Highlights
-
Μια παρατήρηση σε παιδικό σταθμό έγινε η αφορμή για το «Με τα χέρια μου μπορώ»: αντί για διαρκείς απαγορεύσεις, η Κατερίνα Καρόγιαννη προτείνει να μιλήσουμε στα παιδιά για όσα μπορούν να κάνουν.
-
Από περίπου 90 αρχικές ιδέες, η συγγραφέας επέλεξε σύντομες φράσεις που, μαζί με την εικονογράφηση της Ντανιέλας Σταματιάδη, συνθέτουν μια αφήγηση για ολόκληρο τον κύκλο της ζωής.
-
Η συμπερίληψη, η γραφή Braille και η νοηματική γλώσσα βρίσκουν θέση στο βιβλίο. Η συγγραφέας επισημαίνει την απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις περί ισότητας και στην καθημερινή πραγματικότητα.
-
Η αφή περιορίζεται ολοένα περισσότερο στις οθόνες, ενώ τα παιδιά μεγαλώνουν με απαγορεύσεις που περιορίζουν την επαφή τους με τον φυσικό κόσμο και τις πρακτικές δραστηριότητες.
-
Το ατομικό «μπορώ» αποκτά συλλογική διάσταση. Για την Κατερίνα Καρόγιαννη, η αυτονομία συνδέεται με την ευθύνη, την αλληλεγγύη και τη δυνατότητα να αλλάζουμε όσα μας ενοχλούν.
«Με τα χέρια μας δεν χτυπάμε». Σύμφωνοι. Αλλά τι κάνουμε με αυτά; Μια συχνή παρατήρηση προς τα παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας ενέπνευσε την Κατερίνα Καρόγιαννη να καταγράψει –αυτονόητες ή όχι και τόσο– εναλλακτικές για τις δυνατότητες χρήσης των χεριών μας. Οι ιδέες της ζωντάνεψαν στο χαρτί χάρη στην Ντανιέλα Σταματιάδη και έτσι γεννήθηκε το εικονοβιβλίο Με τα χέρια μου μπορώ, που κυκλοφορεί από τη Susaeta Εκδοτική.
Μέσα στις σελίδες του, οι δύο δημιουργοί χώρεσαν ένα ευρύ σύνολο πραγμάτων με θετικό πρόσημο που κάθε άνθρωπος μπορεί να κάνει με τα χέρια του – από τα πρώτα χρόνια της ζωής έως τα γεράματα. Με αφορμή το βιβλίο, συζητάμε με την Κατερίνα Καρόγιαννη για τα πολλά «μη» που ακούν τα παιδιά, για την αίσθηση της αφής που περιορίζεται όλο και περισσότερο στις οθόνες, για τη συμπερίληψη που μένει συχνά στα λόγια και για τη σημασία της ανατροφής ανθρώπων που σκέφτονται πέραν από τον εαυτό τους. Γιατί, όπως επιμένει η ίδια, όσα θέλουμε να αλλάξουμε είναι πράγματι στο χέρι μας.

Κατερίνα, καταρχάς συστήσου στους αναγνώστες και τις αναγνώστριες του ParentStories.
Ευχαρίστως! Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, κοντά στο κέντρο, αποφοίτησα από το Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, αλλά η αγάπη μου για τα βιβλία ‒και κυρίως για τα λάθη‒ με έσπρωξε να ασχοληθώ με τη διόρθωση και την επιμέλεια. Εδώ και μερικά χρόνια γράφω βιβλία για παιδιά, αλλά μόνο όταν έχω κέφι.
