Η συζήτηση «παιδιά και κοινωνικά δίκτυα» συνήθως εγκλωβίζεται ανάμεσα σε δύο άκρα: στον ηθικό πανικό των «παραδοσιακών» και στην τεχνολογική ευφορία των «προοδευτικών».
Κατά τη γνώμη μου, και οι δύο πλευρές χάνουν την ουσία, που στη συγκεκριμένη περίπτωση αφορά τη σταδιακή δόμηση της διαδικασίας της ανθρώπινης σκέψης: δηλαδή το πώς οργανώνονται παιδιόθεν η μάθηση, η προσοχή, η υπομονή, η επιθυμία ή η αντοχή στη ματαίωση, αν η επικοινωνία είναι εν πολλοίς διαμεσολαβημένη, αδιάκοπη και ανεξέλεγκτη.
Καταναλωτές από κούνια
Το παιδικό μυαλό διαθέτει μια τρομακτική, αλλά και εύθραυστη νευροπλαστικότητα. Αυτή η ικανότητα του νέου εγκεφάλου να αναδιοργανώνεται και να προσαρμόζεται, μαζί με την έμφυτη ανθρώπινη περιέργεια, αποτελούν το θεμέλιο κάθε είδους εκπαίδευσης και μάθησης.
Οι σύγχρονες πλατφόρμες λειτουργούν ως παραγωγοί ντοπαμίνης. Σχεδιάζουν ερεθίσματα που ενεργοποιούν κυκλώματα ανταμοιβής, αναμονής και ενίσχυσης, με κάθε scroll, κάθε like, κάθε ειδοποίηση, προκειμένου να κρατήσουν τον χρήστη για ώρα, ώστε να λάβουν πληροφορία και να προσφέρουν το… «κατάλληλο» περιεχόμενο.
Σε έναν ενήλικο εγκέφαλο, αυτό προκαλεί εθισμό. Όσοι είμαστε χρήστες, το γνωρίζουμε, ανεξαρτήτως του αν του αντιστεκόμαστε ή αν βρισκόμαστε σε ψηφιακό brain fog ή αν βολοδέρνουμε κάπου ανάμεσα. Αυτά εμείς, οι ζήσαντες σε αναλογικούς καιρούς, που έχουμε εμπειρία πνευματικής διαύγειας και απόλαυσης του ελεύθερου χρόνου, όταν αυτός δεν συνδεόταν με την επίδειξή του, αλλά με την ουσία του.
Σε έναν παιδικό εγκέφαλο, που ακόμα δεν διαθέτει ώριμο προμετωπιαίο φλοιό για να ελέγξει τις παρορμήσεις του, μια τέτοια συνθήκη αναδιαμορφώνει τη φυσική δομή της σκέψης του. Όσοι είστε γονείς, το κατανοείτε, ανεξαρτήτως του αν το παραδέχεστε ή αν το αρνείστε ή είστε από τους λίγους τυχερούς που πραγματικά δεν τους αφορά.
Ασφάλεια υπό προϋποθέσεις
Ο δημόσιος διάλογος σχετικά με την «ασφάλεια στο διαδίκτυο», εστιάζει κυρίως στον εκφοβισμό, στην έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο, σε ύποπτες συναλλαγές ή επικίνδυνες συναντήσεις.
Αυτά είναι περιστατικά υπαρκτά και σοβαρά, αλλά, όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, αποτελούν την επιφάνεια του προβλήματος, γιατί αφορούν μεμονωμένα παιδιά: παιδιά που παρασύρθηκαν, που δεν είχαν επαρκή στήριξη, που βρέθηκαν τη λάθος στιγμή στο λάθος ψηφιακό περιβάλλον.
Όμως, καθημερινά προκύπτει μια διαφορετική, καθολική και κυρίως άγνωστη στους περισσότερους κατάλυση της ασφάλειας, η οποία πηγάζει από τη φύση και τον τρόπο λειτουργίας του εκάστοτε τεχνολογικού εργαλείου: Η χρήση κάθε ψηφιακού μας ίχνους ως εργαλείου για παραγωγή εξατομικευμένου διαφημιστικού περιεχομένου ή για γέννηση ψευδών αναγκών.
