Η ακριβής αιτιολογία και παθογένεια της νόσου θεωρείται πολυπαραγοντική, με ορμονικούς, γενετικούς και διατροφικούς μηχανισμούς να συμβάλλουν στην εμφάνισή της. Η ανίχνευσή της είναι δύσκολη και γίνεται συνήθως κατά το 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης ή την περίοδο μετά τον τοκετό, εξαιτίας κάποιου κατάγματος ή ισχυρών πόνων στην οσφυϊκή μοίρα της σπονδυλικής στήλης, δυσκαμψίας, κύφωσης και άλγους στο ισχίο, που γίνεται εντονότερο κατά τη βάδιση. Πάντως, πρόκειται για μια παροδική κατάσταση με καλή πρόγνωση και σταδιακή αποκατάσταση της οστικής μάζας μετά τον απογαλακτισμό. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι αφορά κυρίως την πρώτη κύηση, καθώς σπάνια έχει παρατηρηθεί υποτροπή σε επόμενες εγκυμοσύνες.
Σε κάθε εγκυμοσύνη, η μέλλουσα μαμά παρουσιάζει μικρές μεταβολές της οστικής πυκνότητας λόγω αυξημένων αναγκών σε ασβέστιο και αλλαγών στα επίπεδα ορμονών, που επανέρχονται μετά τον τοκετό, σπάνια δημιουργούν προβλήματα και συνήθως δεν ανιχνεύονται. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες γυναίκες στις οποίες οι μεταβολές αυτές κατά το διάστημα της κύησης ή της γαλουχίας είναι τέτοιες που μπορεί να οδηγήσουν σε οστεοπόρωση, με μείωση της οστικής αντοχής και αυξημένο κίνδυνο κατάγματος. Κατ’ επέκταση, μπορεί να οδηγήσουν και στη δημιουργία καταγμάτων, κυρίως στη σπονδυλική στήλη αλλά και στο ισχίο.
Για παράδειγμα, ο πόνος στη μέση που παρουσιάζεται κατά την περίοδο της λοχείας και του θηλασμού –και αποδίδεται εύκολα στην κούραση λόγω των αυξημένων υποχρεώσεων της μητέρας καθώς και του συχνού σηκώματος του βρέφους– μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οφείλεται σε οστεοπορωτικά σπονδυλικά κατάγματα. Τα τελευταία μπορεί να συμβούν και με σχετικά απλές κινήσεις, όπως το σκύψιμο ή οι ελαφριές δουλειές του σπιτιού και συχνά υποεκτιμώνται, με αποτέλεσμα να καθυστερεί η διάγνωση.
Αξίζει να σημειώσουμε ότι οι περισσότερες γυναίκες που διαγνώστηκαν με οστεοπόρωση μετά τη γέννα τους θήλαζαν, επομένως έχαναν ασβέστιο διαμέσου του μητρικού γάλατος και είχαν αυξημένη προλακτίνη, που ευθύνεται για την πτώση των επιπέδων των οιστρογόνων, άρα και της προστατευτικής δράσης τους στα οστά. Μετά τον απογαλακτισμό, παρατηρήθηκε πως η οστική πυκνότητά τους αποκαταστάθηκε στα φυσιολογικά επίπεδα.
Προς αποφυγή, λοιπόν, δυσάρεστων καταστάσεων και για την προστασία των οστών τους, συστήνεται η λήψη συμπληρωμάτων ασβεστίου και βιταμίνης D σε όλες τις εγκύους και θηλάζουσες, κατόπιν ιατρικής σύστασης και εξατομικευμένης δοσολογίας. Συστήνεται, επίσης, η μείωση του βάρους φόρτισης που ασκείται στα οστά και στις αρθρώσεις τους, αλλά και η ήπια άσκηση, όπως το περπάτημα ή η κολύμβηση. Τέλος, είναι απαραίτητη η συμβουλευτική και διαγνωστική παρέμβαση ορθοπεδικού και ενδοκρινολόγου, σε περίπτωση που η μέλλουσα ή η νέα μαμά νιώσει έντονο πόνο που επιμένει στη μέση ή το ισχίο της ή αν παρουσιάσει κάταγμα σε άλλο σημείο του σκελετού της κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης ή μετά τον τοκετό.