Highlights
- Το «Μαζί σαν ένα» μιλά για την οικογένεια ως δεσμό που αντέχει και μέσα στην απουσία.
- Η ιστορία παρακολουθεί τρεις μικρούς αποχωρισμούς: της μαμάς, του μπαμπά και του παιδιού.
- Το βιβλίο καθησυχάζει τα παιδιά, δείχνοντας ότι η αγάπη δεν ακυρώνεται όταν κάποιος λείπει.
- Παράλληλα, ανοίγει ένα λεπτό θέμα για τους γονείς: πώς παραμένουν ζευγάρι ενώ μεγαλώνουν ένα παιδί.
- Η αφαιρετική εικονογράφηση και η λιτή αλληγορία επιτρέπουν σε πολλές οικογένειες να αναγνωρίσουν κάτι από τη δική τους εμπειρία.
Παγκόσμια Ημέρα Οικογένειας σήμερα και είναι μια καλή ευκαιρία να μιλήσουμε για ένα ξεχωριστό εικονοβιβλίο που δημιούργησε η εικαστικός Κατερίνα Σωτηροπούλου, η οποία για πρώτη φορά υπογράφει και ως συγγραφέας. Το Μαζί σαν ένα είναι μια διηλικιακή, καθησυχαστική ιστορία για μικρούς, μα και για μεγάλους.
Η οικογένεια ως κοινή ύλη
Η Σωτηροπούλου επιλέγει μια καθαρή αλληγορία, δίνοντας στα χάρτινα μέλη της οικογένειας των ηρώων της τη μορφή φυσικών στοιχείων. Ο μπαμπάς είναι βράχος, η μαμά είναι πέτρα και το παιδί είναι βοτσαλάκι. Τρία κομμάτια φτιαγμένα από το ίδιο υλικό με ακανόνιστο σχήμα, διαφορετικό χρώμα και μέγεθος, που κουμπώνουν (άρα και ξεκουμπώνουν) αρμονικά μεταξύ τους.
Φυσική εναλλαγή: Εποχές και συναισθήματα
Τα τρία αυτά πλάσματα ζουν σε ένα ανοιχτό δάσος, κοντά σε ένα δέντρο που παρακολουθεί σιωπηλά την ιστορία τους μέσα στον κύκλο των εποχών: καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας, άνοιξη, καλοκαίρι.
Η εναλλαγή της εικόνας του δέντρου συνοδεύει τα συναισθήματα των μελών της οικογένειας, καθώς η ζωή τους εξελίσσεται μαζί τις εποχές, Η χαρά τού μαζί, η λύπη της απουσίας, η προσμονή, η επιστροφή, η ηρεμία, η ασφάλεια που χτίζεται σταδιακά, όλα διαπερνούν τον φυσικό χρόνο, κυλώντας αρμονικά μαζί του.

Όταν το «μαζί σαν ένα» γίνεται «όχι όλοι μαζί»
Στην αρχή, μοιάζει αυτονόητο. Ο μπαμπάς Βράχος, η μαμά Πέτρα και το Βοτσαλάκι χαίρονται το «μαζί σαν ένα». Σύντομα, όμως, διαπιστώνουν ότι το μαζί δεν μπορεί να ταυτίζεται πάντα με τη διαρκή φυσική παρουσία. Ότι οι ισορροπίες χρειάζεται κάποιες φορές να αλλάζουν. Ότι η αυτονομία είναι αναγκαία και στους τρεις.
Το καλοκαίρι χρειάζεται να λείψει η μαμά για να εργαστεί. Ο μπαμπάς βράχος και το βοτσαλάκι μένουν οι δυο τους και ακροβατούν ανάμεσα στη χαρά της δικής τους σύνδεσης και στα δύσκολα συναισθήματα που προκαλεί το ξαφνικό κενό. Καθώς τα συναισθήματα εναλλάσσονται μέσα στην απουσία, χωρίς το οικοδόμημα να καταρρεύσει, έρχεται η πρώτη ανακούφιση. Η μαμά επιστρέφει, μπαίνει στη θέση της, και η οικογένεια ξαναβρίσκει τον κοινό ρυθμό της.