Τι ήταν αυτό που σε κέρδισε στο παιδικό βιβλίο και εξακολουθεί να σε ενδιαφέρει σήμερα; Μέσα από την επαγγελματική σου πορεία στον κόσμο του βιβλίου, αλλά και μέσα από τη μητρότητα, έχει αλλάξει η αντίληψή σου για το τι αξίζει να γράφουμε για τα παιδιά, αλλά και για το πώς γράφουμε για τα παιδιά;
Όταν ξεκίνησα να ασχολούμαι με τη διόρθωση, και στη συνέχεια με την επιμέλεια, αναλάμβανα τόσο βιβλία για ενήλικους όσο και για παιδιά. Με τον καιρό διαπίστωσα ότι το παιδικό βιβλίο με ενδιέφερε περισσότερο, διότι για τα παιδιά τίποτα δεν θεωρείται αυτονόητο. Για παράδειγμα, μια έκφραση, μια πληροφορία, ακόμη κι ένα αστείο, χρειάζεται να φιλτραριστούν ώστε να μείνει η ουσία προκειμένου να την κατανοήσουν, ειδικά σε μικρή ηλικία. Αυτό κινητοποιεί το μυαλό μου, το αναγκάζει να ψάχνει τρόπους να κάνει το σύνθετο απλό.
Κι έπειτα, είναι και οι εικόνες. Όταν ήμουν εγώ μικρή, η εικονογράφηση των βιβλίων ήταν φτωχή έως ανύπαρκτη. Τώρα δεν χορταίνει το μάτι μου. Πιθανότατα αναζητούσα ένα άλλοθι προκειμένου να διατηρήσω την παιδικότητά μου, γι’ αυτό και, αργότερα, η συγγραφή ήρθε απολύτως φυσικά. Αναφορικά με το πόσο με έχει επηρεάσει η μητρότητα ως προς το τι και πώς γράφουμε, δεν μπορώ να πω ακόμα με βεβαιότητα και σε τι βαθμό. Σίγουρα, πάντως, δεν ανήκω στην κατηγορία «τώρα που έγινα μαμά, ας γράψω παραμύθια».
Πίστευα και προ μητρότητας, και εξακολουθώ να το πιστεύω, ότι ένα παιδί μπορεί να διαβάσει για τα πάντα, ακόμη και για τα πιο «δύσκολα» θέματα, αρκεί ο λόγος και η εικόνα, αν πρόκειται για εικονοβιβλίο, να σέβονται την ηλικία του. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει είναι ότι πλέον παρατηρώ πιο έντονα τις αντιδράσεις του παιδιού μου όταν διαβάζουμε παρέα. Πού θα σταθεί, τι θα αναζητήσει ξανά, τι θα σχολιάσει…
Ποια ήταν η αφορμή για το «Με τα χέρια μου μπορώ»; Πώς πήρες την απόφαση να συγκεντρώσεις μια πλειάδα ιδεών και να τις κάνεις βιβλίο, με ποιο κριτήριο επέλεξες τις καταστάσεις και τα ρήματα που τρύπωσαν στις σελίδες και πώς τα έβαλες στη σειρά;
Μια μέρα, πηγαίνοντας να πάρω τον μικρό μου από τον παιδικό σταθμό, άκουσα μια δασκάλα να επιπλήττει ένα παιδάκι λέγοντάς του ότι με τα χέρια μας δεν χτυπάμε, μην κάνεις αυτό, μην κάνεις εκείνο. Σκέφτηκα τότε ότι τα «δεν» και τα «μη» μπορεί να λύνουν προσωρινά ένα πρόβλημα ‒ΑΝ το λύνουν‒, αλλά δεν αρκούν. Ίσως, λοιπόν, ήταν προτιμότερο να λέγαμε σε ένα παιδί τι ΜΠΟΡΕΙ να κάνει με τα χέρια του.
Αυτή ήταν η πρωταρχική ιδέα. Μόνο που δεν ήθελα να περιοριστώ στα όσα μπορούμε να κάνουμε σε πρώτο επίπεδο ‒να γράψουμε, να μετρήσουμε, να φάμε‒, θέλησα να το πάω ένα βήμα παραπέρα, να δώσω μια άλλη διάσταση, να προτείνω κάτι που θα μπορούσε να «διαβαστεί» με πολλούς τρόπους. Ξεκίνησα να καταγράφω, λοιπόν, τις προτάσεις μου, φτάνοντας περίπου τις 90.
