Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά, στην αγορά, στο Λαύριο. Με αυτόν τον στίχο από το Τι έπαιξα στο Λαύριο αποχαιρετώ τον Διονύση Σαββόπουλο. Τον Νιόνιο της παιδικής και εφηβικής μου ηλικίας. Δεν παίρνω πάνω μου κανέναν άλλον. Μιλώ μόνο για μένα. Δεν κρίνω ούτε όσους τον αναθεματίζουν ούτε όσους τον αποθεώνουν. Τουναντίον, κατανοώ και τους μεν και τους δε. Απόλυτα. Υπάρχει αντίφαση στα λόγια μου. Μα ο ίδιος ο Σαββόπουλος ήταν μια αντίφαση.
Ως παιδί, μου άρεσαν οι μελωδίες, ως έφηβη μου άρεσαν οι στίχοι. Και τα lives, οι συναυλίες, τα τραγούδια πάνω στο κατάστρωμα του Δημητρούλα, συνοδεία κιθάρας. Σταματάω. Γίνομαι μελό. Η ενηλικίωσή μου συνέπεσε με μια μετατόπισή του, που δεν μπόρεσα να αποδεχτώ ή να συνηθίσω, μολονότι του έδωσα ευκαιρίες. Δεν ξέρω τι να παίξω στα παιδιά μα ούτε και στους μεγάλους. Μεγάλωσα, μεγάλωσε, τον έχασα, με έχασε. Όμως, ο Σαββόπουλος προ πρώτης του δύο χιλιάδες με επηρέασε –κι ας έκλεψε έντιμα ή άτιμα. Δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη.
Πώς να κρυφτείς απ’ τα παιδιά; Έτσι κι αλλιώς τα ξέρουν όλα… Το 1979, ο Σαββόπουλος δεν κρύβει την αμηχανία του για τον ρόλο του ως καλλιτέχνη, μπροστά στα φτωχά παιδιά που ζουν στο υποβαθμισμένο Λαύριο. Το 2025, κανείς ενήλικος δεν κρύβει την αμηχανία του για τον ρόλο του ως φροντιστή, μπροστά σε κάθε παιδί.
Ο στίχος αυτός με «στοιχειώνει» κάθε φορά που προσπαθώ, με λόγο ή χωρίς, να αποφύγω μια άβολη απάντηση σε μια εύλογη ερώτηση παιδιών. Γράφτηκε κυριολεκτικά πάνω στην επικαιρότητα, ο Σαββόπουλος πήγε στο Λαύριο για συναυλία. Και μετουσίωσε σε τραγούδι αυτό που βίωσε.
Ο Σπουδαστικός-Φοιτητικός Σύλλογος Λαυρεωτικής, που μόλις είχε ιδρυθεί, επιδίωκε την πολιτιστική αναζωογόνηση της πόλης· στο πλαίσιο αυτό διοργανώθηκε και η συναυλία του Σαββόπουλου στις 12 Ιουνίου 1977, στην Ψαραγορά. Το “Τι έπαιξα στο Λαύριο” κυκλοφόρησε τον Δεκέμβρη του 1979, στο άλμπουμ “Ρεζέρβα”.
46 χρόνια μετά παραμένει επίκαιρο και αφορά μια ολόκληρη γενιά που κοιτάζει με μάτια μολυσμένα από τις οθόνες και δεν βρίσκει τα δικά μας, τσακισμένα από ματαιώσεις και τραύματα. Τα παιδιά του σήμερα.
Κρύβουν ένα νοιάξιμο οι στίχοι αυτοί του Σαββόπουλου, μαζί με μιαν ανησυχία ότι δεν είναι αρκετός. Ότι δεν έχει τις απαντήσεις που του ζητούν. Πράγματι, αποδείχτηκε πως δεν τις είχε. Ή πως τις έχασε εύκολα. Παρόλα αυτά, κάποτε, μέσα σ’ ένα όνειρο που έτριζε, είχαμε χρόνο αληθινό, όπου μάλιστα χώραγε κι εκείνος.
Τώρα δεν έχουμε ούτε χρόνο ούτε Νιόνιο – και από σήμερα ούτε και Σαββόπουλο. Τα όνειρα, που τότε έτριζαν, γκρεμίστηκαν και μας εγκλώβισαν. Δεν κάναμε άλλα, καινούργια. Φυσικά, όλα αυτά τα κρύψαμε από τα παιδιά μας. Και σήμερα, στεκόμαστε αμήχανοι μπροστά στον φυσικό θάνατο ενός από καιρό νεκρού ειδώλου.
