Πατριωτισμός παιδιά

Πατριωτισμός χωρίς παρωπίδες: Μια επαναστατική πράξη για τα παιδιά μας

Κάθε χρόνο, τέτοιες μέρες, οι γονείς μπαίνουμε στη γνώριμη διαδικασία των σχολικών εορτών και των παρελάσεων για την 25η Μαρτίου και ο πατριωτισμός βασιλεύει στα σχολικά προαύλια. Σημαίες από γλασέ χαρτί, ποιήματα που τα παιδιά αποστήθισαν βιαστικά, άσπρα πουκάμισα ή τσολιάδες και Αμαλίες, φωτογραφίες και βίντεο από σηκωμένα κινητά, ακατανόητοι πανηγυρικοί, στους οποίους δεν δίνει κανείς σημασία. Ζήτω η Ελευθερία; Ζήτω. Ζήτω το Έθνος; Αλίμονο. Ζήτω.

Η αμηχανία μπροστά στο εθνικό αφήγημα

Μόνο που καθώς τα χρόνια περνούν, τόσο δυσκολεύει αυτό που κάποτε έμοιαζε αυτονόητο. Ποια είναι η θέση από την οποία καλούμαστε να μιλήσουμε στα παιδιά μας για την Ελληνική Επανάσταση σήμερα, ως πολίτες μιας χώρας που τρώει το παρόν και το μέλλον των παιδιών της και ξαναγράφει βολικά το παρελθόν της. Γιατί τι ακριβώς λέμε σήμερα στα παιδιά μας; Ότι πρέπει να νιώσουν εθνική υπερηφάνεια; Και αυτή η υπερηφάνεια πού ακριβώς θα στηριχτεί;

Στην καθημερινότητα όπου ζούμε;
Στη χώρα που κάνει όλο και πιο δύσκολη τη ζωή των νέων γονιών;
Στους μισθούς που δεν φτάνουν, στα ενοίκια που γονατίζουν τα νοικοκυριά, στη μόνιμη αγωνία για τα βασικά;
Στη φτώχεια που απλώνεται χωρίς να προκαλεί πια ούτε έκπληξη ούτε οργή;
Σε μια δημόσια ζωή όπου η διαφθορά έχει εγκαθιδρυθεί ως η βασική λειτουργική προδιαγραφή  του συστήματος;
Στην επίσημη γλώσσα του έθνους, που κάθε Μάρτιο απαιτεί συγκίνηση και μεγαλοστομίες, ενώ η Ελλάδα συμμετέχει, όπως κάθε σύγχρονο και βολικά εξαρτημένο κράτος, σε στρατιωτικούς σχεδιασμούς και γεωπολιτικές διευθετήσεις που δεν την αφορούν;

Σε μια εποχή όπου ο πόλεμος αναδύεται ξαφνικά εκ νέου ως κανονικότητα, με μέτρα και σταθμά που ζυγίζονται ανάλογα με τα συμφέροντα των ισχυρών, πώς ακριβώς να μιλήσει ένας γονιός για ελευθερία; Πολλώ δε μάλλον όταν ξέρει ότι το ελληνικό κράτος γεννήθηκε μέσα από τα Δάνεια της Ανεξαρτησίας και την κηδεμονία των «Προστατίδων Δυνάμεων», μια σχέση υποδούλωσης που δεν ανετράπη ποτέ, απλώς άλλαξε πρόσωπα και νομίσματα;

Ο πατριωτισμός της βιτρίνας

Στέκομαι αμήχανη απέναντι στο ψέμα που προβάλλεται ως μοναδική αλήθεια. Απέναντι σε έναν πατριωτισμό που, ενώ ομνύει στη γαλανόλευκη, ξεπουλάει κάθε σπιθαμή δημόσιου χώρου και κοινωνικής πρόνοιας. Είναι ο πατριωτισμός των συμβόλων που τρέφεται από τη μυθολογία για να κρύψει τη διαρκή υποτέλεια και την έλλειψη κάθε επιθυμίας των εκάστοτε αρχόντων να δημιουργήσουν ένα πραγματικά ανεξάρτητο κράτος.

