Highlights
- Η σχέση του παιδιού με το βιβλίο χτίζεται από πολύ νωρίς, μέσα από την κοινή ανάγνωση και τη σταθερή παρουσία των βιβλίων στην καθημερινότητα.
- Η αναγνωστική ευχέρεια δεν ταυτίζεται με την κατανόηση. Πολλά παιδιά διαβάζουν σωστά, αλλά δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν και να επεξεργαστούν ένα εκτενές κείμενο.
- Οι οθόνες επηρεάζουν τις αναγνωστικές συνήθειες, αλλά δεν είναι η μόνη αιτία. Σημασία έχουν επίσης ο ελεύθερος χρόνος, το σχολικό φορτίο και τα βιβλία που προσφέρονται στα παιδιά.
- Στην επιλογή ενός παιδικού βιβλίου μετρούν η ποιότητα της ιστορίας, η γλώσσα, η εικονογράφηση και ο χώρος που αφήνει το βιβλίο στο παιδί να σκεφτεί και να ερμηνεύσει.
- Τα παιδιά χρειάζονται και βιβλία που διαβάζονται για την ίδια την ιστορία, όχι μόνο βιβλία με σαφές μήνυμα ή στόχο αλλαγής συμπεριφοράς.
Η επαφή με τη λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά τη ζωή ενός παιδιού. Όμως, ποια παιδικά βιβλία αξίζει να διαβάζουμε στα παιδιά μας; Πώς επιλέγουμε, πώς διαβάζουμε και –το κυριότερο– πώς ζούμε μαζί τους την εμπειρία της ανάγνωσης; Η Βασιλική Νίκα, συγγραφέας του βιβλίου Μιλώντας στους μεγάλους για τα βιβλία των μικρών, αφουγκράστηκε την ανάγκη των ενηλίκων να χτίσουν και να ενισχύσουν τη σχέση των παιδιών με το βιβλίο και την ανάγνωση. Έτσι, δημιούργησε ένα σύγχρονο, φιλικό και χρήσιμο εγχειρίδιο, σύντροφο για το παιδικό βιβλίο, που απευθύνεται σε γονείς, εκπαιδευτικούς, βιβλιοθηκονόμους και σε κάθε ενήλικο που επιθυμεί να στηρίξει την αναγνωστική πορεία των παιδιών με αγάπη, φαντασία και επίγνωση. Το βιβλίο κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη, με τη σπιρτόζικη εικονογράφηση του Τόμεκ Γιοβάνη, από την κόμικ στριπ σειρά «Οι αναγνώστες», που δημοσιεύτηκε στα social media των εκδόσεων.
Σήμερα στο ParentStories συζητάμε με την έμπειρη εκπαιδευτικό και συγγραφέα για το σύγχρονο παιδικό βιβλίο, τον ρόλο της οικογένειας και του σχολείου στην καλλιέργεια της αναγνωστικής κουλτούρας, για την αυξανόμενη δυσκολία των παιδιών (και των ενήλικων) στην κατανόηση κειμένου, για τον ρόλο της οθόνης, για τη σημασία των βιβλιοθηκών και των επισκέψεων στα βιβλιοπωλεία και το δικαίωμα των παιδιών στις καλές ιστορίες.
Βασιλική, χαίρομαι που ξαναβρισκόμαστε, αυτή τη φορά με αφορμή το βιβλίο σου Μιλώντας στους μεγάλους για τα βιβλία των μικρών. Καταρχάς, γιατί ένιωσες την ανάγκη να το γράψεις;
Σε ευχαριστώ για την πρόσκληση και την ευκαιρία. Παρακολουθώ πάντα με μεγάλο ενδιαφέρον όσα μοιράζεσαι μαζί μας.
Λοιπόν… Όσα χρόνια ήμουν στο σχολείο, μιλούσα πολύ με γονείς για διάφορα ζητήματα. Μεταξύ αυτών για τα βιβλία και για την ανάγνωση. Άκουγα τις απορίες τους, τις δυσκολίες τους, αλλά και τη χαρά τους όταν ένα παιδί απολάμβανε την ανάγνωση ή ζητούσε να ακούσει ξανά μια ιστορία. Εμείς οι εκπαιδευτικοί συχνά θεωρούμε αυτονόητα πράγματα που για έναν γονιό δεν είναι καθόλου αυτονόητα. Για παράδειγμα, πώς διαλέγουμε ένα βιβλίο, τι κάνουμε όταν το παιδί δεν ενδιαφέρεται, αν και πώς συνεχίζουμε να του διαβάζουμε όταν έχει μάθει να διαβάζει μόνο του, και άλλα παρόμοια.
