Highlights
- Η πανδημία επιτάχυνε τη μεταφορά μεγάλου μέρους της παιδικής κοινωνικής ζωής μπροστά στις οθόνες.
- Οι γονείς επέτρεψαν συχνά τα social media από φόβο μήπως τα παιδιά αποκλειστούν από την ομάδα των συνομηλίκων.
- Το online bullying δεν περιορίζεται πια σε σχόλια και μηνύματα, αλλά συνδέεται με ομάδες, βίντεο, screenshots, δεύτερα προφίλ και δημόσια έκθεση.
- Στον ψηφιακό χώρο οι ρόλοι θύτη, θύματος και θεατή αλλάζουν γρήγορα και συχνά μπλέκονται στο ίδιο παιδί.
- Η γονεϊκή ευθύνη δεν εξαντλείται στους κωδικούς, αλλά απαιτεί γνώση, χρόνο, όρια και ψηφιακό εγγραμματισμό από νωρίς.
Πριν από έξι χρόνια, μέσα στην καραντίνα, όταν τα σχολεία ήταν κλειστά και τα περισσότερα παιδιά ζούσαν για πρώτη φορά τόσο μεγάλο μέρος της ημέρας τους μπροστά στις οθόνες, έγραψα ένα στάτους για τους γονείς που επιτρέπαμε στα παιδιά κάτω των δεκαπέντε να έχουν social media, μην τυχόν και έμεναν «έξω από την ομάδα». Μήπως δεν μάθουν τι ειπώθηκε και στενοχωρηθούν. Μήπως γίνουν εκείνα τα παιδιά που «δεν έχουν κινητό ακόμα, γιατί δεν τα αφήνουν οι γονείς τους» και γίνουν αντικείμενο χλεύης. Μην τα πληγώσουμε κι άλλο μέσα στην πρωτόγνωρη εκείνη συνθήκη.
Προς όλους τους γονείς που έχουμε παιδιά κάτω των δεκαπέντε και τους επιτρέπουμε να έχουν σόσιαλ μίντια για να μην αποκλειστούν από την «ομάδα» και για να μην πέσουν θύματα bullying επειδή δεν έχουν σόσιαλ μίντια: Θυμίζω πως είμαστε υποχρεωμένοι να έχουμε προσβασούλα στους λογαριασμούς τους και τσεκάρουμε τι μαλακίες κάνουν ή τους κάνουν, τι προσβολές γράφουν ή λαμβάνουν, τι βρισίδια ποστάρουν ή δέχονται, τι παιχνιδάκια εξουσίας παίζουν ή υφίστανται. Το online bullying έχει γιγαντωθεί με τα σχολεία κλειστά και αν δεν έχουμε πρόσβαση, χρόνο ή γνώσεις να ασχοληθούμε με την διαδικτυακή δραστηριότητα του παιδιού μας, καλύτερα να του κλείσουμε τους λογαριασμούς, γιατί θα μας έρθει από κει που δεν το περιμένουμε. Δεν διαχωρίζω θύτες, θεατές και θύματα. Οι ρόλοι συνήθως περιπλέκονται και αλλάζουν με ταχύτητα φωτός, ανάλογα με τους διαδικτυακούς «φίλους», το μέσο και τις καταστάσεις. (25.5.2020)
Εις μάτην. Δεν εισακούσθην. Δεν κατάφερα να προστατέψω ούτε τα δικά μου παιδιά, όπως οι περισσότεροι γονείς της γενιάς μας. Τους ανοίξαμε διάπλατα αυτή την πόρτα πριν από την ώρα τους και πολύ γρήγορα βρεθήκαμε απέξω, ενώ εκείνα διαμόρφωναν ταυτότητα από μηχανισμούς φτιαγμένους για να τα κρατούν διαρκώς συνδεδεμένα. Έκτοτε, συνεχίζουμε να παριστάνουμε ότι δεν μας αφορά τι συμβαίνει πίσω της.