Μιλώ για έναν ουσιαστικά ανθελληνικό πατριωτισμό, που λατρεύει τους καταστροφείς της χώρας, αρκεί να φορούν το σωστό εθνόσημο, το οποίο μάλιστα αρνούνται σε ανθρώπους που δεν τους αρέσουν, γιατί δεν χωρούν στο ιδεολογικό τους καλούπι. Ζητείται, λοιπόν, από τους γονείς να λειτουργήσουν σαν να είναι όλα απλά, σαν να αρκεί μια γιορτή για να νιώσει το παιδί περηφάνια, την ίδια στιγμή που οι θεσμοί καταρρέουν και η ανασφάλεια είναι μόνιμη σύντροφός μας.

Είναι η απόλυτη εθνική αντίφαση: να καμαρώνουμε τα παιδιά μας με το εθνόσημο στο στήθος, όταν η ίδια η επιβίωσή τους λογίζεται ως κόστος σε μια ζυγαριά κέρδους για άλλους – από τις ράγες των Τεμπών μέχρι τα σχολεία-εργοτάξια. Τους ζητάμε να τιμήσουν με πάθος τους νεκρούς του ’21, την ίδια στιγμή που εμείς, ως κοινωνία, αποδεχόμαστε με απάθεια την ανασφάλεια των ζωντανών του σήμερα.

Ο σύγχρονος Έλληνας βιώνει μια μόνιμη ταυτότητα δύο ταχυτήτων: την ιδανική εικόνα του “κληρονόμου” της αρχαιότητας που προβάλλει προς τα έξω με έπαρση, και την πραγματική εικόνα του “Ρωμιού” που κυνικά αποδέχεται τη διαφθορά και την ανομία ως τρόπους επιβίωσης και κοινωνικής ανέλιξης. Αυτή η σχιζοειδής στάση δημιουργεί έναν πατριωτισμό που είναι ταυτόχρονα ναρκισσιστικός και αυτοκαταστροφικός: λατρεύουμε το Έθνος ως ιδέα, αλλά περιφρονούμε το κράτος και τους συμπολίτες μας στην πράξη.

Οι βολικοί μύθοι και οι δύσκολες αλήθειες

Και τότε, σχεδόν αναπόφευκτα, επιστρέφουν οι βολικοί μύθοι. Το «κρυφό σχολειό» και ο Παλαιών Πατρών Γερμανός που ευλογεί μια σημαία που δεν ήταν εκεί. Η ταύτιση της Επανάστασης με μια χριστιανική εορτή. Η αποσιώπηση κάθε άβολης αλήθειας πίσω από ένα καλοφτιαγμένο παραμύθι. Τα παραπάνω, και άλλα πολλά, προσφέρουν ένα ηθικό σχήμα, έτοιμο να περάσει από γενιά σε γενιά χωρίς ερωτήσεις. Μόνο που οι ερωτήσεις πια υπάρχουν και οι απαντήσεις ζορίζουν.

Το πιο δύσκολο, κατά τη γνώμη μου, δεν είναι να πεις πως όλα ήταν ψέμα. Αυτή είναι η εύκολη λύση. Το δύσκολο είναι να μη θέλεις ούτε να εξαπατήσεις το παιδί σου, μα ούτε και να το παραδώσεις στην ισοπέδωση και στον μηδενισμό. Θα μπορούσαμε άραγε να καλλιεργήσουμε στα παιδιά μας την ανάγκη να διεκδικήσουν τη χώρα τους πίσω;

Γιατί ο πατριωτισμός υπάρχει, μακριά από τις εξέδρες των επισήμων, τις ψευτογαλανόλευκες, τις μιντιακές κορώνες και τις τηλεοπτικές κάμερες, όπου δυστυχώς τον εκχωρήσαμε. Ήταν ο πατριωτισμός των απλών ανθρώπων που το 1821 επαναστάτησαν για να πάψουν να είναι υπήκοοι και να γίνουν πολίτες. Είναι ο πατριωτισμός όσων ονειρεύονται μια πανανθρώπινη ελευθερία χωρίς διακρίσεις. Είναι ο πατριωτισμός όσων παρακολουθούμε τη χώρα να γκρεμίζεται ως το μη παρέκει και θέλουμε όλο αυτό να αλλάξει επί το βέλτιον. 

