Πόσες φορές έχουμε πιάσει τον εαυτό μας να τρώει χωρίς να πεινά, να μαγειρεύει μηχανικά ή να αισθάνεται ενοχή για ένα γλυκό; Η σχέση του σύγχρονου ανθρώπου με την τροφή είναι σύνθετη, συχνά αντιφατική. Αντί για πηγή ευχαρίστησης και σύνδεσης, γίνεται πεδίο ελέγχου, άγχους, ακόμα και αυτοτιμωρίας. Και όμως, η τροφή που λαμβάνουμε θα έπρεπε να είναι μια πράξη αυτογνωσίας, φροντίδας και ψυχικής ισορροπίας.
Με αυτή τη σκέψη προσεγγίζει το φαγητό η ψυχολόγος και ψυχοθεραπεύτρια Καλλιόπη Εμμανουηλίδου, μέσα από το βιβλίο της Ψυχο-γαστρονομία (εκδόσεις Μεταίχμιο), το πρώτο ελληνικό εγχειρίδιο για τη διαισθητική διατροφή και την ψυχολογία της μαγειρικής. Πρόκειται για έναν οδηγό που δεν μιλά για αυστηρές δίαιτες, αλλά προτείνει μια νέα φιλοσοφία ζωής: να ακούμε το σώμα μας, να το εμπιστευόμαστε και να απολαμβάνουμε συνειδητά ό,τι μας τρέφει, κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Η Εμμανουηλίδου εξηγεί πως η διαισθητική διατροφή είναι το ακριβώς αντίθετο από την κουλτούρα της δίαιτας. Δεν βασίζεται σε περιορισμούς, αλλά στην αποδοχή και στην εμπιστοσύνη προς τις φυσικές λειτουργίες του σώματος. «Ακούω το σώμα μου και έτσι τρώω σωστά και απολαυστικά», λέει χαρακτηριστικά. Η ψυχο-γαστρονομία, με τη σειρά της, προχωρά ένα βήμα παραπέρα: μας καλεί να ξαναβρούμε την επαφή με το φαγητό, μέσα από την ενσυνειδητότητα, τη γευσιγνωσία και τη δημιουργική μαγειρική, όχι ως υποχρέωση, αλλά ως μέσο έκφρασης και θεραπείας.
Στη σκέψη αυτή θεμελιώνεται και η έννοια της «ψυχολογίας της μαγειρικής», που μπορεί να ακούγεται ασυνήθιστη, αλλά μόνο αστεία δεν είναι. Η μαγειρική, λέει, κρύβει μέσα της τέχνη, αισθητηριακή εμπειρία, σύνδεση με τους άλλους και αυτοφροντίδα – ακριβώς δηλαδή τα στοιχεία που χρειάζεται η ψυχή για να ισορροπεί. Όταν μαγειρεύουμε με παρουσία και όχι με άγχος, όταν αφιερώνουμε χρόνο να απολαύσουμε αυτό που δημιουργήσαμε, τότε το φαγητό γίνεται εμπειρία ζωής και όχι απλή διεκπεραίωση.
Η θετική ψυχολογία και η ενσυνειδητότητα είναι δύο ακόμα θεμέλια αυτής της προσέγγισης. Η πρώτη βλέπει τον άνθρωπο όχι μέσα από τη δυσλειτουργία του, αλλά μέσα από τη δυνατότητά του να αναπτυχθεί και να χαρεί. Η δεύτερη μάς υπενθυμίζει να είμαστε παρόντες: να γευόμαστε, να μυρίζουμε, να αισθανόμαστε, να τρώμε με όλες μας τις αισθήσεις, χωρίς ενοχή και χωρίς να βιαζόμαστε. Μια μικρή πράξη που, όπως αποδεικνύεται, αλλάζει ριζικά τη σχέση μας με το σώμα και την ψυχή μας.
