Ποιο να’ ναι, άραγε, το χελιδόνι της 25ης Μαρτίου 1821; Θα σας πω ευθύς αμέσως… Μια φορά κι έναν καιρό, πριν από διακόσια και πλέον χρόνια, ήταν ένα χελιδόνι που είχε μόλις επιστρέψει στον Χελμό, στα Καλάβρυτα, από τον Νότο, όπου είχε κατέβει να ξεχειμωνιάσει. Κάθισε να ξαποστάσει κι ευχόταν να βρει στη θέση της τη φωλιά του, που ’χε χτισμένη από παλιά μέσα στον θόλο του καμπαναριού της Αγίας Λαύρας. Και τότε, κάτι του τράβηξε την προσοχή!
Μια ομάδα κλεφτών, που τραγουδούσε: «Πιάστε τους φίλους τους ’μπιστούς και τους παλιούς κουμπάρους, ώστε να πάρει η άνοιξη, να ’ρθει το καλοκαίρι, ν’ ανοίξει ο γράβος κι η οξιά, ν’ ανθίσει το σφεντάμι, να βγουν οι βλάχοι στα βουνά, να βγουν οι βλαχοπούλες, να βγουν και τα βλαχόπουλα λαλώντας τις φλογέρες». Σαν να το ’χε ξανακούσει το τραγούδι το χελιδόνι, πριν φύγει για τις ζέστες.
Πέταξε πάνω από τον Βουραϊκό, προς τη μονή, κι άκουσε κι άλλο τραγούδι, από ένα καλογεράκι τούτη τη φορά: «Παιδιά, για μεταλάβετε, για ξομολογηθείτε, δεν είν’ ο περσινός καιρός κι ο φετινός χειμώνας. Γιατ’ ήρθε η άνοιξη πικρή και μαύρο καλοκαίρι, γιατί σηκώθη πόλεμος και πολεμάν τους Τούρκους. Να διώξουμε όλη την Τουρκιά ή να χαθούμε ούλοι».
Το χελιδόνι ήταν μόνο ένα πουλί, δεν καταλάβαινε πως ξημέρωνε μια μέρα διαφορετική, έπειτα από 400 χρόνια νύχτας, όπως την αφηγήθηκε η εθνική μνήμη. Δεν ήξερε πως ξημέρωνε η 25η Μαρτίου του 1821. Απλώς βιαζόταν να βρει τη φωλιά του. Μα αισθανόταν κάτι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα, κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει μέσα του. Μυστικά. Θάρρος. Ελπίδα. Γύρω του όλοι, κλέφτες και καλόγεροι, τραγουδούσαν για την άνοιξη και για τη λευτεριά. Κι αυτό το λάβαρο, το χρυσοκεντημένο, εκεί πάνω, στη Μονή, σαν κάπου να το ’χε ξαναδεί! Πολύ παράξενα πράγματα έκρυβε τούτη η άνοιξη… Τουλάχιστον, η φωλιά του ήταν στη θέση της κι απ’ τη χαρά του, το χελιδόνι άρχισε τα χελιδονίσματα. Και τότε το είδαν και τα παιδιά, σαν οιωνό. Ζύγωνε η ώρα της λευτεριάς…
Χελιδόνι στο συρτάρι
Το παραμυθένιο αυτό χελιδόνι, που ’χε την τύχη να γίνει αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας του μυθικού ξεσηκωμού των Ελλήνων στην Αγία Λαύρα, υπό τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, σύμφωνα με καθιερωμένη εθνική αφήγηση, γεννήθηκε στο μυαλό της Αγγελικής Βαρελλά όταν εκείνη ήταν ακόμα στην εβδόμη γυμνασίου. Μαθήτρια της σπουδαίας δασκάλας (και συγγραφέα) Κατίνας Παπά, στο 6ο Γυμνάσιο Θηλέων, στην Κυψέλη, έγραψε το κείμενο μάλλον το 1947 ή το 1948. «Πρέπει να μην είχα τελειώσει ακόμα το σχολείο και η συγγραφή του παραμένει για μένα μυστήριο…» μου είχε εξομολογηθεί σε μια τηλεφωνική συζήτηση με αφορμή την έκδοσή του, μια και η πανδημία δεν είχε επιτρέψει μια διά ζώσης συνάντηση. Η συνέντευξη είχε δημοσιευτεί στην εφημερίδα Τaλκ, όπου εργαζόμουν τότε.