Φυσικά, ήταν αδύνατον να τις συμπεριλάβω όλες, για πρακτικούς λόγους, οπότε χρειάστηκε να επιλέξω, να κόψω και να ράψω. Αυτή η φάση της μεγάλης «θυσίας» είναι άκρως δημιουργική, διότι αναγκάζεσαι να κρατήσεις την ουσία. Διάλεξα τα πιο δυνατά σημεία, κατ’ εμέ, και, στην πορεία, διαπίστωσα ότι ορισμένα συνδέονταν μεταξύ τους δημιουργώντας μια ροή, κάτι σαν μια άτυπη αφήγηση.
Πρόκειται για εικόνες της καθημερινότητάς μας, που ισορροπούν ανάμεσα στην κυριολεξία και τη μεταφορά, τόσο από άποψη εικονογράφησης όσο και κειμενικά. Το ενδιαφέρον είναι ότι η φράση «Με τα χέρια μου μπορώ» αναγράφεται μόνο στον τίτλο. Θεώρησα ότι είναι αρκετά ισχυρή για να σταθεί μόνο μία φορά, ώστε να λειτουργήσει ως εφαλτήριο για τα ρήματα που ακολουθούν.
Οι προτάσεις σου είναι σύντομες και σαφείς, ενώ οι λέξεις που επιλέγεις απλές. Για να αναδειχτούν τα χέρια και όσα μπορούμε να κάνουμε με αυτά, χρειάζονται και εικόνες. Πώς μοιραστήκατε την αφήγηση με την Ντανιέλα Σταματιάδη;
Ακριβώς, οι προτάσεις είναι σύντομες και κοφτές διότι καθεμία «δούλευε» στο μυαλό μου σαν θέμα για συζήτηση, είτε στο σπίτι είτε στο σχολείο. Καθώς κατέγραφα τις φράσεις, φανταζόμουν και την αντίστοιχη εικόνα, την οποία και σημείωνα. Έτσι, όταν ήρθε η ώρα να αναλάβει δράση η Ντανιέλα, μπήκε αμέσως στο πνεύμα όσων ήθελα να πω και ανέδειξε τα νοήματα με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Σε ένα εικονοβιβλίο είναι σημαντικό να υπάρχει ισορροπία, να μην καπελώνει δηλαδή το κείμενο την εικόνα ή το αντίστροφο, και εδώ, νομίζω, τα καταφέραμε καλά.
Η διαδοχή των εικόνων μάς επιτρέπει να παρακολουθήσουμε την πορεία μιας ολόκληρης ζωής. Γιατί επέλεξες να μην περιοριστείς στην παιδική ηλικία;
Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι μόνο η παιδική του ηλικία. Βέβαια, είναι γνωστό πως όλες οι απαντήσεις και τα κλειδιά μάς έχουν δοθεί από τα παιδικά μας χρόνια, όμως τις κλειδαριές τις συναντάμε αργότερα, μεγαλώνοντας. Ένας ακόμη λόγος είναι ότι ήθελα να μεταφέρω τη δράση από το «εγώ» στο «εμείς». Ένα μωρό ‒και ένα μεγαλύτερο πιτσιρίκι‒ λογίζεται ως το κέντρο του κόσμου, έχει την απόλυτη προσοχή και όλα περιστρέφονται γύρω από εκείνο.
