Γονείς εκπαιδευτικοί παρεμβατικοί γονείς απαξίωση εκπαιδευτικών Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών γονείς σχολείο εκπαίδευση

Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών: Τα παιδιά μας χρειάζονται γονείς και εκπαιδευτικούς στην ίδια πλευρά

Highlights

  • Σχεδόν έναν μήνα μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, οι προσλήψεις αναπληρωτών συνεχίζονται, ενώ εκατοντάδες θέσεις έμειναν ακάλυπτες λόγω έλλειψης υποψηφίων.
  • Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί αμείβονται αισθητά λιγότερο από άλλους εργαζομένους με αντίστοιχο επίπεδο σπουδών, ενώ η δημόσια δαπάνη ανά μαθητή παραμένει πολύ χαμηλότερη από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ.
  • Η πίεση που δέχονται οι εκπαιδευτικοί δεν προέρχεται μόνο από τις ελλείψεις, τη στέγαση και τις σχολικές υποδομές, αλλά και από συγκρούσεις με γονείς που αμφισβητούν συστηματικά την παιδαγωγική τους κρίση.
  • Όταν οι γονείς απαξιώνουν έναν εκπαιδευτικό μπροστά στο παιδί ή απαιτούν εξαιρέσεις από κοινούς κανόνες, δυσκολεύουν τη σχέση του ίδιου του παιδιού με το σχολείο.
  • Συμμαχία με τους εκπαιδευτικούς σημαίνει ταυτόχρονα διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών για εκείνους και σεβασμό στην επαγγελματική τους ευθύνη, χωρίς άκριτη αποδοχή όταν προκύπτει πραγματικό πρόβλημα.

Σήμερα, 5 Οκτωβρίου, Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών, χιλιάδες αναπληρωτές καλούνται να αναλάβουν υπηρεσία στα σχολεία. Η τελευταία ανακοίνωση του υπουργείου Παιδείας αφορά 6.683 προσλήψεις εκπαιδευτικών και μελών ειδικού εκπαιδευτικού και βοηθητικού προσωπικού, που πρέπει να παρουσιαστούν την 5η και την 6η Οκτωβρίου. Σχεδόν έναν μήνα μετά τον αγιασμό, η στελέχωση των σχολείων συνεχίζεται, μια και υπάρχει ακόμα μεγάλος αριθμός κενών θέσεων.

Η σύμπτωση της ημερομηνίας προσφέρεται για έναν μάλλον άβολο απολογισμό: τι ακριβώς τιμάμε όταν μιλάμε για την προσφορά των εκπαιδευτικών και ποιες συνθήκες έχουμε εξασφαλίσει προκειμένου να μπορούν να εργάζονται απρόσκοπτα στο σχολείο; Καμία σημασία δεν έχουν οι ευχές, αν δεν υπάρξουν ουσιαστικές πράξεις υποστήριξής τους.

Οι συνθήκες μέσα στις οποίες καλούνται να διδάξουν οι εκπαιδευτικοί

Ας αρχίσουμε από τα στοιχειώδη. Ένας άνθρωπος που αναλαμβάνει την εκπαίδευση των παιδιών μας χρειάζεται αξιοπρεπή αμοιβή, σπίτι στον τόπο όπου υπηρετεί, συναδέλφους με τους οποίους θα συνεργαστεί, κατάλληλες αίθουσες και υποστήριξη όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες. Χρειάζεται, επίσης, να διατηρεί την ακαδημαϊκή αυστηρότητα, να μπορεί να κάνει παρατηρήσεις, να θέτει σαφή όρια, να επιμένει στους κανόνες ή να μιλήσει για τυχόν μαθησιακές ή άλλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει ένα παιδί σε γονείς πρόθυμους να ακούσουν και όχι να διαπληκτιστούν. Στην Ελλάδα σήμερα, τα προηγούμενα, μολονότι θα έπρεπε να θεωρούνται αυτονόητα, παραμένουν αντικείμενο διεκδίκησης.

