Κοινωνική δικτύωση και παιδιά πλατφόρμες

Κοινωνική δικτύωση και παιδιά: Από την αλάνα στο ψηφιακό συνεχές

Η προτροπή «άσε το κινητό και βγες έξω να παίξεις» μοιάζει πλέον με φράση-φάντασμα, κατάλοιπο ενός κόσμου που έχει πάψει να υφίσταται εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία. Κοινωνική δικτύωση και παιδιά είναι άρρηκτα συνδεδεμένα – ιδιαίτερα από τα 12 έτη, συχνά και νωρίτερα.

Το κοινωνικό πλαίσιο του παιχνιδιού, της επικοινωνίας και της σύνδεσης (ποιος καλεί ποιον, πού συγκεντρώνονται οι παρέες, ποιος «ανήκει», σε ποια υποκουλτούρα) έχει αλλάξει ριζικά. Το πάρκο, η αλάνα, η πλατεία, οι κούνιες, το παγκάκι, οι μπασκέτες, η τυχαία συνάντηση έχουν μετακομίσει στις πλατφόρμες, δηλαδή σε ένα ψηφιακό συνεχές χωρίς υλική υπόσταση ούτε ρύθμιση. Ακόμα και στο πλαίσιο του «έξω», είτε στο σχολείο είτε στη βόλτα είτε στις διακοπές είτε στις κοινωνικές εκδηλώσεις, το κινητό βρίσκεται στα παιδικά χέρια, ήδη από ανεπίτρεπτα μικρές ηλικίες, ως προέκταση της εμπειρίας.

Η κοινωνική δικτύωση ως υποδομή

Η κοινωνική δικτύωση δεν είναι ούτε χόμπι ούτε εργαλείο για τα παιδιά μας. Συχνά, είναι η βασική υποδομή της κοινωνικής ύπαρξής τους που έρχεται σε αντίθεση με τη φύση των διά ζώσης συναντήσεων. Οι τελευταίες τείνουν να μειώνονται ή να είναι υβριδικές, με τα άτομα να συγκεντρώνονται σε κάποιον κοινό τόπο, επικοινωνώντας όμως εκεί και διαμεσολαβημένα, μέσω οθονών.

Η αλλαγή αυτή είναι δομική. Τα τελευταία χρόνια, σταδιακά περάσαμε από τη μονόπλευρη, κάθετη, μαζική επικοινωνία, όπου υπήρχε ξεκάθαρη απόσταση πομπού-δέκτη, στη συνύπαρξή της με το μοντέλο της κοινωνικής δικτύωσης, που σβήνει την απόσταση αυτή.

Δηλαδή, από την τηλεόραση, το ραδιόφωνο, τις εφημερίδες και το πρώιμο διαδίκτυο της σχετικά γρήγορης ενημέρωσης και του blogging, περάσαμε και σε πλατφόρμες όπου ο καθένας είναι ταυτόχρονα πομπός, δέκτης και αντικείμενο άμεσης, συνεχούς και καταγραμμένης μέτρησης.

Παιδιά και μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Οι νεότερες γενιές απομακρύνονται από τα παραδοσιακά μέσα, τα ειδησεογραφικά sites ή τα πρώτα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αυτά που χρησιμοποιούν οι «μπούμερς», όπως χαρακτηρίζονται άκριτα όλοι οι άνω των 30-35, και δημιουργούν δικά τους, απρόσιτα στις μεγαλύτερες ηλικίες, διαδικτυακά οικοσυστήματα. Η τεχνολογία άλλαξε τους όρους της κοινωνικής ένταξης, της ορατότητας και της αποδοχής, άρα και τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά χτίζουν ταυτότητα, καθώς κινούνται προς την ενηλικίωση. Εδώ και λίγα χρόνια, μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου οι κανόνες της ανθρώπινης επαφής έχουν ξαναγραφτεί από την αρχή, με όρους αγοράς και κέρδους.

Δεν υπάρχει πλέον απόσταση από την πληροφορία ούτε ελεγχόμενη ροή της, δηλαδή το πλαίσιο όπου ήμασταν προσαρμοσμένοι και αντέχαμε να διαχειριστούμε. Αλλαγμένη εμφανίζεται, επίσης, η αντίληψη της αίσθησης του χρόνου. Ως καταναλωτές περιεχομένου, μικροί και μεγάλοι εργαζόμαστε αμισθί και συχνά ασυνείδητα για την εκάστοτε πλατφόρμα, παράγοντας εμπορικά δεδομένα με κάθε κίνησή μας.