Όλα αυτά τα χρόνια συγκέντρωνα, λοιπόν, σημειώσεις, χαρτάκια, σκέψεις… Κάποια στιγμή ένιωσα ότι έπρεπε να τα βάλω σε μια σειρά και να τα μοιραστώ. Ιδίως καθώς έβλεπα πόσο δύσκολα βρίσκει πια η ανάγνωση χώρο στην καθημερινότητά μας.
Ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που να στέκεται δίπλα στους γονείς. Να τους βοηθά να γίνουν, όπως λέω στις σελίδες του, «υποστηρικτές ανάγνωσης». Γιατί η σχέση με τα βιβλία αρχίζει πολύ πριν μάθει ένα παιδί να διαβάζει. Αρχίζει από την αγκαλιά μας.
Και ευτυχώς δεν χρειάστηκε πολύς κόπος για να πείσω την Έλενα Πατάκη για όλα αυτά, αφού μοιραζόμαστε τις ίδιες αγωνίες.
Μέσα από την εμπειρία σου, πώς τα πάνε τα σημερινά παιδιά με το διάβασμα; Ποιες αλλαγές έχεις παρατηρήσει τα τελευταία χρόνια;
Συναντώ παιδιά που αγαπούν πολύ τα βιβλία, αλλά βλέπω και πόσο δυσκολεύονται να παραμείνουν σε μια ιστορία, να της δώσουν χρόνο. Χρειάζεται, βέβαια, να καταλάβουμε ότι άλλο το πόσο διαβάζουν ή πόσο τους αρέσει κάτι και άλλο αν και πόσο κατανοούν. Είναι διαφορετικά πράγματα.
Για παράδειγμα, η PISA, η παγκόσμια έρευνα του ΟΟΣΑ που αξιολογεί τις γνώσεις μαθητών σε διάφορα διδακτικά αντικείμενα, καταγράφει υποχώρηση των επιδόσεων των μαθητών στην κατανόηση κειμένου σε πολλές χώρες, όχι μόνο στην Ελλάδα, σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Αυτό είναι ένα σοβαρό ερευνητικό εύρημα, αλλά δεν μας λέει από μόνο του πόσα βιβλία διαβάζουν τα παιδιά ούτε επιτρέπει να αποδώσουμε τη μείωση των επιδόσεων σε μία μόνο αιτία. Ωστόσο, η μείωση της κατανόησης παραμένει μία πραγματικότητα η οποία μάλιστα αποτυπώνεται καθημερινά γύρω μας. Όλο και περισσότερα παιδιά, νέοι αλλά και μεγαλύτεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να κατανοήσουν ένα εκτενές κείμενο.
Αυτό σημαίνει ότι σταδιακά χάνουμε τη δυνατότητα να διαβάζουμε σε βάθος. Η Maryanne Wolf περιγράφει μια ανάγνωση στην οποία συνδέουμε όσα διαβάζουμε με όσα γνωρίζουμε, κάνουμε υποθέσεις, βλέπουμε την οπτική του άλλου και σκεφτόμαστε κριτικά. Ένα παιδί μπορεί να προφέρει σωστά όλες τις λέξεις και παρ’ όλα αυτά να δυσκολεύεται να καταλάβει γιατί ένας ήρωας άλλαξε στάση. Εκεί χρειάζεται να σταθούμε. Η κατανόηση μάς επιτρέπει να απολαμβάνουμε μια ιστορία, αλλά και να μαθαίνουμε, να κρίνουμε μια πληροφορία, να συμμετέχουμε ουσιαστικά στον κόσμο γύρω μας.
Μίλησέ μας για τη δομή του βιβλίου. Τι θα ανακαλύψουν στις σελίδες τους οι φροντιστές των παιδιών;
Ήθελα ένα βιβλίο που να διαβάζεται εύκολα και να μπορεί κάποιος να επιστρέφει σε αυτό ανάλογα με ό,τι τον απασχολεί. Αρχίζω από το χάος της καθημερινότητας και από εκείνο το πολύ οικείο «δεν έχω χρόνο». Στη συνέχεια ακολουθώ το παιδί καθώς μεγαλώνει, μέχρι να φτάσει στην εφηβεία. Κάθε περίοδος φέρνει διαφορετικές ανάγκες και επιβάλλει διαφορετικούς τρόπους για να είμαστε κοντά του ως αναγνώστες.
