότητα απαιτεί ελευθερία. Οφείλουμε όμως να καλλιεργήσουμε, στους εαυτούς μας και σε εκείνα, το κριτήριο να βλέπουν πίσω από τη βιτρίνα, σε μια περίοδο ριζικών ανακατατάξεων παλαιότερων βεβαιοτήτων μας, που απαιτούν επανεξέταση και επανασχεδιασμό, γιατί η εποχή της αθωότητας έχει τελειώσει οριστικά.
Να καταλάβουν τα παιδιά ότι πραγματική πολυτέλεια δεν είναι οι σαμπάνιες και τα βεγγαλικά, αλλά μια λειτουργική έξοδος κινδύνου, που ανοίγει όταν τη χρειάζεσαι – ας μην ξεχνάμε πως ζούμε σε μια σεισμογενή χώρα. Να αντιλαμβάνονται ότι η ουσιαστική ποιότητα ενός χώρου δεν αποδεικνύεται με την τιμή της φιάλης ή την trendy διακόσμηση – και εν γένει το πόσο instagrammable είναι–, αλλά με τον σεβασμό προς την ασφάλεια των πελατών και των πολιτών. Να συνειδητοποιήσουν αν η διασκέδαση που επιλέγουν είναι συνειδητή ή φορεμένη έξωθεν.
Η ασφάλεια δεν είναι κάτι διαπραγματεύσιμο. Αλλά μάλλον τη χάσαμε κι αυτή μέσα στην ψηφιακή αναμπουμπούλα των τελευταίων ετών –και ούτε καν τη διεκδικούμε σοβαρά. Αν όχι για μας, ας αντιδράσουμε τουλάχιστον για τα παιδιά μας.