Ποιον πατριωτισμό θέλουμε;

Προσωπικά, δεν βασίζω τον πατριωτισμό στη βιολογική συνέχεια ή στην ανωτερότητα της φυλής μας, αλλά στη συλλογική αξιοπρέπεια. Αξίζει να θυμόμαστε ότι η Επανάσταση έγινε. Υπήρξε μια βίαιη ρήξη με την υποτέλεια, που έμεινε ημιτελής. Αυτό πληγώνει. Αξίζει να λέμε στα παιδιά ότι ελευθερία σημαίνει να μην είσαι εξαρτημένος ούτε από ξένους προστάτες ούτε από ντόπιους ολιγάρχες. Οι γονείς που δεν θέλουμε να γίνουμε κοινωνοί μιας εθνικής αυταπάτης ψάχνουμε λέξεις να εξηγήσουμε τα ανεξήγητα. 

Από την επέτειο της 25ης Μαρτίου, κρατώ την πίστη για επανόρθωση της σχέσης με τον τόπο και την ιστορία μας χωρίς παρωπίδες. Η ντροπή που αισθάνομαι για την κατάντια, ναι, υπάρχει. Αλλά μαζί της υπάρχει και πείσμα για αλλαγή. Να χτίσουμε μια σχέση που θα εμπεριέξει τόσο την ομορφιά όσο και τη βία, τόσο τις στιγμές αξιοπρέπειας όσο και τις στιγμές εθνικής κατάρρευσης και θα οδηγήσει στη δημιουργία μιας πατρίδας που θα αγαπάμε και θα φροντίζουμε. Προς το παρόν, οι έφηβοι και οι νέοι ψάχνουν τρόπους να φύγουν από τη χώρα για ένα καλύτερο μέλλον. Δεν είναι κρίμα για όλους να αφήνουμε την Ελλάδα να σπαράζει;

Η ανάγκη για ιστορική συνείδηση και συλλογική αξιοπρέπεια

Για μένα, το ζητούμενο είναι να δώσουμε καταρχάς στα παιδιά μια αίσθηση ιστορικής συνέχειας χωρίς να τους κρύψουμε ότι τα έθνη φτιάχνουν ιστορίες που γαργαλούν το φαντασιακό ενός πολίτη-υπήκοου, προκειμένου να δικαιολογήσουν την έκπτωση του παρόντος. Να τους μάθουμε ότι η αγάπη για τον τόπο προαπαιτεί την αναγνώριση των κακώς κειμένων, ενώ απαιτεί αναγνώριση και αξιοπρέπεια για τους ανθρώπους που τον κατοικούν σήμερα, και όχι για τα φαντάσματα του χθες.

Ίσως η πιο γενναία πράξη πατριωτισμού που μπορούμε να διδάξουμε σήμερα στα παιδιά μας είναι η άρνηση στο βολικό ψέμα. Το ελληνικό κράτος γεννήθηκε ως μια αποικία χρέους, με τα δάνεια, αλλά και τα συμφέροντα των ισχυρών, να προκρίνουν την υποδούλωση ολόκληρων γενεών πριν καν οριστούν τα σύνορά του. Η διαδρομή από το 1830, και το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, μέχρι τα σύγχρονα μνημόνια δεν είναι μια σειρά από ατυχίες, αλλά η συνεπής επιβεβαίωση ότι η εθνική κυριαρχία στην Ελλάδα παραμένει το διακοσμητικό φόντο μιας διαρκούς πτώχευσης, μια κατάσταση που μοιάζει να βολεύει διαχρονικά και το πολιτικό προσωπικό.

Η εύκολη υπερηφάνεια του «είμαστε οι καλύτεροι», που μας βασανίζει για δυο αιώνες, προφανώς δεν έχει αποδώσει. Χρειαζόμαστε κάτι πιο χρήσιμο: ιστορική συνείδηση, ταξική εγρήγορση και βαθιά εντιμότητα. Στις μέρες όπου ζούμε, αυτή είναι πράγματι επαναστατική πράξη. Η ελευθερία δεν εξαντλείται σε μια ετήσια επέτειο, αλλά χτίζεται στην καθημερινή άρνηση της υποτέλειας. Ας μάθουμε στα παιδιά ότι το «ζήτω» αποκτά νόημα μόνο όταν διεκδικεί μια ζωή με συλλογική αξιοπρέπεια, εδώ και τώρα.

H κεντρική εικόνα του άρθρου είναι της Σοφίας Ζαραμπούκα από το βιβλίο «Επανάσταση. 1821» (Εκδόσεις Πατάκη)

Scroll to Top