Η συγγραφέας πιστεύει ακράδαντα ότι μπορούμε να επανεκπαιδευτούμε. Οι διατροφικές συνήθειες αλλάζουν όταν το θελήσουμε αληθινά και όταν βρισκόμαστε στο σημείο της ζωής μας όπου είμαστε έτοιμοι να δούμε διαφορετικά τον εαυτό μας. Η αλλαγή απαιτεί γνώση, εξάσκηση και, συχνά, υποστήριξη από ειδικούς, μα κυρίως απαιτεί συμπόνια προς τον εαυτό μας.
Ιδιαίτερη σημασία δίνει στη στάση των γονιών απέναντι στο φαγητό. Από τα πρώτα χρόνια της ζωής, το παιδί καθρεφτίζει τη δική μας σχέση με την τροφή. Όσο λιγότερο άγχος και ενοχή εκπέμπουμε, όσο περισσότερο εμπιστευόμαστε τη φύση και τα σημάδια πείνας ή κορεσμού του παιδιού, τόσο πιο υγιείς βάσεις τού προσφέρουμε. «Το άγχος είναι η μόνη παγίδα», λέει χαρακτηριστικά.
Η ίδια θεωρεί ότι ο μεγαλύτερος σύμμαχος των παιδιών είναι το παράδειγμα των γονιών: να τρώνε ισορροπημένα, να χαίρονται το φαγητό τους, να φροντίζουν το σώμα τους με αγάπη και να τρώνε όλοι μαζί, όσο πιο συχνά γίνεται. «Όταν η οικογένεια μοιράζεται το τραπέζι, τρέφεται όχι μόνο το σώμα, αλλά και ο ψυχισμός», σημειώνει.
Στην ελληνική καθημερινότητα, βέβαια, η μαγειρική συχνά έχει χάσει το νόημά της. Ο χρόνος πιέζει, η κόπωση κυριαρχεί, τα delivery έγιναν ρουτίνα. Η Εμμανουηλίδου δεν τα δαιμονοποιεί, αλλά θυμίζει πως η πραγματική φθορά δεν προέρχεται από το έτοιμο φαγητό, αλλά από το υπερτάισμα, τις ενοχές, την απουσία κοινών γευμάτων. Όταν το μαγείρεμα είναι καθήκον και όχι δημιουργία, όταν το φαγητό γίνεται τιμωρία ή ανταμοιβή, τότε χάνουμε τη σύνδεση με την ουσία του.
Η γευσιγνωσία, προτείνει, μπορεί να λειτουργήσει ως άσκηση επιστροφής στην απόλαυση και στη συνειδητότητα. «Μαθαίνουμε να εκτιμούμε τις ιδιότητες της τροφής, να απολαμβάνουμε την απλότητα, να μην επιζητούμε υπεργευστικές τροφές. Και, ναι, είναι και διασκεδαστικό — ένα παιχνίδι για μικρούς και μεγάλους», λέει.
Όσο για την παιδική παχυσαρκία, που παραμένει από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη, η Εμμανουηλίδου βλέπει πίσω της ένα μωσαϊκό παραγόντων: έλλειψη άσκησης, υπερβολική χρήση οθονών, ελλιπή διατροφική παιδεία, συναισθηματικό φαγητό, οικογενειακά πρότυπα που μεταδίδουν ενοχή ή έλεγχο αντί για ισορροπία. Και όλα αυτά, επιβαρυμένα από την πανδημία, που πολλαπλασίασε την κατανάλωση junk food και αύξησε τις ψυχικές διαταραχές σε όλες τις ηλικίες. Είναι ώρα για επούλωση, στοχασμό και πολλή αυτοφροντίδα.
Η Ψυχο-γαστρονομία μάς προσκαλεί να ξαναθυμηθούμε (ή να μάθουμε) τι σημαίνει να τρεφόμαστε – με τροφή, αλλά και με αγάπη και επίγνωση.
Ένας πρακτικός οδηγός διατροφής που μας βοηθάει να διαμορφώσουμε τη φιλοσοφία διατροφής αλλά και ζωής η οποία σέβεται το σώμα μας και την ψυχική μας υγεία και έχει ως κεντρικό άξονα την αγάπη προς τον εαυτό μας αλλά και την απόλαυση του φαγητού.