Υπάρχουν προτάσεις για την κοινή και τη μεγαλόφωνη ανάγνωση, για την επιλογή βιβλίων, για τη συνεργασία με το σχολείο. Αφιερώνω επίσης μια ενότητα στη σχέση βιβλίων και οθονών και μια ακόμη στη γνωριμία με τον εκδοτικό κόσμο. Ανάμεσα στις σκέψεις και στις πρακτικές ιδέες ακούγονται φωνές γονέων, εκπαιδευτικών και ειδικών. Και υπάρχουν εκείνα τα μικρά «Μμμ… καλή ιδέα!» και «Ουπς… όχι και τόσο καλή ιδέα!», που βοηθούν να ξανασκεφτούμε καθημερινές κινήσεις μας.
Είχα διαρκώς στον νου μου ανθρώπους που δουλεύουν πολλές ώρες, φροντίζουν τα παιδιά τους και συχνά νιώθουν ότι κάτι δεν προλαβαίνουν. Το τελευταίο που θα ήθελα ήταν να τους προσθέσω ακόμη μία ενοχή.
Το βιβλίο φέρει τη φιλοσοφία της κοινής ανάγνωσης, της μεγαλόφωνης ανάγνωσης, του παιχνιδιού με τα βιβλία. Δίνεις ιδιαίτερη σημασία στην ένταξη στην καθημερινότητα, ακόμα και για 10 λεπτά. Γιατί έχει τόση σημασία η διατήρηση αυτής της ρουτίνας;
Τα δέκα λεπτά είναι η αρχή και μπορούν να χωρέσουν στα ασφυκτικά προγράμματα της καθημερινότητάς μας. Όταν σκεφτόμαστε ότι πρέπει να διαθέτουμε μία ολόκληρη ώρα κάθε μέρα, θα εγκαταλείψουμε την προσπάθεια πριν καν ξεκινήσουμε. Μια μικρή, σταθερή συνάντηση γύρω από ένα βιβλίο είναι πιο εφικτή. Και σταδιακά γίνεται κάτι που περιμένουμε και εμείς και τα παιδιά.
Στο βιβλίο μιλώ για «νησίδες αργού χρόνου». Μπορεί να είναι λίγο πριν από τον ύπνο ή μια ήσυχη στιγμή μέσα στην ημέρα. Αφήνουμε το κινητό στην άκρη, ακούμε, κοιτάζουμε μαζί τις εικόνες. Το παιδί μπορεί να μας διακόψει, να επιστρέψει σε μια σελίδα ή να ζητήσει πάλι το ίδιο βιβλίο. Όλα αυτά ανήκουν στην ανάγνωση.
Φυσικά, τα δέκα λεπτά δεν είναι κάποια μαγική δόση και η ρουτίνα δεν χρειάζεται χρονόμετρο. Αξία έχει η επανάληψη μιας ευχάριστης εμπειρίας. Κι αν μια μέρα δεν τα καταφέρουμε, συνεχίζουμε την επόμενη. Θα ήθελα γονείς και παιδιά να θυμούνται τη χαρά εκείνης της στιγμής, χωρίς να αισθάνονται ότι πρέπει να συμπληρώσουν έναν ημερήσιο στόχο.
Μιλάς, επίσης, για τον παιδικό μιμητισμό. Από την εμπειρία σου, διαβάζουν οι γονείς σήμερα; Ή μήπως είναι πολυτέλεια στη σύγχρονη καθημερινότητα;
Οι γονείς ζουν κι αυτοί μέσα στην ίδια απαιτητική καθημερινότητα. Το κινητό είναι συχνά εργαλείο δουλειάς, επικοινωνίας, οργάνωσης, αλλά και ένας εύκολος τρόπος να περάσει λίγη ώρα. Καταλαβαίνω αυτή την ανάγκη.
Εκείνο που αξίζει να σκεφτούμε είναι τι βλέπει το παιδί. Μας βλέπει ποτέ απορροφημένους σε ένα βιβλίο; Μας ακούει να μιλάμε με χαρά για κάτι που διαβάσαμε; Δείχνουμε ειλικρινές ενδιαφέρον όταν μας διηγείται μια ιστορία που του άρεσε ή κάτι που διάβασαν στο σχολείο;
Στο βιβλίο προτείνω να μοιραζόμαστε και το δικό μας αναγνωστικό ταξίδι. Ένα αγαπημένο βιβλίο από τα παιδικά μας χρόνια, μια ιστορία που μας έκανε να γελάσουμε, ακόμη και μια περίοδο που δυσκολευόμασταν να διαβάσουμε. Έτσι η ανάγνωση αποκτά πρόσωπο και θέση μέσα στη ζωή της οικογένειας.
