Highlights
- Τα παιδιά συχνά μιλούν αρνητικά για τον εαυτό τους, άλλοτε περαστικά και άλλοτε ως ένδειξη βαθύτερης δυσκολίας.
- Ο αρνητικός εσωτερικός λόγος χρειάζεται προσοχή όταν γίνεται επίμονος, γενικεύεται και επηρεάζει σχέσεις, σχολείο, ύπνο, φαγητό ή διάθεση.
- Παιδιά με τελειομανία, χαμηλή ανοχή στη ματαίωση ή εμπειρίες bullying μπορεί να εσωτερικεύουν πιο εύκολα αρνητικές σκέψεις.
- Οι γονείς βοηθούν περισσότερο όταν ακούν, αναγνωρίζουν το συναίσθημα και δίνουν ρεαλιστικό πλαίσιο, αντί να απαντούν με υπερβολική καθησύχαση.
- Όταν ο αρνητικός λόγος επιμένει ή συνυπάρχει με αλλαγές στη συμπεριφορά, χρειάζεται επικοινωνία με το σχολείο και πιθανή βοήθεια ειδικού.
Τα παιδιά μιλούν αρνητικά για τον εαυτό τους αρκετά συχνά. Τα ακούμε να λένε: «Είμαι τόσο χαζός!», «Δεν με συμπαθεί κανείς»,«Είμαι κοντή» ή «Είμαι άσχημος». Μερικές φορές, γκρινιάζουν απλώς πάνω στην κουβέντα ή προσπαθούν να εκμαιεύσουν την επιβεβαίωσή μας, χωρίς τα λόγια τους να σημαίνουν κάτι ιδιαίτερο. Όμως, ο διαρκής αρνητικός εσωτερικός λόγος στα παιδιά, όταν παίρνει τη μορφή επίμονου μηρυκασμού, αντανακλά μια μη υγιή τάση τους να σκέφτονται το χειρότερο για τον εαυτό τους — γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε κάτι σοβαρότερο ή που αποτελεί ήδη ένδειξή του.
Τι είναι ο εσωτερικός λόγος και τι ο μηρυκασμός;
Ο εσωτερικός λόγος (ή εσωτερική φωνή) είναι, στην ουσία, ο καθημερινός, σιωπηρός μονόλογος με τον οποίο εξασκούμαστε στη γλώσσα, αφηγούμαστε στον εαυτό μας όσα συμβαίνουν γύρω μας και τον καθοδηγούμε, καθώς εκτελούμε μια εργασία.
Ο μηρυκασμός είναι μια κατάσταση που πολλοί άνθρωποι βιώνουν, χωρίς καν να το συνειδητοποιούν. Πρόκειται για τον αδιάκοπο κύκλο αρνητικών σκέψεων που μπορεί να παγιδεύει και να μας εμποδίζει να απολαύσουμε τη ζωή.
Ενίοτε, όλοι γινόμαστε επικριτικοί με τον εαυτό μας. Αυτό δεν αποτελεί από μόνο του άμεσο λόγο ανησυχίας, άλλωστε ο εσωτερικός λόγος δεν είναι πάντα αρνητικός και συχνά αποδεικνύεται εποικοδομητικός. Όμως, μπορεί να πάρει αντίθετη κατεύθυνση. Γι’ αυτό είναι χρήσιμο να γνωρίζουμε τι οδηγεί ένα παιδί να υποτιμά τον εαυτό του και πότε αυτό πρέπει να μας ανησυχήσει.
Γιατί τα παιδιά είναι αυστηρά με τον εαυτό τους;
Τα παιδιά συχνά μιλούν για τον εαυτό τους μέσα από τη σαρωτική λογική τού «όλα ή τίποτα». Για παράδειγμα, αν ένα παιδί δεν τα πάει καλά σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, μπορεί να εκφράσει την απογοήτευσή του με απολυτότητα: «Είμαι άσχετος στο ποδόσφαιρο!» Όταν αυτές οι ισοπεδωτικές σκέψεις επιμένουν, αρχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά την αυτοεκτίμηση και την αυταξία.