Η οικονομία της προσοχής

Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση. Η εμπορευματοποίηση της ανθρώπινης προσοχής δεν γεννήθηκε με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Η βιομηχανία της μαζικής επικοινωνίας, ήδη από τον 20ό αιώνα, χρησιμοποιούσε τα κοινά για εμπορικούς σκοπούς. Ο δέκτης “πουλούσε” τον χρόνο και την προσοχή του, μεταφρασμένα σε τηλεθέαση, ακροαματικότητα, αναγνωσιμότητα. Η σχέση, όμως, ήταν κατά βάση μονόπλευρη και οι μετρήσεις γίνονταν με δείγματα, κατηγορίες κοινού, εκτιμήσεις και έρευνες αγοράς. Σήμερα, παρατηρείται λεπτομερής καταγραφή της συμπεριφοράς του κάθε ανθρώπου σε πραγματικό χρόνο.

Τώρα αλλάζει η διαδικασία, άρα αλλάζει και το ίδιο το προϊόν. Η πλατφόρμα δεν αγοράζει μόνο χρόνο και προσοχή. Αγοράζει (και παράγει) προβλεψιμότητα. Με όρους επιτήρησης και εξαγωγής συμπεριφορικού πλεονάσματος, όπως το περιγράφει η Shoshana Zuboff, το μοντέλο γίνεται μηχανισμός άντλησης και αξιοποίησης καταναλωτικών συνηθειών και πλείστων άλλων δεδομένων. Κάθε σκρολ, κάθε κλικ, κάθε παύση σε βίντεο, κάθε αναζήτηση, κάθε ανάρτηση, κάθε σχόλιο μετατρέπεται σε σήμα.

Τα σήματα αυτά τροφοδοτούν μηχανισμούς ταξινόμησης, σύστασης και στόχευσης, που δεν αρκούνται στο να μετρούν τι μας άρεσε. Δοκιμάζουν τι μας κρατά, τι μας εκνευρίζει, τι μας φοβίζει, τι μας κάνει να μείνουμε λίγο ακόμη. Τα στοιχεία τα δίνουμε εμείς οι ίδιοι. Και έτσι το προφίλ μας γίνεται εργαλείο διαμόρφωσης, πολιτισμικής και πολιτικής, μέσω μιας εξατομικευμένης ροής που δεν απευθύνεται προς όλους. Το ψηφιακό περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούμαστε προσαρμόζεται κυριολεκτικά πάνω στον καθένα και στην καθεμιά.

Το ψηφιακό πανοπτικό και η τυραννία της ορατότητας

Η ιδιωτικότητα, όπως την ξέραμε, έχει τελειώσει. Παλιότερα, το λάθος, η κακιά στιγμή, ο έρωτας ή η απόρριψη έμεναν «εν οίκω» ή σε στενό κύκλο. Σήμερα, τα παιδιά ζουν υπό το καθεστώς ενός μόνιμου ψηφιακού πανοπτικού. Κάθε κίνηση καταγράφεται, κάθε λέξη μένει και κάθε εικόνα ή βίντεο κρίνεται από άγνωστους και συχνά αδίστακτους δέκτες περιεχομένου. Πλέον, μάλιστα, υπάρχει ένα ακόμα πιο σοβαρό διακύβευμα. Δεν κρίνεται μόνο ό,τι έγινε, αλλά και ό,τι μπορεί να “κατασκευαστεί” σαν να έγινε, με εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης και ψευδο-ρεαλιστικό οπτικοακουστικό υλικό. Δηλαδή: deepfakes, ψεύτικες συνομιλίες, ψεύτικες φωτογραφίες.

Αυτό γεννά την ανάγκη της διαρκούς επιτέλεσης ή πιο απλά της ασταμάτητης σκηνοθετημένης αυτοπαρουσίασης, που καλλιεργεί η φύση των πλατφορμών. Δεν ζουν τη ζωή τους ελεύθερα. Επιτελούν έναν ρόλο σε μια τεράστια ψηφιακή σκηνή. Η κοινωνική δικτύωση επέβαλε στα παιδιά τον νόμο της ορατότητας ως κανόνα ύπαρξης. Αν κάτι δεν καταγραφεί, δεν συνέβη. Και αν δεν αναρτηθεί, είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα επαρκές φίλτρο. Ούτε στον όγκο της πληροφορίας ούτε στην ταχύτητα διάδοσης ούτε στο τι είναι αλήθεια και τι όχι.