Με τα χρόνια, όμως, με το ξεκίνημα της κοινωνικής του ζωής, ο προβολέας αρχίζει να φωτίζει και τους γύρω του. Τι μπορούμε να κάνουμε με τα χέρια μας για τους άλλους; Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση. Επιπλέον, με τον τρόπο που είναι δομημένο το βιβλίο, διαγράφεται ένας κύκλος, ο κύκλος της ζωής. Βρεφική, νηπιακή, παιδική ηλικία, ενήλικη ζωή, γηρατειά, τέλος. (Ή και αρχή, ποιος ξέρει…)
Η γραφή Braille και η νοηματική γλώσσα προϋποθέτουν τη χρήση των χεριών. Τους δίνετε χώρο. Όμως, η θεωρία από την πράξη συχνά απέχουν πολύ. Μιλάμε καθημερινά για συμπερίληψη. Την εφαρμόζουμε;
Επίτρεψέ μου να πω ότι η έννοια της συμπερίληψης είναι λίγο «κακοποιημένη» τελευταία ‒τουλάχιστον στη χώρα μας‒, αλλά αυτό συμβαίνει με κάθε έννοια που «φοριέται» απλώς για να φορεθεί χωρίς να γίνεται κατανοητή σε βάθος. Όλοι μιλούν για συμπερίληψη, λες και η ίδια η λέξη λύνει τα καθημερινά πρακτικά προβλήματα τα οποία καλούνται να αντιμετωπίσουν συνάνθρωποί μας που παλεύουν να γίνουν ορατοί. Σε μια κοινωνία που ‒υποτίθεται‒ εξελίσσεται, η πρόσβαση και η εξασφάλιση κοινωνικών αγαθών, οι μη αποκλεισμοί και οι ίσες ευκαιρίες θα έπρεπε να θεωρούνται δεδομένα ‒ στην πράξη, όχι στα λόγια.
Αλλά ας μην πάμε μακριά. Ας αναλογιστεί καθένας μας πώς συμπεριφέρεται στον «διαφορετικό» διπλανό του, στην οικογένεια, στη δουλειά, στον δρόμο, στα ΜΜΜ, σε μια υπηρεσία. Η συμπερίληψη δεν είναι απλώς μια λέξη, είναι μια στάση ζωής, που πηγάζει από μια άλλη εξίσου πολυφορεμένη έννοια, την ενσυναίσθηση. Χρειάζεται όχι μόνο να μπαίνουμε στα παπούτσια των άλλων αλλά και να βαδίζουμε λίγα μέτρα με αυτά. Με λίγα λόγια, το μεγάλο ζητούμενο είναι η ανθρωπιά, κι ας ακούγεται σε κάποιους αφελές. Αυτή πρέπει να ξαναβρούμε, ειδάλλως καμία βαρύγδουπη λέξη δεν πρόκειται να μας πείσει ότι είμαστε ισότιμα μέλη ενός συνόλου.
Με τα χέρια δοκιμάζουμε, μαθαίνουμε, αποκτάμε εμπειρίες, εργαζόμαστε, αγκαλιάζουμε, φροντίζουμε, διασκεδάζουμε. Ποια θέση έχει η αφή στη σημερινή πραγματικότητα; Επιτρέπουμε στα παιδιά να χρησιμοποιήσουν τα δικά τους όσο θα έπρεπε;
Φοβάμαι ότι περιορίζεται κυρίως στις οθόνες αφής, και δεν φταίνε τα παιδιά γι’ αυτό. Τα παιδιά μάς μιμούνται. Αντιγράφουν τις λέξεις και τις πράξεις μας. Οι ενήλικοι σήμερα χαϊδεύουν περισσότερο τις οθόνες παρά τους αγαπημένους τους. Γι’ αυτό και τα παιδιά δυσκολεύονται να σχετιστούν. Αν προσθέσουμε και τις συνήθεις απαγορεύσεις, αυτά τα μικρά ή μεγάλα «μη» ‒μη λερωθείς, μη βραχείς, μην κοπείς, μη, μη, μη‒, τι καταφέρνουμε; Να μεγαλώνουμε ανθρώπους που δεν θα μπορούν αργότερα να αλλάξουν μια λάμπα.
Το «μπορώ» του τίτλου περιλαμβάνει και πράξεις που αφορούν τους άλλους. Έτσι, η εμπιστοσύνη στις δυνάμεις οδηγεί στην προσφορά. Πώς μεγαλώνει ένα παιδί αισθανόμενο ότι η παρουσία του έχει σημασία και για τους γύρω του;
Η κοινή λογική λέει ότι γίνεται πιο υπεύθυνο και αλληλέγγυο. Η λέξη «μπορώ» είναι ισχυρή, δεν επιδέχεται αμφισβήτησης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα παιδιά τη χρησιμοποιούν κατά κόρον όταν αρχίζουν να στέκονται στα πόδια τους και να στηρίζονται στις δικές τους δυνάμεις. Είναι ένδειξη ότι πιστεύουν στον εαυτό τους.