Άγνοια κινδύνων
Η καραντίνα λειτούργησε ως ο απόλυτος επιταχυντής για μια βίαιη ψηφιακή μετάβαση, όπου η οθόνη από εργαλείο έγινε το μοναδικό υποκατάστατο της δημόσιας σφαίρας και της κοινωνικοποίησης. Οι γονείς, εγκλωβισμένοι στην ίδια υπαρξιακή αμηχανία, εκχωρήσαμε την παιδική ηλικία στους αλγορίθμους ως πράξη προστασίας από τη μοναξιά — μια τραγική ειρωνεία της ανάγκης για επικοινωνία.
Όμως, έχουμε υποχρέωση να έχουμε πρόσβαση. Να ξέρουμε τι γράφουν και τι τους γράφουν. Τι βρισίδια πέφτουν. Πόσα παιδιά προσβάλλουν ή προσβάλλονται «για πλάκα». Πόσα άλλα αποφεύγουν να παρέμβουν ουσιαστικά. Ποιο παιδί γίνεται στόχος. Ποιο παιδί συμμετέχει για να μη γίνει το ίδιο στόχος. Πόση ποικιλόμορφη βία κυκλοφορεί από οθόνη σε οθόνη και πού οδηγεί.
Ψηφιακό πανοπτικό για κάθε παιδί
Πριν από μια εξαετία, αναφερόμενοι στο online bullying εννοούσαμε κυρίως μηνύματα, σχόλια, φωτογραφίες, προσβολές και καβγάδες σε ομαδικές συνομιλίες. Σήμερα, η κατάσταση έχει ξεφύγει. Δεν είναι μόνο οι λογαριασμοί σε γνωστά ή παντελώς άγνωστα social media.
Είναι τα κινητά, βιδωμένα στο χέρι και μονίμως ανοιχτά, οι ομαδικές που δεν ησυχάζουν ποτέ, τα βίντεο, συχνά ΑΙ, που διαχέονται σε δευτερόλεπτα, τα screenshots ως μέσα εκβιασμού, τα δεύτερα προφίλ πολλαπλών χρήσεων, η δημόσια έκθεση και παρακολούθηση της ανηλικότητας, με ποικίλους τρόπους.
Παρόλα αυτά, επιμένουμε να παραμένουμε σχεδόν αμέτοχοι με δεκάδες, φτηνές για τη σοβαρότητα της κατάστασης, δικαιολογίες και να μηρυκάζουμε ανίσχυρα άλλοθι τύπου «Όλοι έχουν», «Δεν μπορώ να του το κόψω, μεγάλο παιδί είναι», «Δεν τα ξέρω εγώ αυτά. Θα τα βρούνε τα παιδιά. Κι εμείς τσακωνόμασταν και τα βρίσκαμε», «Το παιδί μου εμένα δεν κάνει τέτοια».
Όμως, κάθε παιδί εν δυνάμει κάνει ή παθαίνει «τέτοια», γιατί μέσα από «τέτοια» κινείται ένα μεγάλο τμήμα των συνομηλίκων τους. Δεν είναι η κακία ή η σκληρότητα ή ο χαρακτήρας του το πρόβλημα. Είναι η αναπτυξιακή του ανάγκη να ανήκει σε κάποια αγέλη συνομηλίκων. Μόνο που το «ανήκειν» έχει αλλάξει εμπορικούς όρους και αγοραστική πίστα. Αν ένας προέφηβος ή έφηβος σήμερα φοβάται ότι θα μείνει εκτός ομάδας, πιθανόν θα ξεχάσει κάθε «ηθική διαπαιδαγώγηση» και θα γελάσει με αυτό που γελούν οι άλλοι, θα σωπάσει όταν θα πρέπει να μιλήσει. Ή και χειρότερα.
