Πού πηγαίνουμε όταν εξαφανιζόμαστε;

«Πού πηγαίνουμε όταν εξαφανιζόμαστε;» και «Έτσι ή αλλιώς»: δύο αφορμές για παιχνίδι χωρίς συνταγές

Το παιχνίδι αφορά όχι μόνο τους μικρούς, αλλά και τους μεγάλους, μα δυστυχώς το έχουμε ξεχάσει. Και μάλιστα τείνουμε να επιβάλλουμε το στρες, τα τραύματα και τις (συνήθως λανθασμένες) προσδοκίες μας και στα παιδιά μας, ψαλιδίζοντας εξ απαλών ονύχων την πιο φυσική ροπή τους «προς όφελος» της «εκπαίδευσής τους». Κάνουμε λάθος.

Ας δούμε λοιπόν δύο… παιχνιδιάρικα βιβλία, που μπορούν να γίνουν αφορμή για ατέλειωτες ώρες παιχνιδιού, ανεξαρτήτως ηλικίας. Κυκλοφορούν, σε μετάφραση της Ελένης Βλάχου, από τις Εκδόσεις Carnívora, στη σειρά carnivorniños -τα παιδικά τους βιβλία (πάντοτε απολαυστικά διηλικιακά).


Πού πηγαίνουμε όταν εξαφανιζόμαστε;, της Isabel Minhós Martins, σε εικονογράφηση της Madalena Matoso. Γίνεται ένα βιβλίο το οποίο μιλάει για την εξαφάνιση, την απώλεια, την απουσία να μετατραπεί σε διασκέδαση; Μα φυσικά! Χάρη σε ένα γοητευτικό μπλέξιμο λέξεων και εικόνων, οι δημιουργοί προσεγγίζουν βαθιές και τρόπον τινά φιλοσοφικές έννοιες με έναν τόσο γλυκό, πονηρό και αφοπλιστικό τρόπο, αυτόν μιας μαγικής μετάβασης σε ένα διαφορετικό στάδιο ύπαρξης. Σε μιαν άλλη εκδοχή μιας προηγούμενης ή άλλης πραγματικότητας.
Ο ήλιος χάνεται το βράδυ ή μήπως χανόμαστε εμείς; Τι στο καλό συμβαίνει με τις μονές κάλτσες; Πού πάνε οι λέξεις που σβήνουν ή το χιόνι όταν λιώνει; Αν εξαφανιστούμε και δεν το καταλάβει κανείς, εξαφανιστήκαμε ή όχι; Μια πολύχρωμη περιπλάνηση σε όσα διαρκώς μεταβάλλονται και στον καθόλα φιλόξενο παράδεισό τους, την αλλαγή!

Έτσι ή αλλιώς, της Ana Pessoa, σε εικονογράφηση της Yara Kono. Αστείο, σπιρτόζικο και ευφυές, θέτει στον παίκτη-αναγνώστη ένα σωρό διλήμματα: διασκεδαστικά, ξεκαρδιστικά, που μπορεί να προβληματίσουν, να ευχαριστήσουν, ακόμα και να… μπερδέψουν. Απ’ τα πολύ απλά (ή μήπως όχι;) -τέσσερα ή τρία, θέατρο ή συναυλία, λάθος ή ζεστό, τηγανητό ή ψητό, διακοπές ή δουλειά- μέχρι τα πιο σύνθετα: ιλαρά ή ανεμοβλογιά, νουτέλα ή μερέντα (εντάξει, αυτό είναι δικό μου), Βανδή ή Βίσση (όχι, αυτό είναι του έθνους), θάλασσα ή βουνό (αχ, αυτό είναι εμού και του άντρα μου και δεν είναι δίλημμα, έκαστος εφ’ ω ετάχθη).

Οι δημιουργοί μάς κλείνουν το μάτι για να αφεθούμε σε έναν απρόσμενο χορό προσωπικών προβληματισμών και απρόσμενων διαλόγων, ανάλογα με τα γούστα, το κέφι, την όρεξη, τη φάση μας, τους συμπαίκτες μας. Γιατί το παιχνίδι δεν έχει σωστό ή λάθος τρόπο. Έχει, όμως, μια σοβαρότητα που, δυστυχώς, υποτιμήσαμε και ήδη πληρώνουμε το κόστος.

Scroll to Top