Τελειοθηρία ή τελειομανία = ανεβασμένος πήχυς + μηδενική ανοχή στο λάθος + ανελέητη αυτοκριτική. Είναι δυαδικός τρόπος σκέψης (ή κορυφή ή πάτος) που φθείρει την ψυχική υγεία από το… προνήπιο μέχρι την ενήλικη ζωή. Συχνά προέρχεται από υπέρμετρες φιλοδοξίες γονέων, προβολές και μεγάλες προσδοκίες. Αλλά όχι πάντοτε.
Πότε γίνεται πρόβλημα
- Το παιδί «κολλάει» μέχρι να πετύχει ακριβώς αυτό που φαντάστηκε και, αν δεν το καταφέρει, διαλύεται συναισθηματικά ή τα παρατά.
- Δεν πείθεται με λογική επιχειρηματολογία («ένα λάθος στην αντιγραφή δεν είναι τίποτα»).
- Μπερδεύει την επίδοση με την ταυτότητα: έγραψα άριστα → αξίζω, έκανα λάθος → δεν αξίζω.
Επομένως, τα τελειοθηρή ή τελειομανή παιδιά δεν το κάνουν από «καπρίτσιο» ούτε είναι «κακομαθημένα». Απλώς δυσκολεύονται να διαχειριστούν το συναίσθημά τους και τον τρόπο σκέψης τους.
Τρία στιγμιότυπα (από την τάξη, το σπίτι, τις δραστηριότητες)
- Σκηνή 1 – Γλώσσα, Δ΄ Δημοτικού: Ένα λάθος στον τονισμό αρκεί για να σκιστεί η σελίδα. Το παιδί μοιάζει να μην ακούει τα όποια καθησυχαστικά λόγια. Δουλεύουμε την ανοχή στο «αρκετά καλό».
- Σκηνή 2 – Ξένη γλώσσα, έφηβος/η: Δύο εξετάσεις, επιτυχία στη μία, αποτυχία στην άλλη. Η «αποτυχία» γίνεται, σωστά δουλεμένη, βαλβίδα αποσυμπίεσης: επιτρέπεται να μην πετυχαίνω παντού.
- Σκηνή 3 – Μάθημα μουσικής: Εξωτερικά όλα άριστα, εσωτερικά φθορά και δυσφορία. Το «πρέπει να συνεχίσω γιατί είμαι καλή» υποκαθιστά το «μου ταιριάζει;». Αξιολογούμε συστηματικά καταλληλότητα, όχι μόνο επίδοση.
Τι να μας ανησυχήσει
- Δυαδική αντίληψη: «τέλειο/άχρηστο».
- Αρνητικές συναισθηματικές εκρήξεις όταν κάτι βγει «λίγο» εκτός σχεδίου.
- Υπερβολικές θετικές συναισθηματικές εκρήξεις μπροστά στο «άριστα».
- Αδυναμία αντιμετώπισης της αδυναμίας: χαρά μόνο στο άψογο.
- Αυστηρότητα προς τον εαυτό/τους άλλους, επίμονη αυτομομφή/ετερομομφή.
- Αναγνώριση δικών μας συμπεριφορών στο παιδί
Τι κάνουμε (και τι όχι)
1) Διακρίνουμε τα δύο μεγάλα «Α»
Απόδοση ≠ Αξία.
Μιλάμε ρητά: «Αυτό που είσαι δεν αλλάζει με αυτό που έκανες». Επαινούμε τη διαδικασία, τη στρατηγική, την επιμονή και όχι μόνο το αποτέλεσμα.
2) Μεγαλώνουμε το «παράθυρο αντοχής»
Στόχος: το παιδί να νιώθει αρκετά καλά σε μεγαλύτερο εύρος καταστάσεων.
Μικρές δόσεις δυσκολίας, προαναγγελθείσες, με ασφαλές περιθώριο λάθους θα το βοηθήσουν να κάνει τα βήματα που μπορεί, χωρίς να πιεστεί.
3) Παιχνίδι: Δύο εσωτερικές φωνές
Η «φωνή του Τέλειου»: απαιτεί το άψογο, ανεβάζει ένταση.
Η «ρυθμιστική φωνή»: βάζει ρεαλιστικούς στόχους.
Ζητάμε από το παιδί, με παιγνιώδη τρόπο, να «χαμηλώσει» την πρώτη, να ενισχύσει τη δεύτερη. Ζωγραφίζουμε μια κλίμακα έντασης των φωνών ή/και παίζουμε παιχνίδια ρόλων. Επωφελούμαστε και οι ίδιοι/-ες αν αντιμετωπίζουμε την ίδια δυσκολία.
4) Κάνουμε το λάθος σύμμαχο
- «Δεν το ήξερες, τώρα το έμαθες! Κέρδος.»
- «Μπράβο για το λάθος»: κάθε σφάλμα ισούται με μια καινούργια πληροφορία ή μια βελτιωμένη μελλοντική στρατηγική.