Και οι κανόνες για τις οθόνες χρειάζεται να αφορούν κι εμάς. Είναι δύσκολο να ζητάμε από ένα παιδί να αφήσει την οθόνη, ενώ εμείς ελέγχουμε κάθε ειδοποίηση. Λίγος κοινός χρόνος χωρίς συσκευές είναι μια καλή αρχή. Ούτε χρειάζεται ο γονιός να είναι μανιώδης αναγνώστης για να ξεκινήσει. Μπορεί να ανακαλύψει τη χαρά των βιβλίων μαζί με το παιδί του.
Γιατί είναι ζωτικής σημασίας οι επισκέψεις των παιδιών σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες; Ποια στάση κρατάμε αν το παιδί μας επιλέξει ένα βιβλίο που δεν μας αρέσει ή αν εμείς επιλέξουμε ένα βιβλίο που δεν του αρέσει;
Η βιβλιοθήκη προσφέρει πρόσβαση σε πολλά βιβλία χωρίς την υποχρέωση αγοράς. Προσφέρει όμως και κάτι που θεωρώ πολύ σημαντικό: την αίσθηση ότι ανήκεις κάπου. Έχω τη δική μου κάρτα μέλους, μπορώ να διαλέξω, να επιστρέψω, να συναντήσω άλλους αναγνώστες.
Το βιβλιοπωλείο, από την άλλη, δίνει την ευκαιρία να ξεφυλλίσουμε τις νέες κυκλοφορίες, να ανακαλύψουμε, να συζητήσουμε με ανθρώπους που γνωρίζουν τα βιβλία. Αυτές οι επισκέψεις αξίζουν ακόμη κι όταν φεύγουμε χωρίς να έχουμε αγοράσει κάτι.
Όσο για τις επιλογές, το παιδί δικαιούται να έχει διαφορετικό γούστο από το δικό μας. Μπορούμε να το ρωτήσουμε τι του άρεσε, να διαβάσουμε μαζί του, να του προτείνουμε και κάτι άλλο, χωρίς να υποτιμούμε την επιλογή του. Στη Μυστική πύλη, που είχα τη χαρά να μεταφράσω, ο Μακ Μπαρνέτ μάς θυμίζει πόσο καθοριστικά ελέγχουμε εμείς οι ενήλικες ποια βιβλία φτάνουν στα παιδιά. Ακριβώς γι’ αυτό χρειάζεται να ακούμε και τα ίδια τα παιδιά.
Κι αν το δικό μας βιβλίο-δώρο δεν του αρέσει, ας έχει κάρτα αλλαγής! Μπορεί να το αφήσει στην άκρη, να επιστρέψει αργότερα ή να βρει κάτι που του ταιριάζει περισσότερο. Κάθε τέτοια δοκιμή το βοηθά να γνωρίσει τον εαυτό του ως αναγνώστη.
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, η λαχτάρα για διάβασμα εξωσχολικών βιβλίων μειώνεται. Μέχρι πριν από μερικά χρόνια, αυτό συνέβαινε συνήθως μετά το πέρασμα στην εφηβεία. Πλέον, όμως, αυτό το ηλικιακό όριο έχει κατέβει σημαντικά – παρά το γεγονός ότι εκδίδονται ολοένα και περισσότερα βιβλία για παιδιά. Η εύκολη λύση είναι να κατηγορήσουμε τις οθόνες, κάτι που σίγουρα ισχύει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Όμως, φταίνε μόνο οι οθόνες;
Οι οθόνες είναι μέρος της συζήτησης, αλλά χρειάζεται να κοιτάξουμε ολόκληρη την ημέρα ενός παιδιού. Πόσο ελεύθερο χρόνο έχει; Βρίσκει βιβλία που το ενδιαφέρουν; Έχει συνδέσει την ανάγνωση με ευχαρίστηση ή κυρίως με εργασίες, διορθώσεις και αξιολόγηση; Εξακολουθεί κάποιος να του διαβάζει αφότου μαθαίνει να διαβάζει μόνο του; Συχνά αποσύρουμε την κοινή ανάγνωση ακριβώς τη στιγμή που το παιδί καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να κατακτήσει τον μηχανισμό της ανάγνωσης.