Η διεθνής συζήτηση έχει ήδη περάσει από το ερώτημα «τι κακό μπορεί να συμβεί σε ένα παιδί online;» στο ευρύτερο «πώς επηρεάζει την παιδική και εφηβική ανάπτυξη ένα περιβάλλον σχεδιασμένο για συνεχή δέσμευση της προσοχής;».
Αυτή η διάκριση ξεκαθαρίζει ότι άλλο πράγμα είναι να προστατεύσεις ένα παιδί από έναν συγκεκριμένο κίνδυνο και άλλο να αναγνωρίσεις ότι ολόκληρο το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται έχει στηθεί με εμπορική λογική.
Ανεβάζαμε φωτογραφίες να τις δουν 10 φίλοι
Πριν από 10-15 χρόνια, αφού έτσι επέτασσαν οι κανόνες μιας νέας φάσης που βρισκόταν στα σπάργανα και έμοιαζε αθώα, επιτρέψαμε την απόλυτη εμπορευματοποίηση της παιδικής ύπαρξης και την απόλυτη υποδούλωση στην αγορά κυριολεκτικά από την προεμβρυακή ηλικία.
Δώσαμε, και μάλιστα με ενθουσιασμό, κάθε πτυχή του είναι μας στη δημοσιότητα, επιτρέποντας τη real time καταγραφή της καθημερινότητάς μας ως γονέων ή παρακολουθώντας τις ζωές άλλων γονέων και συγκρίνοντας. Καταγραφή, έγραψα; Όχι. Σκηνοθεσία ήταν. Στην αρχή μόνο για φίλους. Για φίλους που γνωρίζαμε στ’ αλήθεια. Τα σόσιαλ ξεκίνησαν πράγματι ως πλετφόρμες άμεσης και εύκολης επικοινωνίας ανθρώπων που γνωρίζονταν μεταξύ τους.
Σας έκλειναν τις διαφημίσεις όταν ήσαστε παιδιά;
Χαμογελώ πικρά αναθυμούμενη αγνές εποχές των ’80s και των 90s, όπου οι γονείς απαγόρευαν στα παιδιά να δουν διαφημίσεις στην τηλεόραση. Πριν την έλευση του αιώνα της πληροφορίας, η έρευνα κατέγραφε τη συντριπτική επιρροή των τηλεοπτικών διαφημίσεων, κυρίως όσων απευθύνονταν σε παιδιά, στη διαμόρφωση μιας γενιάς υπερ-καταναλωτών γεμάτων ψευδείς ανάγκες.
Τότε, το πρόβλημα ήταν ότι το ΕΣΡ έκανε τα στραβά μάτια στην αναμετάδοσή τους σε απαγορευμένες ώρες και αυτό, εκτός από παράνομο, βάραινε και ως ανήθικο. Και ήταν ανήθικο, γιατί εκπαιδευτήκαμε στις ψευδείς ανάγκες, απλώς μέσα από ένα διαφορετικό, όχι τόσο καθολικό, μοντέλο μαζικής κουλτούρας.
Η ανθρώπινη επικοινωνία ως διαρκής διαμεσολάβηση
Για ποια ηθική να μιλήσουμε σήμερα; Είκοσι πέντε χρόνια μετά, τα κοινωνικά δίκτυα έχουν αλλάξει ριζικά την ανθρώπινη επικοινωνία και τον τρόπο πρόσληψης κάθε τύπου περιεχομένου από το κοινό, το οποίο πλέον μπορεί να συμμετέχει ζωντανά τόσο στην παραγωγή όσο και στη διακίνηση.
Αν κάποιος θέλει να είναι ορατός, εξυπηρετώντας προσωπικές ανάγκες που γεννήθηκαν από την ίδια την εποχή της κοινωνικής δικτύωσης, πρέπει να υπερβάλλει, να γελοιοποιείται, να υπερεκτίθεται, να ευτελίζεται και πάνω από όλα να πληρώνει. Η εγκυρότητα των λεγομένων δεν ελέγχεται. Άλλα είναι τα κριτήρια προώθησης. Για παράδειγμα, η πρωτοτυπία. Η εύκολη πρωτοτυπία. Εξ ου και οι προαναφερθείσες συμπεριφορές.