Ο Σαββόπουλος είχε πει ανοιχτά πως ήταν κακός πατέρας. Αν διαβάσετε την αυτοβιογραφία του Γιατί τα χρόνια τρέχουν χύμα θα ανατριχιάσετε από περιγραφές για το πώς φερόταν στους δυο γιους του, ακόμα κι αν λάβουμε υπόψη ότι έγινε πατέρας σε ένα άλλο κοινωνικό πλαίσιο και πολύ νέος. Δεν ξέρω αν η εξομολόγησή του ήταν μια δήλωση μετανοίας ή μια προσπάθεια εξιλέωσης πριν από τον θάνατο ή μια ακόμα καλλιτεχνική πράξη. Ίσως να ήταν λίγο απ’ όλα, ίσως και τίποτε από αυτά.
Σπάνια με αγγίζει η cancel culture. Θεωρώ λανθασμένη πρακτική το σβήσιμο της ιστορίας, αρκεί το πολιτισμικό κεφάλαιο κάθε εποχής να επαναπλαισιώνεται και να λειτουργεί προς το κοινό όφελος. Χρειάζεται να μαθαίνουμε απ’ όσα αφήνει πίσω της η κάθε εποχή και να τα αντιμετωπίζουμε με γενναιότητα. Όχι να τα θάβουμε.
Φυσικά, υπάρχουν περιπτώσεις όπου την ακύρωση την κάνω εγώ η ίδια, ως ψυχική αντίδραση π.χ. δεν μπορώ να δω, ούτε καν προς μελέτη, τηλεοπτικό υλικό με τον Πέτρο Φιλιππίδη ή να βλέπω Στρουμφάκια στην παλιά μεταγλώττιση, αυτή με τον Λιγνάδη. Υποθέτω το ίδιο ισχύει για όλους. Κάπου υπάρχει μια εσωτερική ζυγαριά που γέρνει προς τη μια ή την άλλη πλευρά.
Αισθάνομαι, λοιπόν, πως τον Νιόνιο, που είναι, ας πούμε, το απόλυτο σαββοπουλικό αρχέτυπο στη συνείδησή μου, τον έχω κάπως σαν τοτέμ. Κάπως έχω αφήσει απέξω τον Δ.Σ. ως αντιπαράδειγμα γονέα και σίγουρα ως αμφιλεγόμενο σε πολλά επίπεδα, σε μια νοητή γραμμή που δυσκολεύομαι να εκφράσω με λόγια. Μπορώ ακόμα να ακούσω τα τραγούδια που αγάπησα και να τα τραγουδήσω μέσα από την καρδιά μου.
Μακάρι για εκείνον, στην περίπτωση όπου υπάρχει κάποιο μεταφυσικό, μεταθανάτιο πουργκατόριο, να έφυγε μόνο ως Σταύρος – ούτε ως κυρ Σταύρος ούτε ως αφέντης ούτε ως τσουτσουλομύτης.
Κι αν πάω να με μαλώσω που έπιασα το λιβανιστήρι ή που έβαλα πλυντήριο στους 90ºc σκέφτομαι πως δεν μπορεί, κάτι θα είχε κρατήσει ο παππούς Διονύσης από τον άνθρωπο που έγραψε και μελοποίησε τα παρακάτω. Και πολλά ακόμα.
Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή κανείς δε θα με περιμένει, οι δρόμοι θα ‘ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη, τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι…
Αλλάζουν όλα εδώ κάτω με ορμή, τι να καταλάβουμε οι φτωχοί.
Η αγάπη είναι παντού…
Σ’ αυτόν τον τόπο όσοι αγαπούνε τρώνε βρώμικο ψωμί.
Σαν σκιές γλιστρούν λόγια και εικόνες, κάρα σκουπιδιάρικα, φεύγουν οι χειμώνες…
Στον καθρέφτη κάθε βράδυ στα κρυφά βλέπουνε να μεγαλώνουν μ’ ένα φόβο στην καρδιά. Τη μαμά τους τη ρωτάνε κάθε μήνα μια φορά τα κορίτσια που περνάνε δύο δύο βιαστικά.
Δίχως τραγούδι, δάκρυ και φιλί δεν είναι άνοιξη φέτος αυτή.
Και συ έφεγγες στη μέση όλου του κόσμου κι ήσουν, φως μου, κατακόκκινη νιφάδα σε γιορτή…
Αχ, ο Όλιβερ Τουίστ χαμογελάει και ο Αδόλφος τού χαϊδεύει τα μαλλιά, διαμαντένιο δαχτυλίδι του φοράει και πετούν αγκαλιασμένοι μακριά.
Πού πας παλληκάρι ωραίο σαν μύθος κι ολόισια στο θάνατο κολυμπάς;