Η έκθεση Education at a Glance 2026 του ΟΟΣΑ αποτυπώνει το μισθολογικό χάσμα: οι εκπαιδευτικοί της προσχολικής εκπαίδευσης στη χώρα μας αμείβονται κατά μέσο όρο 30% λιγότερο από άλλους εργαζομένους, απόφοιτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ για τους καθηγητές γυμνασίου η διαφορά φτάνει το 24%. Η ίδια έκθεση υπολογίζει την κρατική δαπάνη ανά μαθητή γυμνασίου για το 2023 σε 6.924 δολάρια, προσαρμοσμένα στην αγοραστική δύναμη, έναντι 14.291 κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Λιγότερα από τα μισά.

Στις περιοχές με έντονη τουριστική δραστηριότητα, οι χαμηλές απολαβές μα και η νοοτροπία των κατοίκων μεγεθύνουν το πρόβλημα της στέγης. Τον Σεπτέμβριο, ο αντιπρόεδρος της ΟΛΜΕ περιέγραφε στην ΕΡΤ τη δυσκολία εύρεσης κατοικίας, ιδιαίτερα στις Κυκλάδες και στην Κρήτη, συνδέοντάς τη με αρνήσεις ανάληψης θέσεων. Ο αναπληρωτής καλείται να μετακινηθεί, να πληρώσει τη διαμονή του και να οργανώσει τη ζωή του με σύμβαση ορισμένου χρόνου και ελάχιστα χρήματα. Και εμείς περιμένουμε να μπει στην τάξη διαθέσιμος, συγκεντρωμένος, δημιουργικός.

Η επισφάλεια αυτή αφορά άμεσα και τα παιδιά. Κάθε θέση που αργεί να καλυφθεί σημαίνει αναμονή για μάθημα ή υποστήριξη. Στην ανακοίνωση της 29ης Σεπτεμβρίου, το ίδιο το υπουργείο αναφέρει ότι έμειναν ακάλυπτες 68 προγραμματισμένες θέσεις εκπαιδευτικών, οι 62 στην ειδική αγωγή, καθώς και 181 θέσεις ειδικού εκπαιδευτικού και βοηθητικού προσωπικού.

Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί διεκδικούν ασφαλή κτίρια και σαφή κατανομή ευθυνών. Η Διδασκαλική Ομοσπονδία Ελλάδας, στην απόφασή της για τις σχολικές υποδομές το 2025, ζητούσε χρηματοδότηση επισκευών, αντικατάσταση ακατάλληλων χώρων και διαχωρισμό του παιδαγωγικού έργου από την ευθύνη για την ασφάλεια των υποδομών. Ένας δάσκαλος έχει την ευθύνη της επιτήρησης των μαθητών. Την τεχνική επάρκεια του κτιρίου οφείλουν να την εξασφαλίζουν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Η σύγχυση των αρμοδιοτήτων αφήνει εκτεθειμένους και εκείνον και τα παιδιά.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το εκπαιδευτικό έργο ξεκινάει πριν από το πρώτο κουδούνι και συνεχίζεται και μετά το τελευταίο: σχεδιασμός και προετοιμασία για το μάθημα της επομένης, διορθώσεις, συνεδριάσεις, δουλειά γραφείου, ελλείψει γραμματειακού προσωπικού, επικοινωνία με οικογένειες.

Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει με ακρίβεια τη διάκριση ανάμεσα στον χρόνο διδασκαλίας και στον συνολικό χρόνο εργασίας. Στην τάξη, άλλωστε, ο εκπαιδευτικός πρέπει να παρατηρήσει, να προσέξει ποιος έμεινε πίσω, ποιος απομονώνεται, ποιος δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί και πώς θα δουλέψει με μια ετερόκλητη ομάδα μαθητών με διαφορετικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Για να το κάνει αυτό χρειάζεται χρόνο, ηρεμία και καλή συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους.