Τα παιδιά που θέτουν υψηλούς έως και ανέφικτους στόχους είναι πιο επιρρεπή στον αρνητικό εσωτερικό λόγο. Αν εμφανίζουν έντονη τάση τελειομανίας, μπορεί να αποδειχτούν τόσο σκληρά με τον εαυτό τους, ώστε να τον εξαντλήσουν απόλυτα, προσπαθώντας να πετύχουν.
Μερικές φορές, τα παιδιά υποτιμούν τους εαυτούς τους, χρησιμοποιώντας φράσεις που λειτουργούν ως ασπίδα κοινωνικής προστασίας, όπως «αποκλείεται να πάω καλά στο τεστ!» ή «είμαι χαζός». Με άλλα λόγια, προσπαθούν να προλάβουν τους άλλους και κάθε ενδεχόμενο ματαίωσης, σχολιάζοντας πρώτα τα ίδια αρνητικά τον εαυτό τους.
Άλλες φορές, πάλι, τα παιδιά μιλούν αρνητικά για τον εαυτό τους, προσπαθώντας να τραβήξουν την προσοχή ή ακόμα και να χειραγωγήσουν. Για παράδειγμα, ένα παιδί που στόχο έχει να δημιουργήσει ενοχές στους γονείς του, μπορεί να δηλώνει πόσο κακός μαθητής είναι ή ακόμα ότι είναι άξιο τιμωρίας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αυτοκριτική μπορεί να μαρτυρά έλλειψη ψυχικής ανθεκτικότητας. Αν τα παιδιά αντιδρούν συστηματικά στις ματαιώσεις μηρυκάζοντας δυσανάλογα προς το ίδιο το γεγονός, ίσως αρχίσουν να αποφεύγουν ορισμένες εμπειρίες ή χάσουν κάθε κίνητρο να επιμένουν όταν συναντούν δυσκολίες.
Αν ένα παιδί δέχεται πειράγματα ή bullying, είναι εύκολο να εσωτερικεύσει τις προσβολές που δέχεται, πιστεύοντας όλα τα άσχημα πράγματα που ακούει από τους συμμαθητές του.
Πότε ο αρνητικός εσωτερικός λόγος στα παιδιά χρειάζεται προσοχή;
Ο αρνητικός εσωτερικός λόγος στα παιδιά είναι μια φυσική διαδικασία που δεν εμπνέει ανησυχία. Μπορεί, όμως, να είναι ένδειξη χαμηλής αυτοεκτίμησης, μαθησιακών δυσκολιών, άγχους ή κατάθλιψης. Ακολουθούν σημάδια που αξίζει να προσέξουμε:
-
Το παιδί είναι αυστηρό με τον εαυτό του και το εκφράζει ξεκάθαρα. Η επιμονή του είναι διάχυτη σε κάθε πτυχή της καθημερινότητάς του.
-
Όσα υποστηρίζει το παιδί δεν συμβαδίζουν με τα πραγματικά δεδομένα – για παράδειγμα, δέχεται προσκλήσεις για παιχνίδι ή πάρτι, αλλά εξακολουθεί να αγχώνεται ότι κανείς δεν το συμπαθεί.
-
Ο μηρυκασμός επηρεάζει τις σχέσεις ή τις σχολικές επιδόσεις του παιδιού.
-
Οι συνήθειες του παιδιού στο φαγητό ή στον ύπνο αλλάζουν.
-
Το παιδί παραπονιέται συχνά και αόριστα ότι «δεν αισθάνεται καλά», χωρίς να εντοπίζονται παθολογικά συμπτώματα.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς
Ακολουθούν ορισμένοι τρόποι για να βοηθήσουμε τα παιδιά να σπάσουν τον κύκλο των αρνητικών σκέψεων:
Ακούμε και αναγνωρίζουμε το συναίσθημα
Ίσως προσπεράσουμε το σχόλιο ενός παιδιού την πρώτη φορά σχολιάζει αρνητικά τον εαυτό του. Όμως, καλό θα ήταν να μην αγνοούμε τέτοια σχόλια, ακόμη κι αν μας ακούγονται υπερβολικά ή δεν βασίζονται στην πραγματικότητα. Αντίθετα, προσφέρουμε στο παιδί έναν ασφαλή χώρο για να μιλήσει γι’ αυτό που το απασχολεί και προσπαθούμε να καταλάβουμε τι του συμβαίνει και τι του γεννάει αυτή την αυστηρότητα προς τον εαυτό του.