Η εμπορευματοποίηση των σχέσεων και ο αλγόριθμος ως ρυθμιστής ορατότητας

Στα αλγοριθμικά περιβάλλοντα, η κοινωνική αξία συγχέεται με τις μετρήσεις ορατότητας. Η φιλία συγχέεται με τον αριθμό των ακολούθων. Η αποδοχή γίνεται μετρήσιμη και η κατάκτησή της ολοένα πιο αγχωτική. Το παιδί μαθαίνει νωρίς, συχνά μιμούμενο τους ενήλικους στο περιβάλλον του, ότι για να κερδίσει την προσοχή, τη συμπάθεια, ακόμα και την αγάπη, πρέπει να πουλήσει κομμάτια του εαυτού του, και μάλιστα όπως τα ζητούν οι άλλοι.

Σε πλατφόρμες που χρηματοδοτούνται κυρίως από τη διαφήμιση, το βασικό εμπόρευμα δεν είναι το ίδιο το περιεχόμενο, αλλά ο διαφημιστικός χώρος. Σε αντίθεση με τα παραδοσιακά μέσα, τώρα υπάρχει η δυνατότητα στόχευσης σε κοινά που προκύπτουν από τη συμπεριφορά μας. Η πλατφόρμα οργανώνει τη ροή έτσι ώστε να κρατά την προσοχή και να αυξάνει τον χρόνο παραμονής και την αλληλεπίδραση, με εξατομικευμένο διαφημιστικό περιεχόμενο κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο αλγόριθμος λειτουργεί ως ρυθμιστής διανομής. Στην πράξη, τείνει να προωθεί το ακραίο, το διχαστικό, το επίπονο, το επικίνδυνο, το «τέλειο» και να υποβαθμίζει το ήσυχο, το ήπιο, το αληθινό, το αργό και κυρίως το αυθεντικό περιεχόμενο, μέσω μειωμένης διανομής ή ορατότητας, επειδή οι δείκτες εμπλοκής πέφτουν.

Ο φόβος της ανυπαρξίας και ο κοινωνικός αποκλεισμός εκτός δικτύων

Αν δεν αλλάξει άμεσα κάτι, τα παιδιά, καθώς θα μεγαλώνουν, θα δυσκολεύονται να υπάρξουν κοινωνικά εκτός δικτύων. Ιδιαίτερα μετά τη μετάβαση στο γυμνάσιο, η απουσία από τα δίκτυα μοιάζει κοινωνικός θάνατος για ένα παιδί που χτίζει την ταυτότητά του, μολονότι εμείς το αντιλαμβανόμαστε ως αποτοξίνωση και μιλάμε για χρήση και κατάχρηση. Όμως, τα παιδιά δεν αντιλαμβάνονται την καθημερινότητά τους εκτός κοινωνικών δικτύων – ακόμα και αν τα ίδια δεν παράγουν περιεχόμενο, σίγουρα καταναλώνουν περιεχόμενο και χτίζουν τη μεταξύ τους επικοινωνία.

Αν λείπουν από τις πλατφόρμες, δεν ενημερώνονται, δεν απαντούν, δεν συζητούν, δεν καλούνται, δεν συμμετέχουν, δεν ανήκουν. Σήμερα, ένα παιδί εκτός δικτύου αγνοεί τους κώδικες επικοινωνίας της ομάδας (μιμίδια, αργκό, inside jokes), αποκλείεται από τον χωροχρόνο κάθε ψηφιακής συνάντησης (ομαδικές συνομιλίες) και εν τέλει γίνεται αόρατο ανάμεσα στους συνομηλίκους του.  Το ποιος φταίει είναι μεγάλη συζήτηση και δεν χωρά εδώ. Η απάντηση, όμως, σίγουρα δεν είναι «τα παιδιά».

Το 2026, η πίεση για δημοφιλία, ιδιαίτερα στην εφηβεία –αλλά και νωρίτερα και αργότερα–, αφορά το αρχέγονο ένστικτο της επιβίωσης, δηλαδή το ανήκειν στην αγέλη. Μόνο που τώρα η αγέλη συγκεντρώνεται και δρα κυρίως διαδικτυακά. Εδώ εντοπίζεται η ευθύνη της Πολιτείας, τουλάχιστον για τα παιδιά. Έχει αφήσει απροστάτευτους τους ανήλικους σε ένα περιβάλλον σχεδιασμένο να εθίζει, αρνούμενη να νομοθετήσει ουσιαστικά ηλικιακά όρια και αλγοριθμική διαφάνεια, μεταθέτοντας όλο το βάρος ενός συλλογικού προβλήματος στους γονείς. Ατομική ευθύνη, το γνωστό παραμύθι.