Όταν η αγωνία των γονέων γίνεται παρέμβαση

Εδώ μπαίνουμε στο κάδρο εμείς, οι γονείς. Η ανησυχία για το παιδί μας μπορεί εύκολα να οδηγήσει σε δυσπιστία απέναντι στον άνθρωπο που το διδάσκει. Μια παρατήρηση εκλαμβάνεται ως προσβολή, ένας χαμηλός βαθμός σημαίνει αυτομάτως αδικία, η περιγραφή μιας μαθησιακής, αναπτυξιακής ή συναισθηματικής δυσκολίας γίνεται αντιληπτή ως προσωπική επίθεση στην οικογένεια.

Το άγχος για το μέλλον του παιδιού και ο ανταγωνισμός για τις επιδόσεις του μπορούν να μας οδηγήσουν στην αντιμετώπιση ακόμη και μιας συνηθισμένης δυσκολίας ως απειλής που απαιτεί την παρέμβασή μας. Όσο περισσότερο αισθανόμαστε ότι ο κόσμος στον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά μας γίνεται απρόβλεπτος, τόσο εντονότερα ενδέχεται να προσπαθούμε να ελέγξουμε όσα συμβαίνουν μέσα στο σχολείο: τον τρόπο διδασκαλίας, τους βαθμούς, τις παρατηρήσεις, το θρανίο, ακόμη και τις σχέσεις του παιδιού μας με τους συμμαθητές του.

Η αγωνία αυτή είναι κατανοητή, αλλά ασύμμετρη με την πραγματικότητα. Το εκπαιδευτικό έργο ανήκε, ανήκει και θα συνεχίσει να ανήκει στους εκπαιδευτικούς. Σήμερα, οι γονείς έχουμε την παράλογη απαίτηση να προσαρμόζεται διαρκώς το σχολείο στο δικό μας παιδί. Τελικά, αυτό επηρεάζει αρνητικά το ίδιο το παιδί, το οποίο δεν αισθάνεται πλέον το σχολείο ως ασφαλές καταφύγιο και δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στην ομάδα.

Τα τελευταία χρόνια, εκπαιδευτικοί περιγράφουν ολοένα συχνότερα έντονο παρεμβατισμό των γονέων στη σχολική καθημερινότητα και αμφισβήτηση της επαγγελματικής τους κρίσης. Το κύρος τους, που στο παρελθόν ήταν υψηλό και δεδομένο, τίθεται υπό αμφισβήτηση, όπως και το λειτούργημά τους. Μάλιστα, συχνά συναντάμε γονείς να δηλώνουν περήφανοι, επειδή «νουθέτησαν» τον δάσκαλο ή τη δασκάλα. Όμως, η καλή διδασκαλία έχει ανάγκη από πλαίσιο και ελευθερία. Αν αυτά παρεμποδίζονται, παρεμποδίζεται και η μάθηση των παιδιών.

Πού οδηγούν οι παρεμβάσεις των γονέων;

Αυτού του είδους οι συμπεριφορές δεν παρατηρούνται στο σύνολο της γονεϊκής κοινότητας. Ακόμα και μια μειονότητα γονέων, όμως, μπορεί να αποδιοργανώσει σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία μιας σχολικής κοινότητας: όταν θεωρούν ότι τα παιδιά τους αδικούνται ή ότι δικαιούνται κάποια ειδική μεταχείριση, όταν απαιτούν να παρακάμπτονται κανόνες προς όφελος (έτσι, τουλάχιστον, θεωρούν) συγκεκριμένων παιδιών, όταν αμφισβητούν τη διδακτική διαδικασία ή όταν μετατρέπουν μια παιδαγωγική διαφωνία σε προσωπική επίθεση προς τον εκπαιδευτικό.