Προσφέρουμε μια ρεαλιστική προσέγγιση
Δεν απαντάμε στην αυτοκριτική και στον μηρυκασμό με υπερβολικά αισιόδοξες «θετικές σκέψεις», αλλά προτιμάμε μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση. Αν ένα παιδί εκφράζει την πεποίθηση πως κανείς δεν θα του μιλήσει την πρώτη μέρα στο καινούργιο του σχολείο, δεν χρειάζεται να του πούμε ότι, όχι, θα είναι υπέροχα και θα κάνει ένα σωρό φίλους. Παραδεχόμαστε ότι η συνθήκη μπορεί να είναι λίγο τρομακτική και έπειτα καθησυχάζουμε εξηγώντας ότι, μόλις εγκλιματιστεί, είναι πολύ πιθανό να κάνει παρέες και να περνάει καλά.
Δίνουμε το σωστό πλαίσιο
Οι ενήλικοι μπορούμε να προσφέρουμε στα παιδιά μια ευρύτερη προοπτική αν πλαισιώσουμε εκ νέου την εμπειρία τους, επαναφέροντάς τη στις σωστές της διαστάσεις. Τα βοηθάμε να εντοπίσουν τι ακριβώς τα αναστάτωσε ή τι τα έκανε να μιλήσουν τόσο σκληρά για τον εαυτό τους, και εξηγούμε ότι μια κακή στιγμή δεν ισοδυναμεί με αποτυχία.
Γινόμαστε παράδειγμα
Τα παιδιά μιμούνται. Σταματάμε να επικρίνουμε τον δικό μας εαυτό, δεν κολλάμε στα λάθη μας και δεν ανησυχούμε δυνατά για το βάρος μας. Γινόμαστε πρότυπο υγιούς αυτοεκτίμησης. Μοιραζόμαστε ιστορίες από τη ζωή μας για να συνδεθούμε με το παιδί. Είτε πρόκειται για ελαφρώς παραλλαγμένα παραδείγματα είτε για κάτι απολύτως αληθινό, δείχνουμε στο παιδί έναν ψύχραιμο τρόπο διαχείρισης και έναν πιο ρεαλιστικό εσωτερικό λόγο. Κάνουμε καλό και στον εαυτό μας, εντοπίζοντας τα προσωπικά μας μοτίβα σκέψης.
Αλλάζουμε λογική στην πράξη
Αν μας ξεφύγει δυνατά κάτι αρνητικό για τον εαυτό μας, μπορούμε να το μετατρέψουμε σε πολύτιμο μάθημα για όλους. Έστω πως κάψαμε το φαγητό και φωνάξαμε αυθόρμητα ένα απογοητευμένο «είμαι απαίσιος μάγειρας!». Συνεχίζουμε τη σκέψη μας δυνατά ώστε να συνεχίσει να ακούει το παιδί: «Βασικά, μια χαρά μαγειρεύω. Απλώς σήμερα μου κάηκε το φαγητό. Δεν θα αφήσω μια κακή στιγμή να με επηρεάσει. Απόψε, αναγκαστικά, παραγγέλνουμε!»
Επικοινωνούμε με το σχολείο
Μοιραζόμαστε με τους εκπαιδευτικούς όσα ακούμε στο σπίτι και ενημερωνόμαστε για τη συμπεριφορά του παιδιού στην τάξη. Η ματιά τους βοηθάει να αποκτήσουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα. Ζητάμε τη συνεργασία τους για τη διαχείριση του προβλήματος και τους εμπιστευόμαστε.
Ζητάμε τη βοήθεια ειδικού
Αν ο μηρυκασμός επιμένει και επηρεάζει αρνητικά την καθημερινότητα του παιδιού ή αν συνυπάρχει με άλλες ανησυχητικές αλλαγές στη διάθεση και στη συμπεριφορά του, χρειάζεται να απευθυνθείτε σε έναν/μία ειδικό ψυχικής υγείας, που θα βοηθήσει να εντοπιστεί η ρίζα του προβλήματος και να βρεθεί ο κατάλληλος τρόπος αντιμετώπισής του.