Ταυτόχρονα με την παρακολούθηση αμφιβόλου ποιότητας περιεχομένου, ο χρήστης χτίζει και προσφέρει δωρεάν το καταναλωτικό του προφίλ στις εταιρείες. Εμείς παρέχουμε ασταμάτητα υλικό στις μηχανές, ώστε να τμήσουν χειρουργικά την προσοχή μας σε θραύσματα. Η κατανάλωση γίνεται πια από τον καναπέ, το κινητό, το κρεβάτι, με χρήμα αέρα.
Παράγω περιεχόμενο άρα υπάρχω
Ο τρόπος με τον οποίον λειτουργούν σήμερα τα κοινωνικά δίκτυα επιβάλλει μια μόνιμη ανάγκη επιτέλεσης ενός ρόλου εξ απαλών ονύχων. Ο γονιός, για να έχει αναγνώριση, πρέπει να επιδείξει το «έργο» του. Το παιδί, για να ανήκει στην ομάδα, πρέπει να χτίσει προφίλ και δίκτυο.
Παρεμπιπτόντως, το παιδί του 2026 έχει μάθει πριν καν περπατήσει ότι δεν παίζει αποκλειστικά για τη χαρά του παιχνιδιού· παίζει και για να καταγραφεί η πράξη του και έπειτα να ανέβει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπου θα κριθεί και θα βαθμολογηθεί.
Εκτός από το παιχνίδι, το ίδιο συμβαίνει με τη μάθηση, το φαγητό, τον ύπνο, τις διακοπές, τις πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δράσεις, την ανάγνωση. Και τα παιδιά σήμερα δεν ξέρουν την προηγούμενη ανθρώπινη κατάσταση. Αυτή είναι η κανονικότητά τους. Ό,τι γίνεται βιντεοσκοπείται. Λάθος. Σκηνοθετείται. Ό,τι δεν καταγράφεται, δεν υπάρχει. Ο αυθορμητισμός και η ανάγκη για παύση νικήθηκαν από τη σταδιακή καλλιέργεια μιας κουλτούρας δημόσιας έκθεσης. Ακόμα και αν μια οικογένεια αποφεύγει την προβολή, το παιδί σύντομα θα βρεθεί σε κοινωνικά περιβάλλοντα που την ευνοούν.
Τι μαθαίνουν τα παιδιά;
Τα παιδιά σήμερα δέχονται έναν ανελέητο βομβαρδισμό από πρότυπα εμφάνισης ή συμπεριφοράς που φιλτράρονται από αλγόριθμους, και οφείλουν να δείξουν ψηφιακή πειθαρχία για να πετύχουν το πολυπόθητο «ανήκειν». Η αυτοεικόνα τους και ο ψυχισμός τους συνθλίβονται πριν καν προλάβουν να σχηματιστούν. Το σώμα τους μετατρέπεται σε αντικείμενο προς διόρθωση, βελτίωση, συμμόρφωση και παρουσία σύμφωνη με τις επιταγές της αγοράς.
Ο χαρακτήρας τους πρέπει επίσης να εντάσσεται σε συγκεκριμένα πλαίσια. Πλαίσια αφύσικα, απάνθρωπα και κατασκευασμένα. Κάθε συναισθηματική έξαρση, θετική ή αρνητική, φέρνει κέρδος. Έτσι, άλλωστε, γεννήθηκε και άνθησε πρώτα στο ενήλικο κοινό η βιομηχανία της αυτοβελτίωσης και της αυτοφροντίδας, με τα «καλλυντικά προϊόντα» να επεκτείνονται και στην ψυχή.
Το ενήλικο αδιέξοδο
Όταν ως γονιός αναγκάζεσαι (γιατί ανάγκη είναι, ούτε προτίμηση ούτε επιλογή, ακόμα κι αν σας ακούγεται παράδοξο) να χαθείς στην οθόνη, παρά να συναναστραφείς φυσικά με το παιδί σου, τον/τη σύντροφό σου, τους φίλους, τους γονείς, τους συναδέλφους, ανθρώπινα, αδιαμεσολάβητα, κόβεις τους δρόμους της αυθεντικής επικοινωνίας. Εγκλωβίζεσαι μέσα σε κάτι που δεν θέλεις, αλλά σε ρουφάει ανελέητα.