Όταν αντιδράμε παρορμητικά, ζητάμε ουσιαστικά από τον εκπαιδευτικό να επιβεβαιώνει τη (φαντασιακή) εικόνα που έχουμε για το παιδί μας και κατ’ επέκταση για την οικογένειά μας, ακόμη και όταν η σχολική καθημερινότητα δείχνει κάτι άλλο. Μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις, η αμφισβήτηση οδηγεί σε πράξεις βίας. Όλο και πιο συχνά, καταγγέλλονται περιστατικά επιθέσεων γονέων σε εκπαιδευτικούς, ακόμη και χειροδικίες. Επομένως, στο τραπέζι τίθενται και ζητήματα προστασίας των ανθρώπων που εργάζονται στα σχολεία. Η διεύθυνση οφείλει να διαχειρίζεται τις περιπτώσεις απειλών και εκφοβισμού, ώστε ο εκπαιδευτικός να έχει στήριξη και παρουσία τρίτου σε επόμενη συνάντηση με τον συγκεκριμένο γονέα.

Ένας εκπαιδευτικός που έχει δεχτεί προσβολές, απειλές ή εκφοβισμό δεν μπορεί να αφήνεται μόνος του να «διαχειριστεί» τον ίδιο γονέα στην επόμενη συνάντηση. Από εκείνο το σημείο και έπειτα η υπόθεση αφορά τη διοίκηση του σχολείου, η οποία οφείλει να θέσει σαφείς όρους επικοινωνίας. Ο γονιός δικαιούται να διαφωνεί, να ζητά εξηγήσεις και να αναφέρει ό,τι θεωρεί επιλήψιμο. Όμως, οι προσβολές, οι φωνές και οι απειλές δεν επιτρέπεται να αποτελούν μορφές γονεϊκών διεκδικήσεων.

Δεν είναι λοιπόν παράξενο το γεγονός ότι ορισμένοι εκπαιδευτικοί φτάνουν στο σημείο να φοβούνται να διδάξουν, να κάνουν παρατηρήσεις, να ξεφύγουν έστω και κατ’ ελάχιστο από τη σχολική ύλη ή ακόμα να σκέφτονται την παραίτηση έπειτα από επίμονες πιέσεις γονέων. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο γονιός συχνά προσέρχεται στη συζήτηση έχοντας ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το παιδί του αδικήθηκε και αναζητά επιβεβαίωση, όχι μια δεύτερη εκδοχή των γεγονότων από έναν ενήλικο. Έτσι, κάθε εξήγηση μπορεί να εκληφθεί ως υπεκφυγή και η επιμονή του σε έναν κανόνα ως απόδειξη ότι έχει κάτι προσωπικό με το παιδί.

Αυτή η απαξίωση των εκπαιδευτικών εκδηλώνεται και στην καθημερινότητα: σε ένα ειρωνικό σχόλιο για τη δασκάλα μπροστά στο παιδί, στην απαίτηση να εξαιρεθεί το παιδί από έναν κοινό κανόνα, στις συζητήσεις σε ομάδες γονέων, όπου ό,τι συμβαίνει στην τάξη σχολιάζεται ερήμην του εκπαιδευτικού, με –όχι και τόσο έγκυρες– μαρτυρίες, προερχόμενες από –όχι και τόσο αξιόπιστα– παιδιά.

Ακόμη και ένα βάσιμο παράπονο μπορεί να διογκωθεί, να αναπαράγεται επίμονα και να γίνει αφορμή για συλλογική στοχοποίηση ενός ανθρώπου. Στην περίπτωση αυτή, το πρόβλημα δεν εντοπίζεται πλέον μόνο στο αρχικό περιστατικό, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αυτό αναπαράγεται από γονέα σε γονέα, φορτώνεται με νέες, αναξιόπιστες λεπτομέρειες και τελικά συγκροτεί μια ολόκληρη εκδοχή για έναν εκπαιδευτικό χωρίς ο ίδιος να έχει καν συμμετάσχει στη συζήτηση.