Αφού «πάρουμε το μάθημά μας», αφήνουμε πίσω μας το λάθος και προχωράμε χτίζοντας ψυχική ανθεκτικότητα.
5) Δίνουμε το παράδειγμα
Απο-αγιοποιούμε τον εαυτό μας. Λεκτικοποιούμε μικρά δικά μας λάθη και τη διαχείρισή τους: «Έκανα αστοχία στη δουλειά. Επανέλεγξα, διόρθωσα, προχωράω».
Όχι «οι μεγάλοι δεν κάνουν λάθη». Όλοι κάνουμε, μαθαίνουμε από αυτά και συνεχίζουμε. Ίσως βοηθήσει να μοιραστείτε και παιδικές σας εμπειρίες, εφόσον αναγνωρίζετε πλέον και στον εαυτό σας σημάδια τελειοθηρίας.
6) Όρια στις δραστηριότητες
Δεν κρατάμε κάτι (όργανο, άθλημα, μπαλέτο, σκάκι, οτιδήποτε) μόνο επειδή «βγαίνουν τα δεκάρια», οι επιδόσεις και ακούμε τους εκπαιδευτές του να τονίζουν το ταλέντο ή/και την ευσυνειδησία. Ελέγχουμε τακτικά, συζητώντας με το παιδί: υπάρχει ενδιαφέρον; Υπάρχει ευεξία; Γουστάρει αυτό που κάνει; Αν όχι, αναπροσαρμόζουμε στόχους ή σταματάμε, χωρίς ενοχή.
Συχνές παγίδες και πώς να τις αποφύγουμε
- Μικρό φούντωμα που γίνεται δράμα: Εξηγούμε σύντομα την κατάσταση, οριοθετούμε, παγώνουμε την κλιμάκωση, επανερχόμαστε αργότερα με σχέδιο.
- Υπόγειοι συγκριτισμοί («Η αδερφή σου…», «Ο Δημητράκης…», «Η κόρη της φίλης μου της Τάδε…»): Οι συγκρίσεις με το παιδί να βρίσκεται στη μειονεκτική θέση ακυρώνουν τη συναισθηματική πρόοδο που θέλουμε να πετύχουμε. Μένουμε στην ατομική γραμμή βελτίωσης και στη μοναδικότητα του κάθε παιδιού. Αν χρειαστεί, χαλιναγωγούμε τον εαυτό μας και παίρνουμε την ευκαιρία να ψάξουμε τι είναι αυτό που μας ωθεί στις συγκρίσεις.
- Υπερ-διόρθωση: Αν διορθώνουμε εμείς το τετράδιο για να ησυχάσει ότι όλα είναι σωστά γραμμένα, το μήνυμα είναι «δεν εμπιστευόμαστε τη διαδικασία σου». Δίνουμε εργαλεία αυτοελέγχου, όχι έτοιμες λύσεις. Αν διορθώνουμε το τετράδιο, γιατί θέλουμε το παιδί μας να είναι «τέλειο», συστήνεται ψυχοεκπαίδευση ή/και επίσκεψη σε ειδικό.
Μικρό πρωτόκολλο για «δύσκολες» στιγμές
- Ονοματίζουμε: π.χ. «Ακούω τη φωνή που θέλει το τέλειο και έχει θυμώσει».
- Ρυθμίζουμε: π.χ. αργές αναπνοές, νερό, μικρό διάλειμμα ή ό,τι άλλο έχετε προκαθορίσει.
- Βάζουμε νέο στόχο: π.χ. «Ποιο να είναι το επόμενο μικρό βήμα για να σταματήσω να φοβάμαι τα λάθη;»
- Μαθαίνουμε: π.χ. «Τι έμαθα από αυτό που δεν βγήκε;» ή «Άξιζε τόσο άγχος για να μην κάνω ούτε μισό λαθάκι;»
Συμπερασματικά
- Η τελειότητα δεν είναι προϋπόθεση μάθησης ούτε όρος αγάπης. Άλλωστε η γονεϊκή αγάπη οφείλει να είναι άνευ όρων.
- Η υγιής φιλοδοξία μένει. Οι στόχοι μπαίνουν με λογική και εκτίμηση της κατάστασης. Αυτό που πρέπει να φύγει οπωσδήποτε από το τραπέζι είναι ο μύθος του αλάνθαστου παιδιού.
- Ο πήχυς ανεβοκατεβαίνει κάθε τόσο, ανάλογα με τη φάση: ιδανικά, ας είναι αρκετά ψηλά για να υπάρχει κίνητρο, αλλά και αρκετά χαμηλά για να χωράει η παιδικότητα/η εφηβεία/η ζωή η ίδια.
- Μην αφήνετε το παιδί (ούτε τον εαυτό σας) να ταυτίζει την αξία του με τις επιδόσεις του. Πάνω από όλα, θέλουμε ήρεμους και χαρούμενους γονείς και ήρεμα και χαρούμενα παιδιά. Τα υπόλοιπα… υπολείπονται κατά πολύ.