Έπειτα, η λέξη «οθόνες» περιλαμβάνει πολύ διαφορετικές εμπειρίες. Άλλο ένα ηλεκτρονικό βιβλίο και άλλο η αδιάκοπη εναλλαγή σύντομων βίντεο. Έχει σημασία το περιεχόμενο, η ηλικία, οι διακοπές και από τι άλλο στερεί χρόνο. Υπάρχουν έρευνες που δείχνουν ένα μικρό μέσο πλεονέκτημα της ανάγνωσης χάρτινων βιβλίων ως προς την κατανόηση, κυρίως σε πληροφοριακά κείμενα και ειδικότερα όταν υπάρχει χρονική πίεση. Αυτό δε σημαίνει ότι κάθε ανάγνωση στην οθόνη είναι επιφανειακή ούτε ότι το χαρτί εξασφαλίζει από μόνο του βαθιά κατανόηση.
Με απασχολεί η συνήθεια να περνάμε αμέσως στο επόμενο, πριν προλάβουμε να σκεφτούμε αυτό που μόλις είδαμε ή διαβάσαμε. Τα παιδιά χρειάζονται ευκαιρίες να παραμείνουν σε μια ιστορία και βοήθεια όταν δυσκολεύονται.
Η ανησυχία μου αφορά και δεξιότητες που μπορεί να μην προλάβουν να καλλιεργηθούν επαρκώς ή να αποκτηθούν. Περάσαμε γρήγορα από τον κίνδυνο του deskilling, δηλαδή στην αποδυνάμωση δεξιοτήτων που έχουμε ήδη κατακτήσει όταν παύουμε να τις ασκούμε, στο never skilling, δηλαδή στον κίνδυνο να μην τις αναπτύξουμε εξαρχής, επειδή παρακάμπτουμε τις εμπειρίες και την προσπάθεια που χρειάζονται για να καλλιεργηθούν. Αυτό είναι εξαιρετικά ανησυχητικό.
Γι’ αυτό θα προστάτευα τον χρόνο για ανάγνωση -τόσο στο σχολείο όσο και στην οικογένεια- και θα φρόντιζα να υπάρχουν βιβλία που να αξίζουν αυτόν τον χρόνο.
Στο βιβλίο μιλάς για τη σημασία της ανάπτυξης του αισθητικού κριτηρίου στην παιδική ηλικία, εξηγώντας γιατί είναι απαραίτητο να επιλέγουμε όμορφα βιβλία. Ποιος ορίζει σήμερα το καλαίσθητο; Αναρωτιέμαι, γιατί καθημερινά περνούν από τα χέρια και τα μάτια μου βιβλία άσχημα (σε εικονογράφηση και κείμενο), που κάνουν θραύση… Όσο για την τεχνητή νοημοσύνη; Έχει μπει για τα καλά και στον χώρο του βιβλίου, συνήθως παράγοντας σκουπίδια. Το σχόλιό σου;
Το αισθητικό κριτήριο καλλιεργείται μέσα από συναντήσεις με διαφορετικά έργα και από τη συζήτηση γι’ αυτά. Θα πρόσεχα, πάντως, να μη χρησιμοποιούμε το «όμορφο» σαν να σημαίνει πάντοτε γλυκούλι, χαριτωμένο ή διακοσμητικό. Μια εικόνα μπορεί να είναι παράξενη, λιτή, ακόμη και ανησυχητική και να είναι εξαιρετική. Με ενδιαφέρει τι αφηγείται, πώς συνομιλεί με το κείμενο, αν έχει προσωπικότητα. Επίσης, οι πωλήσεις ενός βιβλίου από μόνες τους δεν απαντούν σε αυτά τα ερωτήματα.
Ο Μπαρνέτ γράφει προκλητικά ότι μια ζωντανή παιδική λογοτεχνία περιλαμβάνει και «σκουπίδια»: η δημιουργία δεν παράγει μόνο αριστουργήματα και τα παιδιά έχουν κι αυτά δικαίωμα σε αναγνώσματα που απλώς τα διασκεδάζουν. Αυτό δεν καταργεί το κριτήριό μας. Μας βοηθά, όμως, να μη γινόμαστε «ελεγκτές» της απόλαυσής τους.
Για την τεχνητή νοημοσύνη, με προβληματίζει κυρίως η ευκολία με την οποία ένα παραγόμενο κείμενο ή μια εικόνα παρουσιάζεται ως ολοκληρωμένο έργο, χωρίς ουσιαστική επεξεργασία. Ιδίως στην εκπαίδευση, θα ήθελα να βλέπω προσοχή στη γλώσσα, στην εικόνα, στα στερεότυπα, αλλά και ειλικρίνεια για τον τρόπο δημιουργίας. Το ότι μπορούμε να παράγουμε κάτι γρήγορα δεν σημαίνει ότι αξίζει να το δώσουμε στα παιδιά.