Σε μια κοινωνία, όμως, ο εαυτός είναι ταυτόχρονα μέλος ενός συνόλου. Αυτό σημαίνει ότι το «μπορώ» γίνεται «μπορώ και για τους άλλους», γίνεται «μπορούμε». Είναι μεγάλο στοίχημα στις μέρες μας να αναθρέψεις ανθρώπους των οποίων η ματιά δεν περιορίζεται στο τι κάνω εγώ αλλά στο τι μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί. Και αυτό δυστυχώς έχει να κάνει και με την τάση που επικρατεί τα τελευταία αρκετά χρόνια να απευθυνόμαστε στα παιδιά με όρους πριγκιπικούς, απομακρύνοντάς τα από το «εμείς», από το συλλογικό.
Στο οπισθόφυλλο αναφέρεται ότι «όλα είναι στο χέρι μας», φράση με την οποία εν πολλοίς συμφωνώ. Γιατί, όμως, το ξεχνάμε τόσο εύκολα;
Επειδή ξεβολευόμαστε. Είναι πιο εύκολο να δέχεσαι τα πράγματα μοιρολατρικά και απλώς να κρίνεις τα λάθη και τις παραλείψεις άλλων από το να παίρνεις εσύ ο ίδιος την ευθύνη. Να σκέφτεσαι, να αναρωτιέσαι, να πράττεις. Η πράξη προϋποθέτει μετακίνηση, εδώ έρχεται το ξεβόλεμα που ανέφερα προηγουμένως. Μεταξύ άλλων, έχω από μικρή στο μυαλό μου τους στίχους «Ό,τι δεν πάρεις μοναχός, κανείς δεν θά ’ρθει να σ’ το δώσει» και «ο κόσμος δεν αλλάζει με κουβέντες, δεν άλλαξε ποτέ με προσευχές».
Στην εποχή μας παρατηρώ το εξής παράδοξο: από τη μια υπάρχουν άνθρωποι και συλλογικότητες που διεκδικούν, και μάλιστα μαχητικά, και την ίδια στιγμή επικρατεί μια γενικότερη αποχαύνωση. Εκεί που φαίνεται ότι κάτι συμβαίνει, ότι υπάρχει μια κάποια δράση, είναι σαν κάποιος ‒ποιος άραγε;‒ να πατά pause και να παγώνουν όλα. Εξακολουθώ να επιμένω, παρ’ όλα αυτά, ότι τα πράγματα που δεν μας αρέσουν αλλάζουν, είναι στ’ αλήθεια στο χέρι μας, και το χέρι μας, όλοι το ξέρουμε αυτό, μπορεί να ανεβάσει και να κατεβάσει ακόμη και κυβερνήσεις.
Σ’ ένα βιβλίο που μιλά για τη σύνδεση, τη φροντίδα και την αγάπη, εσύ ισορροπείς μεταξύ τρυφερότητας και συγκίνησης με τρόπο ποιητικό. Πώς θα ήθελες να διαβαστεί αυτό το βιβλίο και τι θα επιθυμούσες να κρατήσουν οι αναγνώστες, μικροί και μεγάλοι;
Το βιβλίο αυτό είναι για μένα μια υπενθύμιση στο παιδί μέσα μου και, ταυτόχρονα, μια υπόσχεση καλοσύνης στο παιδί που μεγαλώνω. Συμπυκνώνει σε μερικές σελίδες την ανθρώπινη ουσία μας και τι μπορεί να τη σώσει. Ιδανικά, θα ήθελα να διαβαστεί με ανοιχτά τα μυαλά και τις καρδιές. Και οι αναγνώστες ας κρατήσουν το μήνυμα της τελευταίας σελίδας.