Κάθε φορά που συμπεριφερόμαστε με αυτόν τον τρόπο, δυσχεραίνουμε τη σχέση του παιδιού με το σχολείο και με την εκπαίδευση εν γένει. Αν εμείς παρουσιάζουμε ως ανίκανο ή ανάξιο σεβασμού τον εκπαιδευτικό, πώς είναι δυνατόν να τον σεβαστεί και να τον εμπιστευτεί το παιδί μας;

Από τη διαφωνία στην απαξίωση και την επίθεση

Όμως, ο εκπαιδευτικός είναι αυτός που έχει την παιδαγωγική ευθύνη της τάξης. Διαθέτει γνώσεις, και εμπειρία και, βέβαια, τη δυνατότητα να παρατηρεί το παιδί μας μέσα σε μια ομάδα, σε συνθήκες που εμείς αγνοούμε. Εμείς γνωρίζουμε άλλες πλευρές του παιδιού μας, όσες εκδηλώνονται εκτός σχολικού πλαισίου. Συχνά, η εικόνα του παιδιού στο σπίτι με την εικόνα του στο σχολείο διαφέρουν αρκετά.

Κάθε απαίτησή μας για εξαίρεση αφορά και τα υπόλοιπα παιδιά, απέναντι στα οποία ο εκπαιδευτικός έχει την ίδια ευθύνη. Χρειάζεται, όμως, να θυμόμαστε τη διαφορά της οπτικής. Ο εκπαιδευτικός δεν διδάσκει μόνο το δικό μας παιδί. Έχει απέναντί του μια ολόκληρη τάξη. Αν ζητήσουμε κάτι που μας φαίνεται μικρό και αυτονόητο, επειδή αφορά το δικό μας παιδί, επηρεάζονται 25 παιδιά. Οι δικές μας γνώσεις είναι απαραίτητες, αλλά μόνο συμπληρωματικά. Αυτό που χρειάζεται προκειμένου ένα παιδί να αντεπεξέρχεται χωρίς άγχος και με επιτυχία στις σχολικές υποχρεώσεις είναι συνεργασία και σεβασμός στην επαγγελματική ιδιότητα του άλλου.

Ακούμε προσεκτικά το παράπονο του παιδιού και αναζητάμε τι πραγματικά συνέβη, καταρχάς επικοινωνώντας με τον εκπαιδευτικό και όχι με άλλους γονείς. Ζητάμε συνάντηση, περιγράφουμε συγκεκριμένα γεγονότα, ακούμε όσα έχει εκείνος να μας πει και συμφωνούμε μαζί πώς θα προχωρήσουμε. Μπορούμε να πούμε στο παιδί με δικά μας λόγια: «Σε ακούω. Θα μιλήσω με τη δασκάλα σου για να καταλάβουμε τι έγινε». Έτσι, το παιδί ξέρει ότι το παίρνουμε στα σοβαρά και αντιλαμβάνεται πώς οι ενήλικοι χειρίζονται μια διαφωνία.

Όταν κάνουμε μια συζήτηση με το παιδί για το τι συνέβη, προχωράμε θέτοντας ερωτήσεις και όχι με έτοιμη ετυμηγορία. Τι ακριβώς συνέβη; Τι προηγήθηκε; Πώς αντιλήφθηκε το περιστατικό ο εκπαιδευτικός; Τι χρειάζεται να γίνει από εδώ και πέρα; Μια τέτοια στάση συνήθως δίνει χώρο σε μια εκδοχή διαφορετική από εκείνη που ακούσαμε αρχικά.

Σε περίπτωση όπου προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις κακοποιητικής συμπεριφοράς, μέσα από γεγονότα και όχι απλώς παραφουσκωμένες παιδικές αφηγήσεις, προέχει η προστασία του παιδιού και η προσφυγή στους αρμοδίους. Πρώτα συζητάμε με τον εκπαιδευτικό και έπειτα με τη διεύθυνση του σχολείου, ώστε να διαπιστώσουμε αν υπάρχει πράγματι παράβαση καθήκοντος.

