μοναξιά εξετάσεις

Χτύπα τη θλίψη καταγής και πέταξε το μαράζι στα σκουπίδια: Η μοναξιά ως καθρέφτης μιας κοινωνίας σε κρίση

Η επιλογή της Πολιτείας να θέσει στο τραπέζι των Πανελλαδικών Εξετάσεων την υπογεννητικότητα, την ψηφιακή απομόνωση, τη μοναξιά και το χάσμα των γενεών συγκρούεται με ανοιχτές κοινωνικές πληγές. Μολονότι σε κάποιους φαντάζει ως προσπάθεια χαρτογράφησης των αιτίων της πολύπλευρης και πολύχρονης κρίσης που μαστίζει τη χώρα, οι συνθήκες που οδήγησαν σε αυτή την κοινωνική πραγματικότητα υποτιμώνται και η πολιτική ευθύνη για το «μαράζι», μια λέξη που τόσο ταιριάζει στη σημερινή μας πραγματικότητα και θυμηθήκαμε σήμερα, μεταμορφώνεται σε ατομική.

Με άλλα λόγια, οι υποψήφιοι κλήθηκαν να διαχειριστούν σοβαρά κοινωνικά ζητήματα, μέσα από ένα πρίσμα που παρακάμπτει εντελώς τις δομικές κοινωνικές ανισότητες και την πραγματική κατάσταση της σύγχρονης Ελλάδας, καθώς αναδεικνύει τις προσωπικές επιλογές, τη δυστοκία του σχετίζεσθαι και τη διαχείριση της ατομικής ψυχολογίας σε βασικές πηγές του προβλήματος. Για άλλη μια φορά η ευθύνη μετακυλίεται στον άνθρωπο.

Οι οθόνες ως ψηφιακό καταφύγιο ελλείψει συλλογικής ζωής, δημόσιου χώρου και προσωπικού χρόνου

Η ανάλυση στο ψηφιακό πεδίο εγκλωβίζεται σε μια επιφανειακή κριτική για τη χρήση των smartphones. Δεν διαφωνώ επί της αρχής για τα σύνθετα και σοβαρά προβλήματα που προκύπτουν από τη σχέση των μαθητών με την οθόνη στην Ελλάδα, αλλά διαβλέπω μια μονομέρεια σε ένα θέμα αρκετά σημαντικό, ώστε να μην του αξίζει μια βαθύτερη και ολόπλευρη ανάλυση.

Με άλλα λόγια: Η οθόνη δεν προκαλεί συναισθηματικό κενό και μοναξιά στους νέους από μόνη της. Αντιθέτως, καταλαμβάνει τον κενό χώρο που δημιουργήθηκε εξαιτίας των προβλημάτων των νοικοκυριών, τη συρρίκνωση της συλλογικής ζωής και τη γενικευμένη έκπτωση της ψυχικής υγείας.

Οι γονείς, θύματα και οι ίδιοι μιας εξουθενωτικής κούρσας επιβίωσης, αδυνατούν να προσφέρουν μια βασική δεξιότητα στα παιδιά τους: την αδιάσπαστη προσοχή. Έτσι, το σπίτι καταλήγει να είναι ένας χώρος όπου η συνύπαρξη υποκαθίσταται από την τυπική σιωπηρή παρουσία, και η λεκτική επικοινωνία συχνά περιορίζεται στην απλή διεκπεραίωση εκκρεμοτήτων.

Η απομόνωση των εφήβων είναι καταρχάς απόρροια:

  • της εκπαιδευτικής αποτυχίας,
  • της έλλειψης δημόσιων, φιλόξενων και ασφαλών, φυσικών χώρων αναλογικής συνύπαρξης, κίνησης και δράσης και
  • μιας δυσβάσταχτης καθημερινότητας, που επιβάλλει την ασταμάτητη ατομική παραγωγικότητα ως μόνη διέξοδο σε μια ρευστή αγορά εργασίας, που ήδη φαντάζει απειλητική για τους νέους.

Επομένως, το smartphone λειτουργεί ως ψηφιακό καταφύγιο ενός υποκειμένου που στερείται τρόπους φυσικής αλληλεπίδρασης στον πραγματικό κόσμο, πέραν από τις απαιτήσεις των ενηλίκων για επιδόσεις και αποτελέσματα. Δεν φταίει η τεχνολογία per se. Το πρόβλημα είναι ο τρόπος χρήσης της, που προς το παρόν –μην κοροϊδευόμαστε– εξυπηρετεί αποκλειστικά τις επιταγές της Αγοράς.