Δείτε, για παράδειγμα, τι υπάρχει σήμερα στους τοίχους μιας αίθουσας διδασκαλίας ή μιας σχολικής μονάδας. Τα περισσότερα αισθητικά στοιχεία έχουν παραχθεί με τη χρήση της ΤΝ, χωρίς καμία ανθρώπινη παρέμβαση. Είναι σχεδόν πανομοιότυπα, στην ίδια χρωματική παλέτα, ακολουθούν τα τρεντ της εποχής. Παράλληλα, τα αριστουργήματα των παιδιών μπορεί να μένουν αόρατα.
Σκέφτομαι ότι χρειάζεται να ξανακοιτάξουμε τα σπουδαία βιβλία που ήδη έχουμε. Ένα καλό βιβλίο δεν εξαντλεί την αξία του σε μία ή δύο εκδοτικές χρονιές. Για το παιδί που το συναντά πρώτη φορά είναι καινούργιο.
Η αισθητική είναι ένα μόνο κριτήριο επιλογής παιδικών βιβλίων. Ποια άλλα αξίζουν την προσοχή μας;
Πρώτα θα κοιτούσα αν υπάρχει μια ιστορία που μας προκαλεί και μας προσκαλεί να την ακολουθήσουμε. Αν η γλώσσα έχει ζωντάνια, αν οι ήρωες κινούν το ενδιαφέρον, αν υπάρχει χιούμορ, έκπληξη ή κάτι που συνεχίζει να μας απασχολεί αφότου κλείσουμε το βιβλίο. Στα εικονοβιβλία θα παρατηρούσα ιδιαίτερα τη σχέση λόγου και εικόνας: τι προσθέτει η εικόνα και τι μας αφήνει να ανακαλύψουμε μόνοι μας.
Με ενδιαφέρει επίσης αν το βιβλίο εμπιστεύεται τον αναγνώστη του. Αν του αφήνει χώρο να σκεφτεί και να αισθανθεί, χωρίς να εξηγεί τα πάντα ή να του υποδεικνύει διαρκώς το σωστό συναίσθημα. Αυτή η συμμετοχή μπορεί να αρχίσει από πολύ μικρή ηλικία, ακόμη και με την παρατήρηση μιας λεπτομέρειας που αλλάζει το νόημα μιας σκηνής.
Και φυσικά μας ενδιαφέρει το συγκεκριμένο παιδί-αναγνώστης. Ποια είναι τα ενδιαφέροντά του, η αναγνωστική του εμπειρία, ο τρόπος με τον οποίο θα μοιραστεί το βιβλίο μαζί μας. Η ηλικιακή ένδειξη είναι μια βοήθεια, δεν είναι υποχρεωτικό να τη σεβαστούμε. Θα διάλεγα βιβλία που μπορούν να δώσουν αξία σε εκείνον τον αργό χρόνο, για τον οποίο μιλώ συχνά, να μπορέσουμε να σταθούμε, να ξαναδούμε, να απολαύσουμε.
Ζητάς από τους γονείς να εντάξουν οργανικά το βιβλίο στην οικογενειακή ρουτίνα, τόσο για τα παιδιά, όσο και για τους ίδιους. Μπορεί να δημιουργηθεί με τον τρόπο αυτό, στην εποχή της απόλυτης διάσπασης της προσοχής, μια κουλτούρα ανάγνωσης, που θα ξεκινάει από το παιδικό βιβλίο, αλλά δεν θα περιορίζεται μόνο εκεί;
Πιστεύω πως ναι. Η κουλτούρα ανάγνωσης φαίνεται σε μικρά, καθημερινά πράγματα. Για παράδειγμα, στα βιβλία που έχουμε διαθέσιμα παντού, στον χρόνο που τους δίνουμε, στις συζητήσεις που γεννιούνται γύρω τους. Ένα παιδί που βλέπει τον γονιό του να αναζητά τη συνέχεια μιας ιστορίας καταλαβαίνει κάτι που δύσκολα μεταδίδεται με λόγια και παραινέσεις.
Το παιδικό βιβλίο μπορεί να βοηθήσει την επιστροφή στην ανάγνωση για τον ίδιο τον ενήλικο. Υπερασπίζομαι με πάθος, όπως και ο Μπαρνέτ, ότι η καλή λογοτεχνία για παιδιά είναι λογοτεχνία που αξίζει να παίρνουμε στα σοβαρά. Μπορεί να μας ξαφνιάσει, να μας συγκινήσει, να μας κάνει να ξανασκεφτούμε όσα θεωρούμε δεδομένα για την παιδική ηλικία.