Το ενήλικο μυαλό βρίσκεται, επίσης, σε κρίση, σοκαριστική κυρίως για όσους μέχρι πριν από λίγα χρόνια σκέπτονταν βαθιά και κριτικά και μπορούσαν να εστιάσουν σε κάτι, για παράδειγμα σε ένα βιβλίο ή σε μια ταινία, για ώρα, χωρίς διάσπαση. Σήμερα, όλο και περισσότεροι άνθρωποι δηλώνουν δυσκολία στη συγκέντρωση. Και φυσικά, η αγορά προσφέρει και εδώ λύσεις, τόσο φαρμακευτικές όσο και εκλαϊκευμένης θεραπείας μέσω… app, videos, βιβλίων, podcasts, retreats και άλλων «εμπειριών».
Αυτά κυρίως οι γεννημένοι πριν από το 1990, που έχουμε αναλογικά βιώματα και ως ενήλικα πλάσματα και έχουμε βρεθεί να ζούμε σε μια ανυπόφορη ψηφιακή αρένα. Αναρωτιέμαι πώς έχουμε το θράσος, από τη στιγμή που το πείραμα της πρώτης γενιάς ψηφιακών ενηλίκων και ψηφιακών παιδιών έδειξε αρνητικά αποτελέσματα, να επιμένουμε τα καταστρέφουμε τόσο και να εθελοτυφλούμε μπροστά σε κάτι ξεκάθαρο.
Ποιος θα μας ξεμπερδέψει;
Πιθανόν θα χρειαστεί ένας ειδικός ψυχικής υγείας, ακριβό προϊόν, απότοκο και αυτό της meta-εποχής, να μπαίνει κανονικά στο εξελάκι της οικογενειακής εβδομάδας, για να μας πει πως για να ηρεμήσουμε χρειάζεται καλύτερη σύνδεση με το παιδί μας, το γεμάτο θυμό, φόβο, στρες και απόγνωση παιδί μας. Γιατί αυτά τα συναισθήματα εισπράττει από εμάς και αυτά βλέπει να αναπαράγονται στην οθόνη και στην τάξη.
Το παιδικό μυαλό χρειάζεται κενό χρόνο και βαρεμάρα για να γεννήσει κόσμους ολάκερους μέσα από τη φαντασία του και να εξερευνήσει τον αληθινό κόσμο με την έμφυτη περιέργεια, που βιαστήκαμε να δολοφονήσουμε. Η παιδική ψυχή χρειάζεται φυσική και όχι τεχνητή σύνδεση τόσο με τους ανθρώπους όσο και με το περιβάλλον της. Και πάνω απ’ όλα με τη φύση.
Αναζητώντας τον χαμένο μας χρόνο
Όμως, οι ενήλικοι φαίνεται να μην προλαβαίνουμε να τα κάνουμε όλα αυτά μαζί με τα παιδιά μας με φυσικότητα και όχι ως απότοκα ενός project. Είχαμε περισσότερο χρόνο παλαιότερα; Όχι. Απλώς, τώρα κάτι μάς τον ροκανίζει ύπουλα, ενώ τον δηλητηριάζει και με αρνητισμό. Ξεχάσαμε πώς να ζούμε; Ίσως. Έχουμε δεχτεί τόσους τόνους σκουπιδοπληροφορίας, που αποκλείεται να μείναμε ανεπηρέαστοι. Έχουμε δεχτεί τόσα υπαρξιακά πλήγματα στην Ελλάδα της τελευταίας δεκαπενταετίας, που χάσαμε το σθένος μας.
Φυσική δικτύωση ως προϋπόθεση για την κοινωνική
Οι πλατφόρμες γεμίζουν κάθε δευτερόλεπτο με επικοινωνιακό θόρυβο και δεν έχουν καμία χρησιμότητα πριν τουλάχιστον τα 12 χρόνια. Προσοχή: Δεν μιλώ για την πρόσβαση των παιδιών στο διαδίκτυο, ως τεχνολογική γνώση ή για την ελεγχόμενη χρήση της οθόνης για προβολή περιεχομένου με νόημα, αρχή, μέση και τέλος. Μιλώ για τη χρήση πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης.