Η υπογεννητικότητα δεν είναι ατομικό πρόβλημα

Αντίστοιχα, η υπογεννητικότητα αντιμετωπίζεται με μια οπτική που αγνοεί τις αιτίες της – μπορείτε εδώ να δείτε μια πρόσφατη ανάλυσή μου σχετικά με το θέμα. Η απόφαση για ένα ζευγάρι να φέρει στον κόσμο ένα παιδί δεν μπορεί σήμερα να θεωρείται αυτονόητη, γιατί σταθμίζεται μέσα σε ένα περιβάλλον πολυετούς οικονομικής κρίσης, αυξανόμενης ακρίβειας, εργασιακής επισφάλειας, στεγαστικής κρίσης, κοινωνικής φτωχοποίησης και σχεδόν απόλυτης απουσίας υποστηρικτικών για τις οικογένειες δομών.

Οι έχοντες παιδιά γνωρίζετε καλά ότι οι εξαγγελίες περί στήριξης των νέων ζευγαριών ούτε καν αγγίζουν την επιφάνεια του προβλήματος και εξυπηρετούν αποκλειστικά επικοινωνιακούς σκοπούς και κακοδιαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.

Όταν το σύστημα μεταφέρει το σύνολο της ευθύνης για την ανατροφή στους ώμους του γονέα, απαιτώντας ταυτόχρονα την πλήρη αφοσίωσή του στην εργασία, η συζήτηση για την αναστροφή της δημογραφικής κάμψης παραμένει κενή νοήματος.

Οι άνθρωποι σήμερα δεν αποφεύγουν τη γονεϊκότητα από έλλειψη διάθεσης ούτε από εγωισμό. Κανείς δεν μπορεί να τους κουνήσει το δάχτυλο, αν δεν κάνουν παιδιά. Ούτε επιθυμούν ούτε μπορούν να φέρουν στον κόσμο μια νέα ζωή σε ένα περιβάλλον, όπου δεν τους επιτρέπεται να σταθούν οι ίδιοι όρθιοι. Αυτή η υπαρξιακή αβεβαιότητα δεν οφείλεται στους ίδιους, αλλά στην Πολιτεία, που τους ρίχνει το μπαλάκι. Θα μου πείτε, τι πιο σύνηθες να συμβεί;, που λέει και μια ψυχή.

Το παπανούτσειο χάσμα των γενεών

Το χάσμα των γενεών, θέμα που αναλύουμε ξανά και ξανά εδώ και δεκαετίες, προκύπτει εξαιτίας ενός κόσμου που αντιμετωπίζει τους νέους  ως αναλώσιμα εξαρτήματα της μηχανής ενός αβέβαιου μέλλοντος και τους παλαιότερους παραιτημένους από τον ρόλο τους στη μετάδοση της εμπειρίας.

Είναι εύκολο να συνεχίσουμε την αναπαραγωγή στερεοτύπων για τους «νέους που δεν ακούν» και τους «μεγαλύτερους που δεν καταλαβαίνουν». Όμως αυτή η εξήγηση μεταθέτει το πρόβλημα ξανά στο άτομο, νέο ή πιο ηλικιωμένο, ενώ το βαθύτερο ζήτημα βρίσκεται αλλού: στον τρόπο με τον οποίο η κοινωνία αποδυναμώνει και τις δύο ηλικιακές ομάδες, αφαιρώντας από τους μεν τη βεβαιότητα ότι υπάρχει αύριο και από τους δε την αίσθηση ότι η πείρα τους εξακολουθεί να είναι χρήσιμη.

Οι σχέσεις μεταξύ των γενεών δεν διαρρηγνύονται σήμερα, επειδή δεν υπάρχει «διάθεση για επικοινωνία». Υπάρχει, και μάλιστα εκατέρωθεν. Αυτό που λείπει είναι ο χρόνος. Η μοναξιά είναι το αποτέλεσμα της αποτυχίας να οργανώσουμε τη ζωή μας γύρω από τις ανθρώπινες ανάγκες και όχι γύρω από τους δείκτες αποδοτικότητας.

Ο Παπανούτσος, μέσα στη δική του καθαρή αλλά αναπόφευκτα ηθικολογική δοκιμιακή γραφή, θυμίζει ότι η κοινωνία χρειάζεται ταυτόχρονα την ορμή των νέων και τη συγκράτηση των μεγαλύτερων, την αλλαγή και τη μνήμη, τη ρήξη και τη συνέχεια.

Οι δύο ηλικιακές κατηγορίες είναι και δύο διαφορετικοί τρόποι να στέκεται κανείς απέναντι στον χρόνο: την ανάγκη να ανοίγει δρόμους για το καινούργιο και την ανάγκη να μη χάνεται αλόγιστα ό,τι έχει ήδη δοκιμαστεί. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή η σκέψη μετατρέπεται σε ευπρεπές σύνθημα περί «συνεργασίας των γενεών», χωρίς να εξετάζεται αν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο.