Στο ψηφιακό περιβάλλον, η βία είναι δομική και διάχυτη. Ό,τι έγραφα τότε ισχύει και σήμερα: οι ρόλοι δεν είναι καθαροί. Θύτης, θύμα και θεατής αλλάζουν θέση πολύ γρήγορα. Το ίδιο παιδί μπορεί τη Δευτέρα να κλαίει, την Τρίτη να κοροϊδεύει και την Τετάρτη να παρακολουθεί αμίλητο ένα συμβάν. Ή να είναι μέλος διαφορετικών ομάδων, σε καθεμιά από τις οποίες έχει διαφορετικό ρόλο.
Αν οι γονείς δεν ξέρουμε τι συμβαίνει στα παιδικά και εφηβικά διαδικτυακά σύμπαντα, δεν μπορούμε ούτε να το προστατεύσουμε ούτε να το σταματήσουμε όταν προκαλεί βλάβη. Εκτός από τους κωδικούς των παιδικών λογαριασμών, χρειαζόμαστε γνώσεις, χρόνο και θάρρος να γίνουμε δυσάρεστοι.
Μήπως γίναμε οι γονείς μας και υπερβάλλουμε;
Η εύκολη απάντηση σε όλα αυτά είναι «ηθικός πανικός». Πράγματι, κάθε γενιά τρόμαζε με καθετί καινούργιο, που έφερνε πολιτισμική αλλαγή: με τα κόμικς, τη μουσική, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση, τα βιντεοπαιχνίδια, το ίντερνετ.
Μόνο που σήμερα δεν μιλάμε γενικά για «καινούργια μέσα» ούτε για παιδιά που έγιναν τεντιμπόηδες ή χίπηδες ή μεταλλάδες ή emo ή απλώς χάζεψαν λίγο παραπάνω trash TV στην εφηβεία (και ακόμα ζητούν «να περάσει το επόμενο παρατράγουδο», δίχως να συνειδητοποιούν τον μισαναπηρικό λόγο που φυτεύτηκε τότε στον δημόσιο λόγο).
Μιλάμε για ανηλίκους μαθητές δημοτικού και γυμνασίου, που κοινωνικοποιούνται –πριν καν εμπεδώσουν τη φυσική διαδικασία της σύνδεσης– σε τεχνητούς άυλους χώρους, φτιαγμένους για συνεχή εμπλοκή, χωρίς πραγματική εποπτεία, με δημόσια έκθεση, δυνατότητα άμεσης διαπόμπευσης και μηχανισμούς που οι ίδιοι οι γονείς συχνά δεν καταλαβαίνουν.
Η εμπορευματοποιημένη καινοτομία έχει περάσει σε άλλο λέβελ, που ξεπερνάει τις φυσικές αντοχές του παιδικού και εφηβικού εγκεφάλου. Και τις δικές μας, βεβαίως βεβαίως. Σταδιακά, νομίζω ότι το αναγνωρίζουμε και το αποδεχόμαστε.
Κανείς δεν ζητά μια απόλυτα αναλογική παιδική ηλικία. Κάτι τέτοιο δεν θα επιστρέψει. Αυτό που πρέπει να διεκδικήσουμε για τα παιδιά μας είναι μια αναλογική παιδική ηλικία, με καθολικό και στοχευμένο ανά ηλικία ψηφιακό εγγραμματισμό στο αναλυτικό πρόγραμμα της εκπαίδευσης. Έτσι, η τεχνολογία θα γίνει σύμμαχος και όχι δυνάστης, καθώς τα παιδιά θα μπορούν να διακρίνουν και να κατανοούν τους μηχανισμούς της.
Υ.Γ. Έξι χρόνια μετά, το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε κοινωνικό επίπεδο. Αφορά πλέον και τη μάθηση ως διαδικασία, με την προσοχή, τη δυνατότητα συγκέντρωσης και τη γνωστική ικανότητα να φθίνουν ανησυχητικά. Ένας παραπάνω λόγος να βάλουμε όρια από νωρίς, εξηγώντας στα παιδιά με σαφήνεια την οικογενειακή μας πολιτική.