Βέβαια, κάθε οικογένεια ξεκινά από διαφορετικές συνθήκες. Ο χρόνος, τα χρήματα και η πρόσβαση σε βιβλία δεν είναι αυτονόητα για όλους. Γι’ αυτό η προσπάθεια στο σπίτι χρειάζεται στήριξη από βιβλιοθήκες και σχολεία. Θα ήθελα οι γονείς να νιώθουν ότι μπορούν να αρχίσουν με κάτι μικρό και ευχάριστο, ακόμη κι αν οι ίδιοι έχουν απομακρυνθεί από την ανάγνωση.
Τα βιβλία με συνοδεύουν παιδιόθεν. Αν δεν διάβαζα, απλώς δεν θα ήμουν εγώ. Δεν μπορώ να φανταστώ μια ζωή χωρίς ανάγνωση, χωρίς τις χάρτινες σελίδες ως αναφορές γνώσης, διασκέδασης, συντροφιάς, παρηγοριάς, βαρεμάρας, χαράς… Γνωρίζω καλά, λοιπόν, ότι η επαφή με τη λογοτεχνία μπορεί να αλλάξει τη ζωή ενός παιδιού, ενός εφήβου, ενός ενηλίκου. Αφήνω απέξω την οικογένεια. Τι κάνει, ουσιαστικά και στην πράξη, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα προκειμένου να καλλιεργήσει τη φιλαναγνωσία ως μια θεραπευτική, ασφαλή και απολαυστική εμπειρία εμβύθισης, ως μια δεξιότητα που αν κατακτηθεί δεν χάνεται;
Έχω συναντήσει εκπαιδευτικούς που κάνουν πολύ ουσιαστική δουλειά. Διαβάζουν στα παιδιά, συζητούν μαζί τους, φέρνουν βιβλία στην τάξη, δημιουργούν αναγνωστικές παρέες ή λέσχες. Γίνονται οι ίδιοι τα πρότυπα.
Το σχολείο, όμως, έχει πια πολλές απαιτήσεις και ασφυκτικό χρόνο. Η πρόσβαση σε μια ενημερωμένη βιβλιοθήκη που λειτουργεί σταθερά δεν είναι εξασφαλισμένη για κάθε παιδί. Έτσι, πολλά εξαρτώνται από την επιμονή συγκεκριμένων ανθρώπων.
Θα ήθελα αυτή η προσπάθεια να στηρίζεται πιο συστηματικά. Με σταθερό χρόνο για ανάγνωση, βιβλιοθήκες με πόρους και ανθρώπους που τις φροντίζουν, στήριξη των εκπαιδευτικών και υποστήριξη των παιδιών που δυσκολεύονται. Ένα παιδί που κοπιάζει σε κάθε λέξη χρειάζεται τον κατάλληλο τρόπο για να χαρεί την ιστορία. Δεν μπορούμε να έχουμε απόλαυση ανάγνωσης αν δεν έχουμε αναγνωστική επάρκεια.
Θα προστάτευα επίσης την ανάγνωση από το να καταλήγει κάθε φορά σε κάποιο φύλλο εργασίας. Μπορούμε να διαβάσουμε, να κουβεντιάσουμε, να διαφωνήσουμε για έναν ήρωα ή απλώς να μείνουμε για λίγο με όσα νιώσαμε, χωρίς να πούμε απολύτως τίποτε. Και δεν πιστεύω καθόλου ότι υπάρχει ένα σημείο, στο οποίο η ανάγνωση έχει κατακτηθεί οριστικά και επομένως έχουμε φτάσει στον στόχο. Πάντα θα χρειάζεται ευκαιρίες για να διατηρείται και να βαθαίνει.
Η λογοτεχνία μπορεί να γίνει παρηγοριά και ασφαλής τόπος συνάντησης με δύσκολα συναισθήματα, χωρίς να εγγυάται την ίδια εμπειρία για όλους. Και το σχολείο οφείλει να κάνει αυτή τη συνάντηση δυνατή για κάθε παιδί. Αυτή είναι η ομορφιά του σχολείου. Κάνει τα αδύνατα δυνατά.