Ο σεβασμός στην παιδαγωγική ιδιότητα δεν προϋποθέτει άκριτη αποδοχή των πράξεων του εκπαιδευτικού. Το σχολείο οφείλει να διαθέτει διαδικασίες που προστατεύουν και τις δύο πλευρές: να διερευνά σοβαρά μια πραγματική καταγγελία για εκπαιδευτικό και να προστατεύει εξίσου σοβαρά έναν εκπαιδευτικό που υφίσταται συστηματικό εκφοβισμό ή στοχοποίηση.

Γονείς και εκπαιδευτικοί στην ίδια πλευρά

Η διαρκής επίκληση του φιλότιμου των εκπαιδευτικών επιτρέπει να παρατείνεται η ανεπαρκής στήριξή τους. Όταν μια πολιτεία απαιτεί υψηλή ποιότητα διδασκαλίας, οφείλει να αναλαμβάνει το κόστος της: επαρκή και έγκαιρη στελέχωση, αξιοπρεπείς αποδοχές, στέγαση όπου χρειάζεται, ασφαλή σχολεία, ειδικούς για τη στήριξη μαθητών και εκπαιδευτικών. Με αυτά κρίνεται έμπρακτα η εκτίμησή της για το έργο τους.

Ως γονείς, οφείλουμε να διεκδικούμε μαζί τους τις πιο καλές συνθήκες εκπαίδευσης για τα παιδιά μας. Οι εκπαιδευτικοί είναι σύμμαχοι και όχι εχθροί μας και οι συνθήκες εργασίας τους επιδεινώνονται κάθε νέα σχολική χρονιά. Τα κενά στην παράλληλη στήριξη και σε πολλές ειδικότητες της δευτεροβάθμιας, οι ασυντήρητες αίθουσες, η έλλειψη υλικών και άλλων υποδομών, η αδυναμία ενός αναπληρωτή να πληρώσει το ενοίκιό του επηρεάζουν τη σχολική μονάδα όπου στέλνουμε κάθε πρωί τα παιδιά μας. Η συμμαχία μας με τους εκπαιδευτικούς αποκτά περιεχόμενο όταν στηρίζουμε τις εύλογες διεκδικήσεις τους και κρατάμε ανοιχτή την επικοινωνία ακόμη και όταν διαφωνούμε.

Σημαίνει, επίσης, ότι αποδεχόμαστε πως το παιδί μας θα ματαιωθεί, θα δεχτεί παρατηρήσεις και διορθώσεις, θα ακούσει τα «όχι» που χρειάζεται, θα πάρει βαθμούς που δεν θα του αρέσουν και θα υποχρεωθεί να ακολουθήσει κανόνες που εφαρμόζονται σε όλους τους μαθητές της τάξης. Αυτές οι εμπειρίες αποτελούν μέρος της σχολικής και κοινωνικής ζωής του.

Όταν σπεύδουμε να τις εξαφανίσουμε κάθε φορά που το παιδί δυσαρεστείται, περιορίζουμε και τη δυνατότητά του να ενδυναμωθεί ψυχικά, να μάθει να αντέχει τις απογοητεύσεις, να διαπραγματεύεται, να αναγνωρίζει όρια, κανόνες και υποχρεώσεις, απαραίτητα για να ζει μέσα σε μια κοινότητα και να συνυπάρχει. Τα παιδιά χρειάζονται ενηλίκους που μπορούν να συνεργαστούν για χάρη τους. Έχουμε ευθύνη να τους το δείξουμε στην πράξη. Συνεργαζόμαστε με τους εκπαιδευτικούς για να προσφέρουμε στα παιδιά μας το καλύτερο δυνατό μέλλον.

Κανείς δεν έχει manual για τη γονεϊκότητα, αλλά έχουμε ο ένας τον άλλον.

Γίνε μέλος της παρέας του ParentStories για ιστορίες, ιδέες και σκέψεις που κάνουν τη γονεϊκότητα λίγο πιο αληθινή και λίγο πιο ελαφριά!

Βρες έμπνευση, στήριξη και καινούργιες οπτικές που θα σε συνοδεύουν σε αυτό το ταξίδι.

We don’t spam! Read our privacy policy for more info.