Λίγο αργότερα, το φθινόπωρο, χρειάζεται να φύγει για δουλειά ο μπαμπάς. Τότε η μαμά και το βοτσαλάκι ζουν τη δική τους εκδοχή του «όχι όλοι μαζί». Και πάλι, η μεταξύ τους σύνδεση, αν και παραμένει ενεργή, δεν ακυρώνει τη λύπη, την προσμονή, την αμηχανία της απουσίας. Σύντομα ο μπαμπάς επιστρέφει, μπαίνει στη θέση του, και η οικογένεια ξανασμίγει μαζί σαν ένα.
Ύστερα έρχεται ο δυσκολότερος αποχωρισμός: φεύγει το παιδί. Και δεν είναι τυχαίο ότι αυτή η απουσία τοποθετείται στον χειμώνα. Το βοτσαλάκι απομακρύνεται από τη μαμά πέτρα και τον μπαμπά βράχο, ενώ οι δύο γονείς μένουν να αναμετρηθούν με το κενό που αφήνει πίσω του ανάμεσά τους και την εξέλιξη της προσωπικής τους σχέσης.
Μια ενήλικη παρένθεση
Εδώ, η ιστορία αγγίζει τότε, με τον πιο λιτό τρόπο, μια συνθήκη κοινή για όλους τους γονείς: την πρώτη γεύση της άδειας φωλιάς. Όχι ακόμη στην οριστική της μορφή, όταν το παιδί ανοίγει τα φτερά του και φεύγει οριστικά από την οικογενειακή εστία, αλλά στους μικρούς ή μεγαλύτερους αποχωρισμούς, που προετοιμάζουν τόσο τη μία όσο και την άλλη πλευρά: στο σχολείο, στην κατασκήνωση, στον παππού και στη γιαγιά, σε μια σχολική εκδρομή.
Οι γονείς, όσο το παιδί μεγαλώνει, δοκιμάζουν σιγά σιγά να μάθουν να ζουν και με την απουσία του. Να ξαναζούν οι δυο τους. Στην αρχή για λίγες ώρες, ύστερα για λίγες μέρες, αργότερα για μεγαλύτερα διαστήματα.
Εδώ συχνά προκύπτει μια αντίφαση. Όταν το παιδί λείπει, οι γονείς αποκτούν επιτέλους λίγο από τον προσωπικό χρόνο που τους έχει λείψει λόγω της ανατροφής. Έχουν, λοιπόν, τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ξανά ως ζευγάρι, ως δύο άνθρωποι που δεν εξαντλούνται αποκλειστικά στον γονεϊκό ρόλο. Την ίδια στιγμή, η απουσία του παιδιού, ακόμη κι όταν είναι προσωρινή, αφήνει ένα κενό που δεν μπορούν να διαχειριστούν, αν πλέον υπάρχουν μόνο μέσα από εκείνο και δεν έχουν φροντίσει τη μεταξύ τους σχέση.
Η απουσία δεν καταστρέφει αν υπάρχει επιστροφή
Όταν το βοτσαλάκι επιστρέφει, και μαζί του γυρνούν η άνοιξη και το καλοκαίρι και το μαζί σαν ένα, η οικογένεια δεν ξεχνάει την εμπειρία της, αλλά προσαρμόζεται μέσα από αυτή. Έχει δοκιμάσει την απουσία ως συνθήκη και έχει διαπιστώσει ότι, παρά τις δυσκολίες της, δεν είναι καταστροφική για το «μαζί σαν ένα» αν τα θεμέλιά της είναι στιβαρά.
Μέσα από την κλιμακωτή αφήγηση και τις τρεις συνθήκες του «όχι μαζί», το βιβλίο υπενθυμίζει ότι το μαζί δεν προϋποθέτει αδιάκοπη φυσική παρουσία. Μια αγαπημένη οικογένεια μπορεί και πρέπει να κάνει πράγματα και χωριστά. Μπορεί να ξεπερνάει μικρές και μεγαλύτερες απουσίες. Μπορεί να μένει ενωμένη χωρίς να απαιτεί από τα μέλη της να είναι διαρκώς κολλημένα το ένα πάνω στο άλλο. Η αυτονομία δεν αποτελεί πλέον κίνδυνο.