Η κοινωνική δικτύωση δεν μπορεί να προϋπάρξει της φυσικής και μέχρι κάποια ηλικία δεν μπορεί ούτε να αναπτύσσεται παράλληλα. Το παιδί πρέπει να πατήσει γερά στον πραγματικό κόσμο, για να ζήσει στον ψηφιακό κόσμο με ασφάλεια. Το γερό πάτημα προϋποθέτει παιχνίδι, φαντασία, ηρεμία, εκπαίδευση, διασκέδαση, ύπνο, φαγητό, χώρο και χρόνο. Τα αυτονόητα είτε χάθηκαν μέσα στον ψηφιακό θόρυβο είτε έγιναν μέρος τους, χάνοντας την αυθεντική αξία τους.
Το παιδικό μυαλό δεν αντέχει την κοινωνική δικτύωση, γιατί δεν έχει εμπεδώσει ακόμα τη ζωντανή σχέση και την αλληλεπίδραση με το αναλογικό περιβάλλον, σε όλο του το φάσμα. Ο εγκέφαλος είναι σχεδιασμένος για άμεσο σχετίζεσθαι, με περιορισμούς, και δεν αντέχει τη διαρκή φασαρία, το πλήθος προσώπων, την αναγκαιότητα για άμεση απόκριση και την έλλειψη δυνατότητας απομόνωσης.
Επιπλέον, η κοινωνική δικτύωση, όπως εξελίχθηκε όταν έγινε εμπορεύσιμη, δεν σχεδιάστηκε για ανθρώπους, αλλά για καταναλωτές. Η ιδεολογία της «σύνδεσης» εξάγει χρήσιμα δεδομένα που παράγουν κέρδη για λίγους. Αν θέλουμε να προστατεύσουμε τα παιδιά, πρέπει να δώσουμε μια πολιτική μάχη για το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα, στην ανάπτυξη χωρίς επιτήρηση και, τελικά, στην ίδια την παιδική ηλικία.
Δράση και όχι απαγορεύσεις στο κενό
Δεν χρειαζόμαστε εξαγγελίες απαγόρευσης (ξέρετε ότι στην Ελλάδα το κινητό στα σχολεία θεωρείται απαγορευμένο;) ούτε καλύτερα «οικογενειακά» φίλτρα προστασίας, που διαφημίζουν εκνευριστικά πλέον όλες οι εταιρείες κινητής, εκμεταλλευόμενες τη γονεϊκή αμηχανία μπροστά σε μια πρωτόγνωρη κατάσταση και τις πρωθυπουργικές υποσχέσεις για απόλυτο μπανάρισμα, χωρίς καμία ουσιαστική γνώση του σύγχρονου επικοινωνιακού τοπίου.
Χρειαζόμαστε μια κοινωνία που θα κατανοεί γιατί η πρακτική σχέση των παιδιών με την κοινωνική δικτύωση πρέπει να αλλάξει άμεσα, στις επόμενες γενιές. Στην πρώτη γενιά παιδιών πειραματιστήκαμε, υπολογίσαμε λάθος, μας ρούφηξε η καραντίνα, δεν ξέραμε, εξαπατηθήκαμε, την πατήσαμε. Τώρα ξέρουμε. Βλέπουμε τα αποτελέσματα. Δεν χρειαζόμαστε πολιτικές κορώνες περί ελέγχου και προστασίας από τους παιδοβιαστές (ας γελάσω) ή το πορνό (ας ξαναγελάσω) και εργαλείων τύπου termatasocialkolopaida.gov
Χρειαζόμαστε να δούμε την αλήθεια κατάμουτρα και να απαιτήσουμε ψηφιακό εγγραμματισμό για μικρούς και μεγάλους, ουσιαστική εκπαίδευση στην οικογένεια και στο σχολείο, και μια κοινωνία που θα πάψει να αντιμετωπίζει την παιδική ηλικία ως παράπλευρη απώλεια της Οικονομίας της Προσοχής.