Η αίσθηση του ανήκειν δεν είναι προϊόν προς κατανάλωση, αλλά μια συνθήκη που παράγεται μέσα από κοινές οικογενειακές δράσεις διηλικιακής σύνδεσης. Αυτές δεν εξαντλούνται σε σύντομες θεωρητικές συζητήσεις ούτε σε τυπικές επισκέψεις στον παππού και στη γιαγιά. Προϋποθέτει να κατανοήσουμε ότι η ουσιαστική, λειτουργική και εκατέρωθεν εποικοδομητική σύνδεση και συναλλαγή μεταξύ όλων των γενεών χρειάζεται φυσική και ουσιαστική παρουσία, συχνές συναντήσεις, διάθεση για διάλογο και ανταλλαγή απόψεων και, κυρίως, μια καθημερινότητα που δεν αντιμετωπίζει τον νέο μόνο ως μελλοντικό παραγωγικό σώμα και τον ηλικιωμένο μόνο ως άχθος, εκκρεμότητα ή υποχρέωση.

Πρέπει να πολεμήσης να χαρής

Εδώ, ο λόγος του Εμπειρίκου έρχεται να ανατρέψει το κλίμα της «συμμόρφωσης». Τι είναι η ζωή; Μια ρήξη με το μαράζι. Απέναντι στη μοναξιά και στη φθορά των δεσμών, η ευπρεπής συνεννόηση των γενεών και μια ήρεμη συμφιλίωση με έναν αβίωτο βίο δεν αρκεί. Χρειάζεται μια βαθύτερη απόφαση ζωής. Ορθό-κοφτό σαν βλύσμα κραυγής γλάρου πρέπει να γυμνωθής. Κι αν στολιστής να στολιστής με αχάτη.

Το «Αρκεί» του ποιήματος έχει εμφατικό τόνο. Ως εδώ: Να χτυπήσουμε τη θλίψη, να πετάξουμε στα σκουπίδια ό,τι σαπίζει την επιθυμία, να αγωνιστούμε και να διεκδικήσουμε τη χαρά. Πρέπει να νιώσης όλες τις ηδονές που σε τραβάνε. Μα πρώτα πρέπει ν’ ανασάνης εμπρός στον ήλιο. Κι αφού λυτρώσεις στην ψυχή σου τον οίστρο του βαρβάρου…

… έβγα στον δρόμο. Κι εκεί, προ πάντων, μη φοβηθείς το πάτημά σου

Η ουσιαστική απάντηση στα ζητήματα που έθεσαν οι εξετάσεις δεν θα έρθει από τα γραπτά των μαθητών – αν και θα παρουσίαζε ιδιαίτερο ακαδημαϊκό, και όχι μόνο, ενδιαφέρον μια ποιοτική έρευνα ή μια ανάλυση λόγου στα κείμενά τους.

Χρειάζεται να παλέψουμε εσωτερικά, αλλά και συλλογικά για να ανακτήσουμε τον χρόνο που μας έχει αφαιρεθεί ύπουλα (και με τις ευλογίες μας). Να διεκδικήσουμε μια καθημερινότητα απαλλαγμένη από το καθηλωτικό άγχος της επόμενης υποχρέωσης και του πώς θα βγει ο μήνας. Να πάψουμε να θεωρούμε τον εαυτό μας ως εργασιακή μονάδα παραγωγής και να ξαναβρούμε την ανθρώπινή μας διάσταση, ώστε να έρθουμε πάλι κοντά.

Για να υποχωρήσει η μοναξιά, για να επανέλθει το σχετίζεσθαι, για να δημιουργηθεί ουσιαστικός και εκατέρωθεν ωφέλιμος διαγενεακός διάλογος, για να ξανασκεφτούν οι άνθρωποι σε αναπαραγωγική ηλικία την πιθανότητα δημιουργίας οικογένειας, η καθημερινότητα στην Ελλάδα πρέπει να αλλάξει ριζικά.

Η επιλογή της απόσυρσης από τη ζωή, ανεξαρτήτως ηλικίας, προκύπτει από την αντικειμενική συνθήκη ενός κόσμου που, υπό το βάρος του νεοφιλελεύθερου ατομικισμού έχει απολέσει τη δυνατότητα της συλλογικής έκφρασης.

Η μοναξιά υποχωρεί μόνο όταν οι σχέσεις μας αποκτούν βάθος, μακριά από τη σύγχρονη αλγοριθμική λογική της άμεσης ανταμοιβής. Το ερώτημα που προκύπτει, λοιπόν, δεν είναι τι πρέπει να κάνουμε για να «απαντήσουμε» στις προκλήσεις, αλλά πώς θα οργανώσουμε τη ζωή μας έτσι ώστε να μην είμαστε αναγκασμένοι να τις αντιμετωπίζουμε ως ατομικά βάρη. Ο ποιητής έχει πάντοτε μιαν απάντηση: Τώρα σού πρέπει μέλι κ’ ένα ποτήρι γιομάτο “δεν με μέλει”.