Η επιστροφή ως ανακούφιση
Γι’ αυτό και το βιβλίο λειτουργεί καθησυχαστικά για τα παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας. Τους υπενθυμίζει με απλό τρόπο ότι οι οικογενειακοί δεσμοί και η αγάπη δεν ακυρώνονται όταν ο άλλος λείπει. Ο γονιός φεύγει, αλλά πάντα επιστρέφει. Το παιδί μένει για λίγο με τον έναν, ύστερα με τον άλλον, και σιγά σιγά καταλαβαίνει ότι η οικογένεια δεν διαλύεται κάθε φορά που αλλάζει η σύνθεσή της μέσα στην ημέρα ή μέσα στον χρόνο. Σύντομα, φεύγει και αυτό. Και πάντα επιστρέφει.
Ταυτόχρονα, όμως, το Μαζί σαν ένα ανακουφίζει και τους γονείς. Όχι μόνο για τις απουσίες που τους γεμίζουν καθημερινά με τύψεις, αλλά και για το πώς εξελίσσεται η δική τους σχέση μετά την απόκτηση ενός παιδιού. Πώς παραμένουν και ζευγάρι, όταν για χρόνια το παιδί καταλαμβάνει τόσο κεντρικό χώρο στη ζωή τους; Και αν η μεταξύ τους σχέση έχει φθαρεί, τι θα καλύψει το κενό όταν το παιδί αρχίσει να αποσύρεται από το κέντρο της καθημερινότητάς τους;
Μια οικογένεια που ζει μαζί, συνυπάρχει και ταυτόχρονα αφήνει τα μέλη της να αναπνεύσουν, δημιουργεί ένα υγιές μαζί. Ακόμη και όταν τα παιδιά φεύγουν οριστικά από το σπίτι, αν η οικογένεια έχει προλάβει να πλαισιώσει το μαζί με εσωτερική ασφάλεια, ηρεμία και σιγουριά, χωρίς να ακυρώνει την αυτονομία, η διαδικασία γίνεται λιγότερο οδυνηρή. Γιατί πάντα θα υπάρχει επιστροφή.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι γονείς μπορούν να υπάρξουν μαζί, ακόμη κι αν η φυσική παρουσία του παιδιού θα τους λείπει. Με τη σειρά του, το παιδί φεύγει γνωρίζοντας ότι δεν αφήνει πίσω του δύο ανθρώπους χαμένους χωρίς αυτό, αλλά ένα ζευγάρι που διατηρεί τη δική του κοινή πορεία, ανεξάρτητα από τη δική του παρουσία. Έτσι, θα επιστρέφει επειδή θα το θέλει και όχι επειδή θα πρέπει.

Ένα εικαστικό παζλ για την απουσία και την επιστροφή
Μολονότι η Σωτηροπούλου χρησιμοποιεί το κλασικό αρχετυπικό οικογενειακό μοτίβο, μπαμπάς-μαμά-παιδί, η αφαιρετική εικονογράφηση του κενού που αφήνει η απουσία και της επανασυμπλήρωσής του και η οικονομία του κειμένου επιτρέπουν σε κάθε οικογένεια να ταυτιστεί με την ιστορία, ανεξαρτήτως της σύνθεσής της.
Η επιλογή του πιο απλού σχήματος, του πιο απλού υλικού και μιας λειτουργικά μινιμαλιστικής εικονογράφησης, με χρήση ψηφιακού κολάζ, που κάνει δυσνόητες έννοιες κατανοητές οπτικά, εξασφαλίζει μια τρυφερή, μα καθόλου απλοϊκή αφήγηση, ένα παζλ τριών κομματιών για την οικογενειακή αγάπη, που δεν φοβάται την απόσταση ή την απουσία, γιατί ξέρει ότι υπάρχει επιστροφή. Που κάθε μέλος της έχει τα δικά του χαρακτηριστικά και μπορεί να λειτουργήσει όχι μόνο μέσα στο σύνολο, αλλά και αυτόνομα.