Έπειτα από πολλά χρόνια, το χελιδόνι της 25ης Μαρτίου 1821 πέταξε έξω από το συρτάρι της για να πάρει τον δρόμο προς τις παιδικές βιβλιοθήκες. Μόλις κόντεψε τα ενενήντα και… μεγάλωσε, η Αγγελική Βαρελλά άρχισε να νοσταλγεί το παρελθόν και να ψάχνει ακόμα περισσότερο τα παλιά, τα «άδυτα των αδύτων» της. Έτσι, βρήκε καταχωνιασμένο σε ένα συρτάρι ένα χαρτί, τσακισμένο στα τέσσερα. Το ξεδίπλωσε και είδε ένα κείμενό της, γραμμένο με την «παλιά γραφή», με τις δασείες, με τις περισπωμένες, με τις υποτακτικές, στη γραφομηχανή της. Δεν θυμόταν καν ότι το είχε γράψει. Το δε χαρτί ήταν γεμάτο τρυπούλες πάνω στα γράμματα, φτιαγμένες από το πάθος με το οποίο πληκτρολογούσε, όπως χαρακτηριστικά μου είχε αφηγηθεί.
Χελιδόνι που πετάει…
Την περίοδο που η κ. Βαρελλά ανακάλυψε το χειρόγραφο, ήταν σε επικοινωνία με την Έλενα Πατάκη, των ομώνυμων εκδόσεων, για ένα άλλο βιβλίο το οποίο ετοίμαζε. Έτσι, της έστειλε το παραμύθι, για να μοιραστεί μαζί της τι μπορεί να βρει ένας άνθρωπος σκαλίζοντας το αρχείο του. Αμέσως μετά, η κ. Πατάκη τής τηλεφώνησε και της είπε «Θα το εκδώσω». Στη συνέχεια, απευθύνθηκε στον εικονογράφο Αχιλλέα Ραζή, που φρόντισε να δημιουργήσει άλλο ένα κόσμημα για την παιδική λογοτεχνία, μέσα από έναν εικαστικό κόσμο απολύτως ταιριαστό με το κείμενο. Μολονότι δεν συναντήθηκαν, η κ. Βαρελλά αγάπησε αμέσως την πρωτότυπη καλλιτεχνική ματιά του κ. Ραζή πάνω στο κείμενό της. Αξίζει εδώ να σημειωθεί πως, πλην της «παλιάς γραφής», δεν άλλαξε ούτε μια λέξη από το πρωτότυπο.
Χελιδόνι που φέρνει την άνοιξη…
«Κάθε βιβλίο έχει το άστρο του», είχε σχολιάσει τότε η συγγραφέας. Πράγματι, μοιάζει ασύλληπτο το γεγονός ότι το παραμύθι αυτό, που ενώνει τόσο αρμονικά το πραγματικό με το φανταστικό, είχε μείνει παραπεταμένο και εμφανίστηκε έξαφνα ακριβώς πριν από την επέτειο των 200 χρόνων από την Επανάσταση, σε μια εποχή πολύ πιο γόνιμη για το εικονογραφημένο παιδικό βιβλίο.
Δεν υπήρχε πιο ταιριαστή συγκυρία για να πετάξει προς όλους εμάς αυτό το παιχνιδιάρικο πουλάκι-προάγγελος της άνοιξης και, μέσα στον συμβολισμό του βιβλίου, της ελευθερίας. Πιθανότατα, στο παρελθόν δεν θα είχε καν εκδοθεί (το πρώτο βιβλίο της Βαρελλά εκδόθηκε 19 χρόνια μετά, το 1966) ή θα είχε πεταχτεί ή θα ήταν εξαντλημένο ή χαμένο για πάντα.
Και μολονότι μιλάμε για ένα κείμενο σχεδόν 80 χρόνων, που ακολουθεί την παραδοσιακή αφήγηση των γεγονότων, το παραμύθι είναι τόσο όμορφα γραμμένο, με τόσο εύστοχες, συναισθηματικές αναφορές στα δημοτικά τραγούδια που αναφέρονται στον ξεσηκωμό, που θα συγκινήσει μικρούς και μεγάλους αναγνώστες και θα τους γεμίσει με νοσταλγία. Το παραμύθι εξακολουθεί να διαβάζεται με τρυφερότητα και ενδιαφέρον, όχι μόνο ως επετειακό ανάγνωσμα αλλά και ως τεκμήριο μιας άλλης εποχής γραφής για παιδιά.
Έτσι, εξίσου όμορφη με την αφήγηση και την εικονογράφηση ‒ και σχεδόν μαγική ‒ είναι η ίδια η ιστορία του «Χελιδονιού» ως κειμένου, μια ιστορία που μοιάζει με αισιόδοξο παραμύθι μέσα σε μια πραγματικότητα διόλου παραμυθένια. Ίσως τελικά κάθε βιβλίο να έχει πράγματι το άστρο του. Και το συγκεκριμένο χελιδόνι βρήκε, έστω αργά, τη δική του στιγμή.
Η Αγγελική Βαρελλά πέταξε στον ουρανό το καλοκαίρι του 2022, πλήρης ημερών και εμπειριών, αφού ευτύχησε να δει ένα από τα πρωτόλεια κείμενά της να γεμίζει τις παιδικές βιβλιοθήκες.

Το βιβλίο της Αγγελικής Βαρελλά «Το χελιδόνι της 25ης Μαρτίου 1821» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη σε εικονογράφηση του Αχιλλέα Ραζή.