Ο ρόλος μας: η αναλογική άγκυρα και η μόνη ρεαλιστική διέξοδος, μαζί

Δεν μπορούμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω. Η νοσταλγία για τις γειτονιές του ’80 είναι μάλλον δικό μας καταφύγιο παρά δική τους λύση. Εμείς λυπούμαστε που βλέπουμε την παιδική ηλικία να γεμίζει από αρνητικά συναισθήματα, με πρώτο το άγχος και θέλουμε να παρέμβουμε προς όφελός τους. Όμως αυτό δεν γίνεται κατανοητό από τα παιδιά μας, αν δεν το ζήσουν συλλογικά, ως ομάδα. Η παράδοση των οθονών στα χέρια τους έγινε μετά βαΐων και κλάδων και με τις ευλογίες μας, χωρίς σκέψη για ενδεχόμενες συνέπειες. Το να τους απαγορεύσουμε ξαφνικά την είσοδο σε αυτόν τον κόσμο, που οι ίδιοι τα οδηγήσαμε να χτίσουν, ισοδυναμεί με κοινωνικό αποκλεισμό.

Η ατομική ευθύνη είναι καταδικασμένη, γιατί από μόνη της δεν αρκεί. Η μόνη διέξοδος είναι η συλλογική δράση. Για παράδειγμα, να φτιαχτούν «σύμφωνα γονέων/εκπαιδευτικών/παιδιάτρων» για κάθε σχολική τάξη, με συγκεκριμένες κοινές, ρητές οδηγίες χρήσης. Με τον τρόπο αυτό, καθυστερούμε ομαδικά την είσοδο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (π.χ. αν οριστεί επίσημος ορισμός ψηφιακής ενηλικίωσης στα 16 χρόνια) και κυρίως μπορούμε να διεκδικήσουμε έστω και έναν στοιχειώδη, αλλά τουλάχιστον καθολικό ψηφιακό γραμματισμό, ακολουθώντας το παράδειγμα της Φινλανδίας, δηλαδή συστηματική εκπαίδευση για το πώς λειτουργούν οι πλατφόρμες, η παραπληροφόρηση και τα fake news.

Αν, από εδώ και στο εξής, πολιτεία, εκπαίδευση και οικογένεια συνεργαστούν προς έναν κοινό στόχο που αφορά τη σωματική, πνευματική και ψυχική υγεία, κανένα παιδί δεν θα νιώθει ψηφιακά αποκλεισμένο. Και κυρίως, κανένα παιδί δεν θα χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στο ανήκειν και την υγεία του. Η φυσική σύνδεση θα έχει εγκαθιδρυθεί όταν θα έρθει η στιγμή να χρησιμοποιήσει πλατφόρμες, ιδανικά έχοντας αποκτήσει πλήρη εικόνα της λειτουργίας των μέσων, παραδοσιακών και νέων. Το προαναφερθέν σενάριο μοιάζει απίθανο, κυρίως γιατί δεν υπάρχει καμία πολιτική βούληση, μα ούτε έγκυρη και πανελλαδική ενημέρωση από τους ιατρούς προς γονείς και εκπαιδευτικούς.

Μια πιο ρεαλιστική, προς το παρόν, λύση είναι να λειτουργήσουμε ως αναχώματα. Να μη φερθούμε σαν αστυνομία, αλλά σαν ενήλικοι που βλέπουν τον μηχανισμό, τον ονομάζουν και τον αποδομούν. Να τους δείξουμε πώς ο αλγόριθμος είναι ένα στημένο παιχνίδι κέρδους, μέσα από τη δική τους ψηφιακή καθημερινότητα. Ότι η «τέλεια ζωή» των influencers και των περισσότερων προβεβλημένων δημιουργών περιεχομένου με μεγάλη απήχηση είναι προϊόν σκηνοθεσίας και μοντάζ.

Έχουμε ήδη συζητήσει ότι η αλήθεια μιας εικόνας δεν είναι πια αυτονόητη, αφού η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να τη φτιάξει από το μηδέν. Να κρατήσουμε ζωντανή την αναλογική εμπειρία ως καταφύγιο: Τα παιδιά να θυμούνται ότι υπάρχει ένας κόσμος λιγότερο λαμπερός, αλλά ασφαλέστερος και αυθεντικότερος, που μπορεί να τα υποδέχεται όπως ακριβώς είναι, όποτε το επιθυμούν και να τους δώσει δεκάδες ευκαιρίες.

Scroll to Top