Για το τέλος, ένας προβληματισμός μου που θέλω να μοιραστώ. Εκδίδονται ολοένα και περισσότερα βιβλία συμπεριφοράς. Τα αγαπώ, αναγνωρίζω τη χρησιμότητά τους, λυπάμαι που δεν είχα ορισμένα από αυτά ως παιδί, λυπάμαι που δεν πρόλαβα να διαβάσω κάποια άλλα με τα παιδιά μου, πριν μεγαλώσουν. Αλλά… πολλαπλασιάζονται με ταχύτητα φωτός, ανακυκλώνοντας συχνά την ίδια θεματολογία, καλύπτοντας ή ακόμα και εκθρονίζοντας την καθαρή λογοτεχνία. Μου λείπουν οι καλές ιστορίες, με πλοκή και πλούσιο λεξιλόγιο, που ξεχωρίζουν γιατί είναι απλώς καλές ιστορίες και ενδυναμώνουν χωρίς να «φωνάζουν». Τα δε παιδιά ενδέχεται να αντιλαμβάνονται τα βιβλία ως γονεϊκές μεθόδους διόρθωσής τους. Ποια είναι η άποψή σου;
Μου λείπουν κι εμένα εκείνες οι ιστορίες που με κρατούσαν ξύπνια μέχρι αργά και δυσκολευόμουν να τις αφήσω από το χέρι. Υπάρχουν βέβαια και σήμερα και αξίζει να τις αναζητούμε και να τις στηρίζουμε.
Καταλαβαίνω παράλληλα την ανάγκη ενός γονιού ή ενός εκπαιδευτικού να βρει ένα βιβλίο που θα τον βοηθήσει να μιλήσει για κάτι δύσκολο. Θα ανατρέξω και πάλι στον Μπαρνέτ, ο οποίος ασκεί κριτική στη «βιομηχανία της ευγένειας» και στα βιβλία που περιορίζονται στη μετάδοση (εύπεπτων) μηνυμάτων. Η ένστασή του αφορά, κυρίως, την προσδοκία ότι ένα σωστό μήνυμα αρκεί για να στηρίξει μια καλή ιστορία. Μπορεί να συμφωνούμε απόλυτα με τη θεματική ενός βιβλίου, αλλά η αφήγησή του να είναι αδύναμη.
Όταν προσφέρουμε διαρκώς βιβλία για να διορθώσουμε μία συμπεριφορά ή να αλλάξουμε μία πεποίθηση, υπάρχει ο κίνδυνος το παιδί να νιώσει ότι κάθε ιστορία κρύβει μια υπόδειξη από κάποιον ενήλικο. Εγώ θα ήθελα να δίνουμε χώρο στον μικρό αναγνώστη να συναντήσει ήρωες ατελείς, ήρωες και ηρωίδες που θυμώνουν, φοβούνται, ζηλεύουν, κάνουν λάθη. Να το κάνουν να γελάσει, να αναρωτηθεί, να αναγνωρίσει κάτι δικό του ή και κάτι εντελώς ξένο. Ένα θεματικό βιβλίο μπορεί ασφαλώς να είναι και καλογραμμένο. Το ζητούμενο είναι τι συμβαίνει μέσα στην ιστορία, πώς είναι γραμμένη, πόση ελευθερία αφήνει στον αναγνώστη.
Τα παιδιά δικαιούνται καλές ιστορίες τώρα, για να χαίρονται και να ζούνε τη ζωή τους σήμερα. Αυτό θα ήθελα να θυμόμαστε κάθε φορά που διαλέγουμε ένα βιβλίο για κάποιο παιδί.
Μιλώντας στους μεγάλους για τα βιβλία των μικρών
Πώς να διαλέγουμε και να διαβάζουμε παιδικά βιβλία
Κείμενο: Βασιλική Νίκα
Εικονογράφηση: Τόμεκ Γιοβάνης
Εκδόσεις Πατάκη
Η Βασιλική Νίκα γεννήθηκε στη Χαλκίδα το 1963. Σπούδασε παιδαγωγικά και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στη μεταφρασεολογία. Είναι διδάκτωρ Κοινωνικής Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου. Τα τελευταία χρόνια διδάσκει στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ, όπου υπηρετεί ως Ε.ΔΙ.Π. Από το 2001 μεταφράζει βιβλία κυρίως από τα ιταλικά. Το 2007 τιμήθηκε από την Εταιρεία Μεταφραστών Λογοτεχνίας με το Βραβείο Μετάφρασης ξένου λογοτεχνικού έργου για παιδιά ενώ το 2006 αναγράφηκε στον Τιμητικό Πίνακα Άντερσεν 2006. Παράλληλα είναι συγγραφέας πολλών εκπαιδευτικών βιβλίων, ενώ διευθύνει και τις λογοτεχνικές σειρές “Χωρίς Σωσίβιο” και “Στα Βαθιά” που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Πατάκη.





